Τετάρτη, 22 Φεβρουαρίου 2012

Όσο ποτέ

Θες να πεις σήμερα
όχι αύριο, σήμερα
μα είναι κιόλας αύριο, τώρα
ήρεμα μέσα στο γκρίζο φως
χοροπηδούνε τα λεπτά
με υπαινιγμό βιασύνης

σήμερα, όχι αύριο, τώρα
θες να πεις σήμερα
να κλειδώσω πάλι την πορτίτσα
και το τσίγκινο κουκλόσπιτο
με τις μακριές βελόνες
και τα ρολά από μπαμπάκι
και πως θα τα εξηγήσεις όλα αυτά αύριο;

σκάβοντας τρία λεπτά ταυτόχρονα
βαριές και αλάθευτες σκηνές μες στο σκοτάδι
και μερικές τουλούμπες καλαμποκιού
πλάι στα ραφτομηχανή
πόσο κάνει ο κόπος σου, να στον πληρώσω;
σήμερα μόνο, όμως, όχι αύριο

δεν θα υπάρχουν αύριο σκαλοπάτια
κι ούτε τα κτήματα αυτά που μελετάς από καιρό
τίποτα άλλο από σημάδια κούρασης μονάχα
κι ένα σπίτι που σαν σταγόνα στην άκρη του σουγιά
θα κόβεται στο σήμερα και το αύριο
το ειρωνικό και απόκρυφο, όσο ποτέ…

Χαμένοι ψίθυροι

Πάνω απ το χείλος έβγαζε
της πρώτης νιότης χνούδι
και την παντόφλα έσκαζε
σε κάθε είδος ζούδι

την προσευχή του έλεγε
σε μια ξυλογραφία
καπνοσακούλα έδενε
στην τσέπη του την κρύα

έφτιαχνε η μάνα κι έδινε
βαλσάμια, ξόρκια, τέτοια
μάγισσα ήταν κι έγδυνε
ανθρώπους πού χαν ντέρτια

χρήμα βαρύ στην τσέπη τους
δεν άφηνε να μείνει
με λόγια της παρηγοριάς
αλάφρυνε η ευθύνη

χαμήλωσε το φτυάρι του
και φάνηκε απ το λάκκο
και ο πελάτης του βγαλε
δολάρια ένα πάκο

ο γιος κείνης της μάγισσας
κηδευτικά απαγγέλλει
τα μάτια του λαμπύριζαν
τον έβλεπε η αγέλη

ξερό κλαδί ροδακινιάς
τον άγγιξε στον ώμο
αέρας φύσαγε, νοτιάς
σκόνη πυκνή στο δρόμο

το φτυάρι μέσα έχωσε
ίσαμε πόντους δέκα
και ακούμπησε το λείψανο
που ήτανε η γυναίκα

δεν άντεξε και ούρλιαξε
σηκώθηκε να φύγει
διπλώθηκε στα τέσσερα
κι ο άντρας τον τυλίγει

τα χρήματα απ την τσέπη του
με μια χεριά του παίρνει
τότε έφτασε κι ο δήμαρχος
να τσακιστεί του νεύει

τα γένια του ξεσκάλωσαν
και αστραποβολούσαν
τα χέρια του μαρμάρωσαν
σαν κάτι να κρατούσαν

σε λίγο συμπληρώθηκαν
οι πέντε συνεταίροι
να δουν στον λάκκο χώθηκαν
τι είχε καταφέρει

πέντε διαβάτες μια πομπή
και ακλόνητα τα μάγια
χαμένοι ψίθυροι ορφανοί
γεμίζουν τα σκοτάδια

ανασαιμιά της μάγισσας
φέρνει ο στριμμένος μπάτης
να κλείσει ο λάκκος την αυγή
προτείνει ο γέρο-ράφτης

άδειασε η μέρα από ζωή
την Κυριακή στη μία
αμίλητοι και ανενεργοί
φτάσαν στα ορυχεία

ο γιος κείνης της μάγισσας
τα μάζεψε και φεύγει
τα μάγια όμως της μάνας του
γινήκαν ήδη ζεύγη

χρονιά κακή, χρονιά κακή
μαυριδερά λεμόνια
ανθρώπου δόντι, χρυσαυγή
και τον Απρίλη χιόνια

αν πέθανε ή την σκότωσαν
καμιά νεκρή δεν ξέρει
κι αν την εξομολόγησαν
πριν φάει το μαχαίρι

αν πέθανε ή την σκότωσαν
καμιά νεκρή δεν ξέρει
τον γιο της τον ξεφόρτωσαν
σ ένα χαντακονέρι

Κυριακή, 19 Φεβρουαρίου 2012

Ο παγανιστής του δρόμου

Κείνος ο ξένος, ο ακροτελεύτιος του δρόμου
ο αρχιτέκτονας κι αφέντης του σπιτιού
που υφαίνει ένα άγαλμα από ξύλο
στο ύψος ενός άνδρα
ακούω πως τά χει όλα αφιερωμένα στον επισκέπτη
που χάνει τα κατατόπια
και γυρνά καταπονημένος
με το αδύναμο ποδάρι του

γυρεύοντας στη γεύση του νερού
και στην σταχτιά αποξηραμένη άμμο
τη σιγουριά και την πεποίθηση του δρόμου
που δεν οδηγεί πουθενά συγκεκριμένα

κι απ την απώθηση του στόχου και του προσανατολισμού, κηρύττει πως
δεν υποφέρει κανείς, το αντίθετο μάλιστα
είναι μια εκδήλωση γεμάτη με αγριο-μελισσών κυψέλες
και μία διάλεξη για την ύπαρξη η κάθε πορεία
που μας φέρνει ίσαμε δω
κι έτσι όπως την χρειαζόταν τη βοήθεια
αυτοί που την προσφέρανε, λέει
κι όπως ανθίζει ο τριανταφυλλόκηπος
του ανώνυμου αρχιτέκτονα
και κελαρύζει το νερό πάνω στα βάτα
τις πουρναρόριζες και τα βατόμουρα
περνά ένας αιώνας δρόμος πριν τον επόμενο χειμώνα
ίσαμε δηλαδή να ξεσπάσει ο κρότος από να τουφέκι
και να ξεχυθούνε στους δρόμους αγρότες
με παχουλά πανωκόρμια
και τα γερά καρφωμένα στη γη πόδια
να ξετινάξουνε το κέντρο βάρους της σπαρμένης γης
και τη λαχανιαστή της ανάσα
και να ονειρευτούνε γυναίκες με κρινολίνα και παρασόλια
και ρούχα ελαφριά του δειλινού
ριγμένα απτάλικα στο χώμα
και μονοπάτια που, όπως μπλέκονται πίσω από τους θάμνους,
σε γυρίζουν πάντα πίσω, στην αρχή.

Πέμπτη, 16 Φεβρουαρίου 2012

Η εποχή του φυτέματος

Σαν να έτρωγε από κάποιο χέρι
και να διάβαζε από κάποιο χαρτί
με το κεφάλι γερμένο ελαφρά
και τα δάχτυλα λιγάκι ανοιγμένα

σαν να βγήκε από ύπνο απαλό,
υπαρξιακό ύπνο, γεροντικό
στη φλούδα ακριβώς της νύστας
για να βρει νερό

με αγορίστικη καρδιά και λυγερή κορμοστασιά
και ένταση στα μάτια κάποιου ποντικού
που αν εξαιρούσες το καπέλο
και τα αψιδωτά φρυδάκια
και τα σφιγμένα χέρια στην ποδιά του
και την απελπισία στη φωνή του
και κάτι ακριβώς όμοιο με τρόμο
που είχε στα μάτια του
θα έμενε ένα βλέμμα βυθισμένο
στη σκονισμένη Βίβλο
και μια λοφοσειρά να κυματίζει στο βάθος της αυγής
λίγο πριν ανατείλει η εποχή του φυτέματος
και η άλλη της βροχής

Τετάρτη, 8 Φεβρουαρίου 2012

Τα πάντα έρχονται απ το χθες

Κι αν ξέρω πια τι θέλω
και τι χρειάζεται για να το αποκτήσω
ακόμα υποφέρω για όσα απέκτησα
για όσα μείναν πίσω
όσα αναγκάστηκα ν αφήσω
για να βρω τρόπο να γυρίσω

κι όσα ταξίδια δεν φαντάστηκα
γίνανε μια ερειπωμένη επιστροφή
από να τόπο που ξεχάστηκα
και που τον γέννησες αγάπη μου εσύ
έχει κι η Ελλάδα καταρράκτες
έχει κι η χώρα αυτή τρεχούμενο νερό
φτιάχνουν στον Έβρο κάτι φράκτες
να μην μπορούμε πια να φύγουμε από δω


μα οι διαφορές είναι εμφανείς
τώρα γεφύρια διακοσμούνε τα ποτάμια
και δεν υπάρχουν δυο πλευρές
κι ούτε πετούν γλυφό νερό τα σιντριβάνια
κι είναι οι όχθες περιττές
ρίζωσαν όλα στο τσιμέντο και στο αλάτι
το μέλλον έρχεται από το χθες
τα πάντα έρχονται απ το χθες
ακόμα αγάπη μου κι η ίδια η αγάπη
κι όταν σε πιάνω από το χέρι
για να περάσουμε απέναντι μαζί
πέφτει το μέλλον μ ένα αστέρι
κι ότι προλάβουμε σημαίνει η ζωή
κι όταν σ αγγίζω στην καρδιά
μοναδική ελπίδα είναι η ομορφιά



Συγνώμη κι από μένα
μα ήταν πάνω απ τις δυνάμεις μου
αν δεν πεθαίνεις από αγάπη
είναι γιατί υπάρχει λόγος
που δεν τον έμαθες ακόμα
που δεν γεννήθηκε ακόμα

κι εγώ βαθιά μέσα στη φύση μου
είμαι σχεδόν πάντα ο ίδιος
και ακούω ξανά τους μετρητές
απ τα παλιά τα εργοστάσια
και τα λυκόπουλα της πόλης
να μπαίνουνε σε μια σειρά
στης Κυριακής τα πρωϊνά


μα οι διαφορές είναι εμφανείς
τώρα γεφύρια διακοσμούνε τα ποτάμια
και δεν υπάρχουν δυο πλευρές
κι ούτε πετούν γλυφό νερό τα σιντριβάνια
κι είναι οι όχθες περιττές
ρίζωσαν όλα στο τσιμέντο και στο αλάτι
το μέλλον έρχεται από το χθες
τα πάντα έρχονται απ το χθες
ακόμα αγάπη μου κι η ίδια η αγάπη
κι όταν σε πιάνω από το χέρι
για να περάσουμε απέναντι μαζί
πέφτει το μέλλον μ ένα αστέρι
κι ότι προλάβουμε σημαίνει η ζωή
κι όταν σ αγγίζω στην καρδιά
μοναδική ελπίδα είναι η ομορφιά

Τρίτη, 7 Φεβρουαρίου 2012

ΠΑΣΟΚ άλλο δεν έχει

Κι οι δυο στα ενενήντα
μαζί εξήντα χρόνια
εκείνη χρόνια ήταν
ανέγγιχτη στο σώμα
όχι Γιάννη μου όχι
δεν έφτασε η ώρα
όχι Γιάννη μου όχι
να αγαπηθούμε τώρα

να γνωριστούμε ακόμα
λιγάκι σου ζητάω
το σώμα μου όσο όσο
εγώ δεν το πουλάω

τι νόμιζες θα πάθεις
από εμέ γυναίκα;
τι άλλο πια να μάθεις
αν φύγουν κι άλλα δέκα;

η μοίρα σου δική μου
βαριά κουβαλημένη
ζευγάρι στην ψυχή μου
στα σώματά μας ξένοι

να γνωριστούμε ακόμα
λιγάκι σου ζητάω
στα ενενήντα κόμμα
καινούργιο αναζητάω

στα ενενήντα Γιάννη μ΄
ΠΑΣΟΚ άλλο δεν έχει
αυτή ή θα με τρελάνει
ή κάποιον άλλον έχει

γυναίκα τα ψωμιά μας
ζεσταίνει ο νεκροβγάλτης
τι άλλο θες να μάθεις
για με και δεν μου εκάθεις;

να γνωριστούμε ακόμα
λιγάκι στο ζητάω
τι προτιμήσεις έχεις
να ξέρω που πατάω

πατώ στα ενενήντα
και νιώθω σαν τον βράχο
μ αρέσει όμως στ αλήθεια
το σώμα ίσιο να χω

στα ενενήντα μ’ Γιάννη
ΠΑΣΟΚ άλλο δεν έχει
αυτή ή θα με τρελάνει
η κάποιον άλλον έχει

να γνωριστούμε ακόμα
λιγάκι σου ζητάω
ΠΑΣΟΚ άλλο δεν έχει
δεν ξέρω που πατάω

Το χιόνι πώς να το χαρείς

πριν γίνουν όλα πάγος
ένα φιλί ακόμη
πέντε τσιγάρα δρόμοι
και ένα της καρδιάς
κακοκαιρία και χιόνι
νιώθεις παιδί που λιώνει
παραμυθένια μόνη
χιονόμπαλες πετάς

το χιόνι πώς να το χαρείς
με αστέγους τόσους επί γης
το χιόνι πώς να το χαρείς
με αστέγους τόσους επί γης


πριν γίνουν όλα χώμα
και λάσπη, κάτι ακόμα
λίγο κρασί να πιούμε
για λίγο να σκεφτούμε
νιφάδες στα μαλλιά σου
και έρχομαι κοντά σου
έλα να αγκαλιαστούμε
και κάτι να αισθανθούμε

το χιόνι πώς να το χαρείς
με αστέγους τόσους επί γης
το χιόνι πώς να το χαρείς
με αστέγους τόσους επί γης

Ο Ανδρέας, του Γιωργάκη ο μπαμπάς

ο Ανδρέας του Γιωργάκη ο μπαμπάς
δανειζόταν για να δώσει στους παππούδες
και τα παίρνει τώρα ο γιος του από μας
ήταν τότε όλοι μεγάλες αλεπούδες

τάλιρο Δευτέρας μού δινε ο παππούς
μα του το επιστρέφω πίσω και με τόκο
αν εκεί που είσαι ρε παππού με ακούς
πες μου: πιάσαν οι θυσίες ποτέ τόπο;

Ο Ζαμπέτας που έβλεπε πιο καθαρά
όταν έγραφε, σου λέω, τον «πενηντάρη»
την γενιά μας εννοούσε ρε παιδιά
που την έχει ο διάολος κι ο χρόνος πάρει
στα είκοσί μας δεν υπήρχε ούτε δουλειά
στα τριάντα μοναχά με γνωριμίες
στα σαράντα η κρίση έσπασε τα αυγά
στα πενήντα μας και μεις σιγά σιγά
θα τα κάνουμε όλα μαζί παιδιά
και θα αρχίσουμε να φτιάχνουμε πορείες


ο Ανδρέας του Γιωργάκη ο μπαμπάς
το εισόδημα αναδιανομούσε
απ τα εγγόνια τά παιρνε ο κερατάς
και τους γέροντες μ αυτά προικοδοτούσε

τάλιρο Δευτέρας μού δινε ο παππούς
πού χε τον Ανδρέα για εικονισμά του
είμαι σίγουρος παππού πως τον ακούς
να σου υπόσχεται το τέλος του θανάτου

Ο Ζαμπέτας που έβλεπε πιο καθαρά
όταν έγραφε, σου λέω, τον «πενηντάρη»
την γενιά μας εννοούσε ρε παιδιά
που την έχει ο διάολος κι ο χρόνος πάρει
στα είκοσί μας δεν υπήρχε ούτε δουλειά
στα τριάντα μοναχά με γνωριμίες
στα σαράντα η κρίση έσπασε τα αυγά
στα πενήντα μας και μεις σιγά σιγά
θα τα κάνουμε όλα μαζί παιδιά
και θα αρχίσουμε να φτιάχνουμε πορείες

Για να φτιάξεις μία κούνια

Για να φτιάξεις μία κούνια
απ τη γη ως τη σελήνη
βγάλε τα ψηλά τακούνια
κι απ το ύψος σου ότι μείνει
δως του μια να πλησιάσει
πιο κοντά σε ότι σ αρέσει
το φεγγάρι θα σε πιάσει
και την κούνια σου θα δέσει

κι εγώ δίπλα σου στο κρύο
πριν της πτήσης σου το αντίο
ποιητής amore mio
σε σεληνιακό τοπίο

την ελπίδα δεν τη χάνεις
ούτε και ποτέ τη βρίσκεις
κάνεις έτσι και την πιάνεις
και για πάντα της ανήκεις
η ελπίδα σε γυρεύει
από μακριά σε νεύει
πίσω απ ό,τι περισσεύει
η ελπίδα σε γυρεύει

κι εγώ δίπλα σου στο κρύο
πριν της πτήσης σου το αντίο
ποιητής amore mio
σε σεληνιακό τοπίο

δεν αντέχει τη μαγεία
ο ερμηνευμένος κόσμος
ίδιο πράγμα ίδια αιτία
το γλυκό φιλί κι ο δυόσμος
το μυστήριο φτιάχνει αγάπη
και το αίνιγμα τον πόθο
μην ξοδεύεις τόση λάμψη
για να ξέρω να σε νιώθω

κι εγώ δίπλα σου στο κρύο
πριν της πτήσης σου το αντίο
ποιητής amore mio
σε σεληνιακό τοπίο

Αδύνατο σημείο

Δεν έχουν οι αδύναμοι «Αχίλλειο πτέρνα»
γιατί η ζωή προνόησε να μην τους χαριστεί
αδύνατο σημείο έχουν μόνο οι δυνατοί
ευαισθησία και δύναμη ν αντλούνε από κει

κι αν πέθανε σχεδόν αγνοημένος
ο έφιππος αυτός σουρεαλιστής
στην πένα του επάνω καρφωμένος
αδύνατο σημείο δεν θα του βρεις

δεν έχουν οι αδύναμοι «Αχίλλειο βλέμμα»
Τρωάδες λεν τις πόρνες τους οι Ιταλοί επί γης
γυναίκες που βουτήχτηκαν στης πόλης τους το αίμα
αδύνατο σημείο έχει μόνο ο νικητής

κι αν πέθανε σχεδόν αγνοημένος
ο έφιππος αυτός σουρεαλιστής
στην πένα του επάνω καρφωμένος
αδύνατο σημείο δεν θα του βρεις

Κυριακή, 5 Φεβρουαρίου 2012

Πρώτο γράμμα

Καλύτερα που χάθηκε κείνο το πρώτο γράμμα
τα γράμματα είναι άγκυρες που σέρνονται απ το τραύμα
τα γράμματα που χάνονται κι αυτά που ακόμα ζούνε
είναι πουλιά που αρπάζονται που χαμηλά πετούνε

είναι τρελό κι αβέβαιο να βλέπω το θεό σου
να φτιάχνει τότε δίπλα μου μια ωραία πεταλούδα
που πέταξε και έφτασε ως τη μαύρη σου πλεξούδα
και το προσκέφαλο σου και το προσκέφαλό σου

σε είδα όταν σ ακούμπαγε απ την ακτή του γάτου
να μπαίνει απ τις γρίλιες σου και πάλι έξω να βγαίνει
μια πεταλούδα του θεού που έμεινε δεμένη
στις λέξεις ενός γράμματος στην άκρη ενός θανάτου

κι ο αέρας σου μετέφραζε αυτά που δεν τολμούσα
ασπρόμαυρη η θάλασσα και άλαλη η μούσα
καλύτερα που χάθηκε η εφηβική σου ασπίδα
είναι αρκετή, σου ορκίζομαι, μία μικρή ελπίδα

καλύτερα που χάθηκε κείνο το πρώτο γράμμα
στον κόσμο αυτό δεν θ άντεχε ήταν άλλο πράγμα
καλύτερα που χάθηκε για να μην το ξεχάσεις
την πεταλούδα του θεού μην προσπαθείς να πιάσεις

ήταν η θάλασσα ζεστή, τόσο γλυκιά η ρέμβη
προτού το γράμμα αυτό γραφεί μια νύχτα του Σεπτέμβρη
εκείνο το πρωτότοκο το γράμμα της χαράς μου
η πεταλούδα του έρωτα, η κάμπια της καρδιάς μου

Το ποτάμι της αβύσσου

Πόσο όμορφα κυλάει αυτή η ομίχλη
πόσο όμορφη είναι πόσο φωτεινή
να περάσεις τώρα αφήσου
το ποτάμι της αβύσσου
το ποτάμι της ζωής σου
δίχως να βραχείς
το ποτάμι της ζωής

κι αν βραχείς να μην βραχεί αυτό που κρύβεις
στο βαθύτερο πηγάδι της καρδιάς
την ανάγκη της ματιάς
κάπου κάπου να της κρύβεις
πως φοβάσαι και δεν ξέρεις που να πας

πόσο όμορφα κυλάει αυτό το κρύο
πόσο όμορφα ο ήλιος ασθενεί
«κυκλικό» είναι το αντίο
που ψυχές κόβει στα δύο
σε ένα νέο «γεια» στο τέλος πάντα οδηγεί

κι αν κρυώσεις, μην κρυώσει κι η σκυτάλη
της ευαίσθητης καρδιάς που θα σου πει
να παραδοθεί αλλού
πριν του αντίπαλου κι εχθρού
την σκυτάλη που σ αγγίζει σαν το χέρι ενός νεκρού

Παρασκευή, 3 Φεβρουαρίου 2012

Συγχώρα με ξανά

Το να σου το ζητήσω δεν βλάπτει
αυτό θά κανα οπωσδήποτε
μήπως παραδέχεσαι πως πρέπει
να μου φέρεις πίσω λίγη αγάπη;
όλοι σε άκουσαν να μου το υπόσχεσαι

μακάρι να μουν το σκυλί σου για μια μέρα
που τόσο πολύ αγάπησες
όσο κανέναν άνθρωπο στον κόσμο
γι αυτό δε του φόρεσες ποτέ λουρί
αντίθετα με μένα που γνώριζα
που βάζω το κεφάλι μου
τη σέβομαι μα τη φοβάμαι τέτοια αγάπη
την καταλαβαίνω όσο τα μυστήρια που αγνοώ
μα με ξαφνιάζει ευχάριστα και επώδυνα μαζί

είναι βαριά τα χέρια του άνδρα που πλένουν πιάτα
σκληρά και καμωμένα από σίδερο
σκέφτομαι ν αρχίσω το τραγούδι, μη γελάσεις
να πάλι με έκανες να χάσω την ορμή μου, γαβ

παραδέχομαι πως έτσι είναι καλύτερα
σίγουρα ναι, υπάρχει ζωή και χωρίς αγάπη
μου φτάνει η ασημένια φυσαρμόνικα
να συνοδεύω ένα μέλλον βραχνό και άψυχο

ας δώσουμε λοιπόν τα χέρια
κι ας φύγουμε μπροστά
εσύ με τ άμορφο φουστάνι σου
κι εγώ με τα παλιά σανδάλια
ας κοιτάξουμε μπροστά
κι εγώ τα πρωϊνά που σε ποθώ
κάτι θα βρω να κάνω
συγχώρα με ξανά μωρό μου
που ξέχασα να βγάλω βόλτα τον σκύλο σου

Σε πειράζω βρε!


Ο Βρετανός αστροφυσικός Steven Ηawking στο τελευταίο του βιβλίο υπερασπίζεται την άποψη ότι το Σύμπαν δεν είχε ανάγκη το θεό για να δημιουργηθεί:
«Όλα ξεκίνησαν χάρη στο Big Bang το οποίο πυροδότησε όλη τη συνέχεια της εξέλιξης, αναφέρει
-Ναι, αλλά ποιος άναψε τη σπίθα της δημιουργίας του σύμπαντος, θα τον ρωτούσα εγώ.
-Ο νόμος της βαρύτητας θα μου απαντούσε, ήταν αρκετός.
-Ναι, αλλά ποιος έφτιαξε το νόμο της βαρύτητας, θα επέμενα.
-Οι αναπόφευκτοι νόμοι της φυσικής, ήταν αρκετοί και επαρκείς για να δημιουργηθεί αυθόρμητα το σύμπαν, θα μου απαντούσε.
-Ναι, αλλά ποιος έφτιαξε τους νόμους της φυσικής, που προνόησαν ώστε να βρίσκεται η γη στην ιδανική απόσταση από τον ήλιο προκειμένου να είναι φιλόξενη σε κάθε είδους ζωή, θα τον τσιγκλούσα λίγο εγώ.
-Οι νόμοι της φυσικής υπήρχαν πάντα θα έλεγε και το σύμπαν φτιάχτηκε εκ του μηδενός
-Ναι, αλλά ποιος έφτιαξε το μηδέν

Του πασατέμπου το παιδί

Δεν είχε μπόλικο μυαλό
για να ξεφύγει απ την ανέχεια
κι αυτό το λίγο το λειψό
ήταν ξεκούραστο συνέχεια

με μάτια πάντα γουρλωτά
κι ένα ολόγιομο κεφάλι
κρατούσε πάντα ένα σουγιά
γιατί τον φόβιζαν οι άλλοι

του πασατέμπου το παιδί
που κρακεράκια μασουλούσε
μπήκε προχθές στη φυλακή
για κάποιονε που τον κολλούσε

στο επισκεπτήριο με τη μια
οι δυο του μάνες κι ένας Τέλης
του φέραν σπόρια αλμυρά
και του παν «πέθανε ο Βαγγέλης»

κρίμα ψελλίζει και γελά
κι η μια του μάνα λέει στην άλλη
έχει μια ελπίδα μοναχά
χάρη στο άδειο του κεφάλι.

Πως;


Μπροστά σε μια νέα μεγάλη πρόκληση στην καριέρα του βρίσκεται ο διάσημος θεωρητικός φυσικός και κοσμολόγος Steven Ηawking ο οποίος θα προσπαθήσει με την γνωστή αναλυτική δεινότητα που τον διακρίνει να επιλύσει το παρακάτω αίνιγμα: « πως γίνεται να είναι στην Ελλάδα τα γραφεία εύρεσης εργασίας περισσότερα από τις δουλειές που υπάρχουν».

Έχει πολύ ψωμί η δουλειά

Από αλλού την περίμεναν κάποιοι στην ελληνική κυβέρνηση την ανάπτυξη και από αλλού τελικά τους έρχεται. Σύμφωνα με ασφαλείς πληροφορίες ο κλάδος του άρτου εξελίσσεται στην ατμομηχανή της ελληνικής οικονομίας δείχνοντας το δρόμο και για τους άλλους παραγωγικούς κλάδους (γλυκά, ποτά, είδη καπνού), μιας και έχει ήδη ξεπεράσει ακόμα και εκείνον του λουκάνικου στο χέρι.
Μάλιστα, υπολογίζεται ότι το ελληνικό ΑΕΠ θα αυξηθεί κατά αρκετές ποσοστιαίες μονάδες ενώ θα δημιουργηθούν και περίπου 100.000 νέες θέσεις εργασίας σε ολόκληρη την επικράτεια. Τόσο αισιόδοξες είναι μάλιστα οι προβλέψεις που κάνουν λόγο ακόμα και για ζήτηση από το εξωτερικό ανθρώπων για να δουλέψουν στο ελληνικό ψωμί. Ήδη εξετάζονται αιτήσεις Αυστραλών Αβοριγίνων.
Αναλυτικά οι προβλέψεις για την συνεισφορά του κάθε κλάδου και υποείδους ξεχωριστά στο ελληνικό ΑΕΠ:

-τουρισμός 23%
-ναυτιλία 12%
-μπουγάτσα Θεσσαλονίκης 0,4% (από πρόβλεψη 0,2%, καθαρά έργο Μπουτάρη)
-σπανακοτυρόπιτα 0,3% ( έχει μια μικρή πτώση, η οποία όμως δεν προκαλεί ανησυχία στον κ. Βενιζέλο)
-λιόψωμο 0,2% (η κυβέρνηση προβληματίζεται γιατί έχει κολλήσει εκεί τα τελευταία τρία χρόνια)
-πρασόπιτα 0,3% (Ο Σπύρος Βούγιας κατήγγειλε πρόσφατα πόλεμο συμφερόντων εναντίον του ελληνικού πράσου)
-λουκανικόπιτα 0,4% (στο τελευταίο υπουργικό συμβούλιο έγινε πρόβλεψη ακόμα και για 1% αν κλείσει θετικά το PSI)
-κρουασάν με μερέντα 0,7% ( προβλέψεις για εκτίναξη στο 1 ή ακόμα και 2%, αν δεν υπάρξουν περισσότεροι από ένας υποψήφιοι στις εσωκομματικές του ΠΑΣΟΚ.
-καφές με νερό μισό ευρώ 1% (δείγμα του πόσο αναξιοποίητες παραμένουν οι δημιουργικές δυνάμεις του τόπου)
-τυρόπιτα 1% (Ο Χρυσοχοϊδης είχε προβλέψει 0,5%, και αποτελεί το κρυφό του χαρτί στις εσωκομματικές διαδικασίες του ΠΑΣΟΚ)
-λουκάνικο στο χέρι ένα ευρώ 2% (οι προβλέψεις κάνουν λόγο ακόμα και για αύξηση 3 με 4% αν γίνει πράξη η ιδέα κάποιων ελλήνων επιχειρηματιών που σκέφτονται να κάνουν delivery σε χώρες του εξωτερικού χρησιμοποιώντας κυρίως νταλικέρηδες που λογικά χρειάζονται ένα δεύτερο μεροκάματο.