Παρασκευή, 24 Ιανουαρίου 2014

GREECE-THESSALONIKI-NEW COAST-ΝΕΑ ΠΑΡΑΛΙΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ


GREECE-THESSALONIKI-SUNSET-ΗΛΙΟΒΑΣΙΛΕΜΑ


GREECE-THESSALONIKI-NEW COAST


Τετάρτη, 22 Ιανουαρίου 2014

GREECE-THESSALONIKI-WHITE CASTLE-ΛΕΥΚΟΣ ΠΥΡΓΟΣ


THESSALONIKI-NEW COAST-SUNSET-ΗΛΙΟΒΑΣΙΛΕΜΑ


GREECE-THESSALONIKI-SUNSET-ΗΛΙΟΒΑΣΙΛΕΜΑ


THESSALONIKI-ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ-ΟΜΠΡΕΛΕΣ


GRECE-THESSALONIKI-ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ-ΟΜΠΡΕΛΕΣ


GREECE-THESSALONIKI-WHITE CASTLE-SUNSET


GREECE-THESSALONIKI-NEW COAST SUNSET


GREECE-THESSALONIKI-ALEXANDER THE GREAT


GREECE-THESSALONIKI-SUNSET-ΗΛΙΟΒΑΣΙΛΕΜΑ



Ο μπράβος

Με τα πολλά τα μπράβο
ο μπράβος συγχωρέθηκε
είχε γνωστούς κει πάνω
και ο θεός τον δέχτηκε
κι έγινε αλφαμίτης
κι ο Άγιος Πέτρος σύνταξη
μα ήταν γνωστός αλήτης
και μπέρδεψε τη σύναξη

με τα πολλά τα μπράβο
ο μπράβος έγινε άγγελος
με «θάβω και ξεθάβω»
έφτασε μέχρι αρχάγγελος
ανέλαβε την πόρτα
που βλέπει προς την άβυσσο
κι άλλαξε τα κριτήρια
εισόδου στον παράδεισο

με τα πολλά τα μπράβο
ο μπράβος ξεμυαλίστηκε
και στην ορμή του επάνω
σε κάποιον δε χαρίστηκε
που πήγε να το σκάσει
μια νύχτα και τον έσβησε
του φύτεψε μια σφαίρα
κι εκείνος ξαναέζησε

πέρασε πειθαρχείο
μα οι ισχυροί τον σώσανε
για λίγο στο ψυγείο
και πάλι τον σηκώσανε
τόσο πολύ τον θέλαν
που εκείνοι τον σκοτώσανε
και στη κηδεία του λέγαν
αστεία και βαλαντώσανε

δικό τους θέλαν να χουν
στην πόρτα κάποιον έμπιστο
γι αυτό και χρόνια λέγαν
τον Άγιο Πέτρο απέλυστον
ήθελαν να χουν δρόμο
στρωτό οι κληρονόμοι τους
είχανε κι αστυνόμο
για να περνούν οι νόμοι τους

με μπάτσο και με μπράβο
ψήφιζαν για το μέλλον τους
του παραδείσου ο νόμος
έγινε το συμφέρον τους
μα ειδικά τον μπράβο
από πολλά τον σώσανε
και για πυγμή στον πάνω
μέχρι ζωή του δώσανε


Δευτέρα, 20 Ιανουαρίου 2014

Το λιοντάρι του Μποάζ Γιαχίν και του Γιαχίν Μποάζ (ΡΑΣΕΛ ΧΟΜΠΑΝ)


Μαγεία, πρωτοτυπία, εφευρετικότητα, αχαλίνωτη φαντασία. Αυτές είναι οι τέσσερις κολόνες πάνω στις οποίες οικοδομείται «Το λιοντάρι του Γιαχίν Μποάζ και του Μποάζ Γιαχίν», που είναι το πρώτο μυθιστόρημα του Ράσελ Χόμπαν, ενός αρκετά παραγνωρισμένου συγγραφέα, που για πολλούς θεωρείται ισάξιος του Τόλκιν και του Λιούις.
Βρισκόμαστε, λοιπόν, σε ένα σκηνικό όπου τα λιοντάρια έχουν εξαφανιστεί. Γι αυτό, μοιάζουν κάπως με τους παλιούς δράκους ή τα θρυλικά τέρατα των παραμυθιών, τους μονόκερους και άλλα φανταστικά πλάσματα. Ο Γιαχίν Μποάζ ζει σε μια μυστηριώδη πόλη διευθύνοντας ένα μικρό κατάστημα με χειροποίητους χάρτες, τους οποίους φτιάχνει και πουλάει ο ίδιος. Οι χάρτες είναι πάσης φύσεως και οδηγούν τους ανθρώπους με τον πιο ασφαλή τρόπο σε κάθε τι που θέλουν να βρουν ή να επιτύχουν. Έναν από αυτούς τους χάρτες όμως τον φυλάει αποκλειστικά για τον γιο του, για να τον καθοδηγήσει όταν θα γίνει άνδρας, σε κάποιο προσωπικό δρόμο που θα επιλέξει. Όταν λοιπόν ο Γιαχίν Μποάζ ρωτάει το γιο του, τι θα ήθελε να ψάξει με αυτό το χάρτη, εκείνος του απαντάει: ένα λιοντάρι. Κι ας γνωρίζει πολύ καλά ότι δεν υπάρχουν πια πουθενά στον κόσμο λιοντάρια.
Μια μέρα ο Γιαχίν Μποάζ θα εγκαταλείψει το σπίτι του παίρνοντας μαζί του τις μισές από τις οικογενειακές αποταμιεύσεις και ο γιος του πιστεύοντας ότι πήγε να βρει ένα λιοντάρι, θα αναζητήσει τα ίχνη του πατέρα του.

 Πρόκειται για ένα έργο σπάνιας λογοτεχνικής ομορφιάς που κατατάσσεται στα αταξινόμητα αριστουργήματα της παγκόσμιας φιλολογίας.

Μια σπουδαία αφήγηση με στοιχεία παραμυθιού και μαγικού ρεαλισμού, που σε παρασέρνει αβίαστα στην πατρίδα της γλώσσας που είναι η φαντασία και το συναίσθημα. Μια ιστορία για τα μεγάλα ταξίδια της αναζήτησης και των απαντήσεων.

ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΟΥ ΠΑΝΤΟΣ: ΗΜΕΡΑ ΕΒΔΟΜΗ: Για θυμήσου καλά..

Αγαπημένο μου ημερολόγιο. Κάτι μέρες σαν  τη σημερινή, θυμάμαι με πολλή νοσταλγία την πρώτη μου δουλειά, το καλοκαίρι του 1983, στη Λεπτοκαρυά. Τότε ήμουν μόλις εννιά χρονών και αναφέρομαι εδώ στην τότε  ηλικία μου, μόνο και μόνο επειδή κάποιοι μου λένε προκλητικά σήμερα ότι από τότε που πάτησα για τα καλά τα σαράντα έχω σταματήσει πια να αναφέρομαι σ αυτή. Έχω γίνει λένε η Βουγιουκλάκη του ευθυμογραφήματος.

 Το 1983, λοιπόν, αγαπημένο μου ημερολόγιο, που ήμουν εννιά χρονών, ζήτησα δουλειά σε μια παραθαλάσσια ταβέρνα και ο ιδιοκτήτης της, ένας πολύ συμπαθητικός άνθρωπος, αποφάσισε να μου δώσει μια ευκαιρία, χωρίς δεύτερη σκέψη. Αν εξαιρέσεις λοιπόν ότι την πρώτη ημέρα έπαθα υπερκόπωση και τη δεύτερη ηλίαση στη συνέχεια μια χαρά τα πήγα. Ήμουν εννιά όμως, γι αυτό μην φανταστείς τίποτα συγκλονιστικό. Τέσσερις πέντε μέρες δούλεψα όλες κι όλες. Ίσα ίσα δηλαδή για να το γράψω στο βιογραφικό μου!


Κυριακή, 19 Ιανουαρίου 2014

Προστατευμένοι από την πραγματικότητα

Τους συναντάς πια σχεδόν παντού. Σε κάθε βήμα σου σε κάθε πιθανό χώρο κοινωνικής συνάθροισης. Κι όσο ο κουρνιαχτός της δημοσιονομικής κρίσης μοιάζει να απομακρύνεται τόσο  πιο φανερά αυτοί ξεμυτίζουν. Το πιο πηχυαίο χαρακτηριστικό τους γνώρισμα είναι ότι αδυνατούν να κατανοήσουν τις δυσκολίες των άλλων. Τους λόγους για τους οποίους κάποιοι δεν μπορούν να κάνουν κάτι. Μέσα στο δικό τους μικρόκοσμο, πολλά από αυτά που αρνούμαστε να κάνουμε είναι εφικτά, αρκεί να υπάρχει η βούληση. Δικαιολογούνται, κατά το πνεύμα τους, στεναχώριες μόνο για τη μείωση μισθών, αλλά κατά ένα περίεργο τρόπο όχι τόσο εμφατικά για την παντελή απουσία εισοδημάτων.
Αναφέρομαι στους ανθρώπους τους προστατευόμενους από την πραγματικότητα.
Αυτούς που κάποια εποχή λάδωναν τις μηχανές του διάτρητου συστήματος και εκείνο με τη σειρά του, τους ανταπέδιδε την υποστήριξή τους παρέχοντάς τους ασφάλεια και ευαγή προνόμια.
Στους ανθρώπους, που κατάλαβαν την κρίση μόνο μέσα από τα κραυγαλέα πρωτοσέλιδα ακραίων blogs και sites. Είναι αυτοί που θα σου πουν ότι τα πράγματα είναι πολύ δύσκολα, για να είσαι πια εσύ αυτός που δεν καταλαβαίνει τι ακριβώς εννοούν. Άνθρωποι προστατευμένοι από την πραγματικότητα. Χάρη στην οικογένειά τους, τις πολιτικές τους γνωριμίες ή τις γενικότερες φιλίες τους. Χωρίς συγκεκριμένες πεποιθήσεις, αρχές και αξίες. Άνθρωποι που δεν παρεξηγιούνται σχεδόν για τίποτα. Που βγαίνουν από την κρίση αβρόχοις ποσί, ατσαλάκωτοι, και κομπορρήμονες όπως ακριβώς μπήκαν.

Αποδεικνύοντας ότι τις μικρότερες συνέπειες της κρίσης τις έχουν τελικά υποστεί εκείνοι που περισσότερο απ όλους την προκάλεσαν.

«Οι Κλέφτες» του Γουίλιαμ Φώκνερ (William Faulkner)

Η γραφή του Φώκνερ δεν καθιστά την ανάγνωση των βιβλίων του εύκολη λεία για τον αναγνώστη. Αντίθετα, απαιτεί την ενεργή συμμετοχή του στην προσπάθεια διερμήνευσης των ιλαροτραγικών χαρακτήρων τους και μαζί την έντονη διανοητική του προσήλωση. Όμως αυτά σε τίποτα δεν θα εμποδίσουν τον υποψιασμένο λάτρη της λογοτεχνίας να απολαύσει τα σημαντικά  έργα του. Αγνοώντας τη σχέση χρόνου-τόπου, ο κορυφαίος κατά πολλούς Αμερικανός συγγραφέας βασίζει το ρυθμό της αφηγηματικής του τεχνικής σε μεγάλες προτάσεις περίτεχνα δομημένες και σε μονολόγους που του επιτρέπουν να ξετυλίξει όλες ανεξαιρέτως τις αρετές της τέχνης του. Μια επιλογή αρκετά ελκυστική για πολλούς από τους μεγάλους δημιουργούς της αφήγησης.
Για τους χαρακτήρες του αντλεί την έμπνευσή του από τους κατοίκους του Μισσισιπή, ενώ στην προβληματική του κυριαρχούν τα θέματα της παρακμής των μεγάλων γαιοκτημόνων και της αναδυόμενης κυριαρχίας της τάξης των εμπόρων.

Οι «Κλέφτες» είναι ένα από τα πιο χαρακτηριστικά δείγματα του μεγάλου ταλέντου του Φώκνερ, και είναι ένα βιβλίο που περιγράφει με αψύ και γλαφυρό τρόπο πρωτόγονες και εκφυλισμένες καταστάσεις που προκύπτουν από τη σχεδόν θεολογική προσκόλληση του λαού στις παραδόσεις των νότιων περιοχών των ΗΠΑ.


Σάββατο, 18 Ιανουαρίου 2014

THESSALONIKI-WHITE CASTLE-FOG-ΛΕΥΚΟΣ ΠΥΡΓΟΣ


THESSALONIKI-WHITE CASTLE-FOG


GREECE-THESSALONIKI-NEW COAST-FOG


Surrealistic sketch-Kites-Χαρταετοί


Άτιμε Στουρνάρα…

…που βάζεις τα αδέλφια να μαλώνουν ξανά για τα κληρονομικά. Μα φυσικά και αναφέρομαι στην περίπτωση των Κ. και  Φ , που εχθές παραλίγο να πιαστούν στα χέρια για περιουσιακά ζητήματα.
Την αρχή την έκανε φυσικά ο Κ., που θεωρείται και ο πιο εριστικός της οικογένειας.
Λέει λοιπόν αυτός στον αδελφό του τον Φ. και κατόπιν ακολουθεί η εξής στιχομυθία

Κ: Το σπίτι του μπαμπά δίπλα στη θάλασσα θα το πάρεις εσύ.
Φ: Γιατί να το πάρω εγώ; Να το πάρεις εσύ
Κ: Γιατί εγώ πήρα το σπίτι του μπαμπά στο βουνό
Φ: Κι εγώ πήρα το σπίτι της μαμάς στη Σαντορίνη
Κ: Ναι αλλά εγώ πήρα και τα γραφεία του μπαμπά στο Κολωνάκι
Φ: Και τι θα πει αυτό. Μήπως εγώ δεν πήρα τα στούντιο της μαμάς στο Παγκράτι;
Κ: Λοιπόν, δεν ακούω κουβέντα. Το σπίτι του μπαμπά δίπλα στη θάλασσα, νεόδμητο, 150 τετραγωνικών με πισίνα, θα το πάρεις εσύ.
Φ: Γιατί να το πάρω εγώ; Ο μαλάκας της οικογένειας θα είμαι μια ζωή;
Κ: Γιατί εγώ πήρα και τη μεζονέτα στη Χαλκιδική. Πήγα να το ξεχάσω
Φ: Γιατί εμένα ο μπαμπάς δεν μου είχε αγοράσει προηγουμένως το σπίτι που έμενα όταν σπούδαζα στην Πάτρα;
Κ: Σου το αγόρασε επειδή προηγουμένως μου είχε αγοράσει το κατάστημα της επιχείρησής μου στο Χολαργό, μη ξεχνιόμαστε.
Φ: Γιατί το δικό μου κατάστημα στην Κυψέλη, ποιος το αγόρασε;
Κ: Ναι, αλλά αν θυμάσαι εγώ κληρονόμησα και το σπίτι του θείου.
Φ: Κάτι μας είπες τώρα. Εγώ δεν πήρα το σπίτι της θείας στο Λουτράκι.
Κ: Το ίδιο πράγμα είναι; Εγώ πήρα σπίτι 140 τετραγωνικών κι εσύ πήρες σπίτι ενενήντα.
Φ: Ότι και να λες εγώ το σπίτι του μπαμπά δίπλα στη θάλασσα δεν το παίρνω. Δε θα σου επιτρέψω να με ρίξεις για άλλη μια φορά στα κληρονομικά
Κ: Ποιος θέλει να σε ρίξει ρε, που από τότε που σε γνωρίζω όλο γκρίνια είσαι όταν πάει να σου κληροδοτήσει κάποιος κάτι;
Φ: Αυτά να τα πεις στον εαυτό σου, τον αγαπημένο του μπαμπά, που αν ήταν στο χέρι του δεν θα σου άφηνε τίποτα. Τόση αγάπη σου έχει. Ενώ εμένα: πάρε τα σπίτια, πάρε τα οικόπεδα, πάρε τα καταστήματα. Λες και είμαι νόθος μου συμπεριφέρεται. 
Κ: Τι να σου πω ρε αχάριστε τι να σου πω. Σου άφησε τέσσερα σπιτάκια ο μπαμπάς κι όλο κλαίγεσαι. Τι να πω εγώ που μου άφησε επτά; Και θα μου πεις εμένα ότι με αγαπάει και περισσότερο.

Μ αυτά και μ αυτά τα δύο αδέλφια λίγο έλειψε να πιαστούν στα χέρια, και θα το είχαν κάνει φίλοι μου καλοί, αν δεν είχε βρεθεί εκείνη την ώρα ένας νεαρός άστεγος να μπει ανάμεσά τους και αφού αρπάξει μερικές ψιλές κατά λάθος τελικά να τους πει:
-Μη κάνετε έτσι ρε παιδιά. Αδέλφια είστε. Αμαρτία από το θεό είναι να τσακώνεστε για τα κληρονομικά.


Δυο γόπες και δυο σταθμά!

Όταν τον βλέπει να πετάει στο πεζοδρόμιο το απομεινάρι από το τσιγάρο του, ένας ηλικιωμένος κύριος επιπλήττει ένα νεαρό:

-Γιατί πετάς  τη γόπα σου στο κράσπεδο; Έτσι κάνεις και στην ΠΑΤΡΙΔΑ σου; του λέει ο ηλικιωμένος κύριος.
-Έλληνας είμαι, του απαντάει ο άλλος, εμφανώς θιγμένος
-Με συγχωρείτε τότε κύριε, του λέει ο ηλικιωμένος. Παρεξήγηση.



Τετάρτη, 15 Ιανουαρίου 2014

Τριάντα «like» το κιλό οι πατάτες (2085)

«Άλλες χρονιές  μπορούσες με 80 like να γεμίσεις το καλάθι σου, αλλά φέτος δεν καταφέρνεις να αγοράσεις ούτε καν τα στοιχειώδη, δηλώνει η Αννούλα Μ. στην κάμερα του Mega, τον Ιανουάριο του 2085. Και για του λόγου τω αληθές προτάσσει την απόδειξη της και λέει: Ακούστε τώρα τιμές:

Ραπανάκια Βόρειας Κορέας 15 like το κιλό
Ψωμί λευκό Βιαμάρ, 2 like το κιλό
Ντομάτες Κερασούντας, 20 like το κιλό
Χοιρινό κρέας Αιθιοπίας, 30 like το κιλό
Απορρυπαντικό πλυντηρίου 20 like
Πατάτες 30 like το κιλό.
Πετρέλαιο 800 like το λίτρο


Πως γίνεται να επιβιώσει με τέτοιες τιμές ένα νοικοκυριό σαν το δικό μας με έναν εργαζόμενο και δύο άνεργα παιδιά, μου λέτε; Καλά που είναι και ο παππούς δηλαδή και τσοντάρει κι αυτός από την πενιχρή σύνταξη των 400 like που του δίνουν, γιατί με τα 700 like που παίρνει το άντρας μου τι να πρωτοπληρώσουμε; ΔΕΗ, ρεύμα, κινητά; Τι να πω, λέει στο τέλος, η γυναίκα. Αν είναι έτσι το like καλύτερα να ξαναγυρίσουμε στο ευρώ.

Ανεργία μήτηρ πάσης καλοσύνης

Τι το ήθελε ο δύσμοιρος και το αποκάλυψε ότι είναι εδώ και καιρό άνεργος προκειμένου να εξασφαλίσει κάποια έκπτωση στο γυμναστήριο που πηγαίνει; Τώρα ότι μέρα και ώρα κι αν φεύγει από το γυμναστήριο η ρεσεψιονίστ του λέει πάντα: «καλό σαββατοκύριακο».

Τρίτη, 14 Ιανουαρίου 2014

Η νοσταλγία όσων δε ζήσαμε

Photo: Landscape-Rhon

Γιατί άραγε και η παραμικρή αναπόληση αγγίζει τόσο βαθιά τις ψυχές; Δε νομίζω ότι κατέχω την απάντηση που πιθανότατα να βρίσκεται στην ακαλλιέργητη γη της παιδικής μας ηλικίας . Ή ακόμα και μέσα στις κυψέλες της ανθρώπινης γνώσης που κουβαλάμε πάνω μας  ως άλλοι Προμηθείς προσκαλώντας μ έναν αδιόρατο τρόπο  τον άσχημο αϊτό των αναμνήσεων να τις τρυπήσει με το ράμφος του για να ξοδέψει άσκοπα το ετερόκλητο περιεχόμενό τους. Όμως, όχι, δεν είναι αλήθεια αυτό, μάλλον δεν ήμαστε εμείς αυτοί που προσκαλούμε τις αναμνήσεις., γιατί αν πραγματικά εξαρτιόταν από εμάς είμαι σίγουρος ότι δε θα το κάναμε ποτέ..

Η ιστορία της ζωής μας είναι μια κακοτράχαλη διαδρομή από την ανοιχτωσιά του απόλυτου ρίσκου έως το λιμάνι της απόλυτης ασφάλειας. Αυτή η διαδρομή μπορεί να είναι κάποιες φορές κωμική , και κάποιες άλλες τραγική, να διαπνέεται από χιούμορ ή από μελόδραμα,  να διατρέχεται από αναπάντεχες μεταμορφώσεις, συναρπαστική ομορφιά αλλά και απώλειες. Κατά τη διάρκεια αυτής της τρελής διαδρομής συναντούμε συνεχώς παράγοντες όπως η αισθητική και η ευαισθησία που αυξάνουν αυτομάτως τα όρια της αντίστασής μας στις δυσκολίες της ζωής, αλλά και άλλους που μας κάνουν να λιγοψυχούμε και να το βάζουμε στα πόδια.

Είναι όμως πολύ δύσκολο να προσδιορίζεις που βρίσκεται ακριβώς ανάμεσα στην ομορφιά και την ασχήμια της ζωής η ρίζα των αναμνήσεων. Βέβαια, υπάρχουν πολλές ενδιαφέρουσες θεωρίες επ αυτού, τις οποίες όμως δεν μπορεί να τις προσεγγίσει κάποιος που δεν έχει αποδεχτεί ένα μίνιμουμ επίπεδο ρίσκου. Έτσι κανείς δεν μπορεί να πει με απόλυτη βεβαιότητα αν είναι μόνο ο χρυσός κανόνας της αλήθειας αυτός που αναζητούμε στις αναπολήσεις μας. Αν δηλαδή αναπολούμε από φιλοσοφικό οίστρο ή εξαιτίας μιας σχεδόν διανοητικής συγκίνησης. Όπως και επίσης κανένας δεν μπορεί να πει αν αναπολούμε από την ασφάλεια του παρελθόντος ή  επειδή ψάχνουμε για περισσότερη ασφάλεια μέσα στις αναπολήσεις μας.

Το βέβαιο είναι ότι οι αναπολήσεις είναι πάντα εξαιρετικά επώδυνες ακριβώς επειδή προϋποθέτουν μια πολύ δύσκολη διαδικασία αναθεώρησης. Αναζητώντας τελικά κάποια ψήγματα αποδείξεων που θα μπορούσαν να περιορίσουν στο ελάχιστο τις υποψίες μας σχετικά με μια άβολη αλήθεια που ελλοχεύει παντού και πάντα γύρω μας, συνήθως πέφτουμε πάνω σε βράχια από τα οποία μας περισυλλέγουν  για να γιατρέψουν τις πληγές μας  τρομεροί ανθρωποφάγοι ιθαγενείς.

Ναι τα πράγματα δεν ήταν ποτέ έτσι όπως τα θυμόμαστε. Οι καλοί δεν υπήρξαν ποτέ τόσο καλοί μαζί μας και οι κακοί δεν ήταν ποτέ τόσο απειλητικοί.
Το καταλαβαίνουμε συχνά αυτό και χάρη στις νέες τεχνολογίες, όταν μπαίνουμε στον κόπο να αναζητήσουμε πρόσωπα από το παρελθόν μας, παλιούς γνωστούς, φίλους ή σχέσεις. Τότε είναι που η αποκάλυψη γίνεται συνταρακτική. Άνθρωποι από τις πιο σκιερές περιοχές του παρελθόντος μας, μάς υποδέχονται με ένα ενδιαφέρον που πραγματικά μας σκλαβώνει. Και άλλοι, από εκείνους που διέτρεξαν σχεδόν ως συμπρωταγωνιστές τη ζωή μας, μας αντικρίζουν με μια παγωμένη αδιαφορία και αποστασιοποίηση  λες και έχουν εξαντλήσει προ πολλού την ενέργεια που προόριζαν για εμάς.

Όπως και νάχει όμως τελικά είναι πολύ όμορφο να επιστρέφεις στο σπίτι σου μετά από το κυνήγι ενός τέτοιου  υπαρξιακού αντικατοπτρισμού. Μπορεί ο στρατώνας σου να παραμένει φτωχός και λίγο μίζερος και τα αγήματα υποδοχής να σε χαιρετούν σχεδόν εξαθλιωμένα, αλλά όταν έρχεται η ώρα να τυλίξεις ξανά την παραμυθένια ουρά σου και να πάρεις στα χέρια σου ότι πιο χειροπιαστό υπάρχει γύρω σου, αποκαλύπτονται πολλά μέσα σου ώστε την επόμενη φορά να είσαι έτοιμος να δώσεις μια δεύτερη ευκαιρία στο παρόν σου, ακόμη κι αν το παρελθόν φαντάζει πάντα στα μάτια σου πιο ελκυστικό και πιασάρικο. Έτσι αργά και βασανιστικά σαν οποιαδήποτε πραγματική πρόοδο, καταφέρνεις τελικά να έρχεσαι όλο και πιο κοντά στη σωστή διατύπωση ενός συμπεράσματος που σε βοηθά να πραγματοποιήσεις στο μέλλον τέτοιου είδους ταξίδια με μεγαλύτερη ωριμότητα. Και να αποδεχτείς τελικά ότι καθετί που έχει σχέση με το παρελθόν πρέπει να αντιμετωπίζεται με μια σχετική ελαστικότητα και ελαφράδα στην καρδιά και το νου χωρίς να σε βασανίζουν ούτε περιττές εξιδανικεύσεις αλλά ούτε και υπερβολικά συναισθήματα επιθετικότητας.



Με άλλα μάτια

Με δάκρυα ή με θάνατο
τελειώνουν οι ιστορίες
μα υπάρχει κι η αισιόδοξη
πλευρά στις ερμηνείες

τα πράγματα όταν βάζουμε
στη φωτεινή τους τάξη
κι όταν ξανά αλλάζουμε
ότι μπορεί ν αλλάξει

δε σκάω που έτσι έφυγες
κι ούτε θα πω κουβέντα
κι ούτε ν ανοίξω πρόκειται
με τα παλιά βεντέτα

νομίζαμε ήταν έρωτας
φιλία και αγάπη
μα μόνο ήταν συμπάθεια
και ανοχή στα λάθη

και ξαφνικά πίσω γυρνάς
και μ άλλα μάτια βλέπεις
και τα βαρίδια που κρατάς
με μιας τα καταστρέφεις

και ξαφνικά πίσω γυρνάς
και τίποτα δε λείπει
στο παρελθόν όταν γελάς
το μέλλον φέρνει λύπη

γι αυτό καλοταξίδευτη
να είσαι στη ζωή σου
κι ας σβήσω σα χαμόγελο
απόψε απ την ψυχή σου

το τέλος όσο κι αν αργεί
κάποια στιγμή σου γνέφει
και τότε είναι η στιγμή
που μια αρχή επιστρέφει

και τώρα που είδα έρωτας
στ αλήθεια πως υπάρχει
σου λέω ήταν συμπάθεια
και ανοχή στα λάθη

Δευτέρα, 13 Ιανουαρίου 2014

THESSALONIKI-NEW COAST-FOG


THESSALONIKI-WHITE CASTLE-FOG


GREECE-THESSALONIKI-ΚΑΜΑΡΑ


THESSALONIKI-OLD CAR


THESSALONIKI-NEW COAST-FOG


GREECE-THESSALONIKI-ΔΕΘ


Παρασκευή, 10 Ιανουαρίου 2014

GREECE-THESSALONIKI-WHITE CASTLE-FOG


GREECE-THESSALONIKI-WHITE CASTLE-FOG


Καλώς ήλθε το Δηνάριο

Ένας από τους καλούς φίλους μας περιμένει από μέρα σε μέρα μια όμορφη κοπέλα από τη Σερβία με την οποία διατηρεί δεσμό. Εκείνη μάλιστα του έχει υποσχεθεί ότι θα φέρει μαζί της από το Βελιγράδι κι ακόμα δέκα ευκατάστατες φίλες της που θέλουν να συνάψουν σχέσεις με Έλληνα. Γι αυτό και όπως καταλαβαίνετε από την πλευρά μας υπάρχει μεγάλη αναταραχή αυτό το διάστημα. Στην πραγματικότητα τρέχουμε και δεν προλαβαίνουμε για να είμαστε έτοιμοι να υποδεχτούμε τα κορίτσια.  Μάλιστα προσλάβαμε κι ένα πολύ φιλότιμο δάσκαλο προκειμένου να μας μάθει μερικές απλές προτάσεις στη σερβική γλώσσα για να μπορούμε να συνεννοηθούμε στα πολύ βασικά και ήδη μπορώ να πω ότι δυο τρία πράγματα τα κατέχουμε και μπορούμε να τα λέμε με κάποια ευκολία. Για να σας δώσω ένα παράδειγμα, νομίζω ότι ήδη μπορούμε να πούμε:
-Καλώς τα σερβάκια του ζουμπουρλούδικα
-Καθίστε να σας περιποιηθούμε.
-Απλώστε τα ξερά σας και αρπάχτε ό,τι βρείτε.



Η μεγάλη κότα έχει το γυαλί…


Ένας από τους φίλους μας, ο Τ.  έχει μια ιδιαίτερη προτίμηση για τις πολύ ώριμες κυρίες. Κι όταν λέω πολύ ώριμες εννοώ αυτές που τις προσφωνείς συνήθως μ ένα Κυρά- μπροστά απ το όνομά τους. Τις προάλλες λοιπόν που είχαμε μια συζήτηση περί ανέμων και υδάτων κάποιος από την παρέα είπε ότι του αρέσουν ιδιαίτερα οι όμορφες γυναίκες που φορούν γυαλιά και σχεδόν όλοι οι υπόλοιποι συμφώνησαν μαζί του. Από τη μεριά μου εγώ πάλι δεν συμμερίστηκα καθόλου τον ενθουσιασμό τους γιατί ξέρω πως πρόκειται για μυωπία που αποκτήθηκε από το Facebook και όχι από διάβασμα, άρα άνευ περιεχομένου.
Ο Τ. , όμως, συμφώνησε κι αυτός με τους υπόλοιπους, λέγοντας: Κι εμένα μου αρέσουν οι γυναίκες με γυαλιά.
«Πρεσβυωπίας;» σκέφτηκα εγώ από μέσα μου.

Και τι έκανε λέτε το τσακάλι. Γύρισε προς το μέρος μου και είπε: «Χάρη; ξέρω τι σκέφτηκες τώρα εσύ».

«Γαμώτο», σκέφτομαι ξανά εγώ. «Αυτό είναι το μειονέκτημα τού να έχει διαβάσει κάποιος όλα τα ευθυμογραφήματά σου.

Ο Ρουβάς των ιδεών


Περνάω και μοιάζουν εκστασιασμένες. Τις κοιτάζω και αρχίζουν να ουρλιάζουν.
-Χάρη, Χάρη φωνάζουν και τρέχουν δάκρυα από τα μάτια τους. Με κυνηγάνε για να πάρουν μια μικρή τρίχα απ τα μαλλιά μου, σκίζουν τα μπλουζάκια τους για να υπογράψω πάνω στο καταλευκό τους στήθος. Τραγουδάνε: Χάρη, ζούμε για να υλοποιηθούμε. Είναι οι ιδέες μου. Οι πιο φανατικές μου θαυμάστριες.


Ο έρωτας περνάει κι απ τα νεφρά...

photo:Olympia.gr

…για να αποφύγει τα διόδια στομάχου.


Ο έρωτας περνάει απ το συνάχι


Μπορεί να ήταν ερωτευμένη μαζί του, αλλά δεν θα άντεχε άλλο να τον βλέπει να ρουφάει έτσι τη μύτη του μπροστά στον κόσμο σαν κανένα μικρό παιδί. Κάτι είχε αλλάξει μέσα της.


Κάθε εμπόδιο σε …γλυκό

Μα δεν μπορεί να συνεχιστεί άλλο αυτό, ρε φίλε, του λέει, δεν το καταλαβαίνεις; Κάνεις κακό στην υγεία σου. Δε γίνεται  κάθε φορά που συναντάς μια δυσκολία στη διάρκεια της ημέρας να πρέπει να αγοράσεις οπωσδήποτε κάτι για να γλυκαθείς.


Πέμπτη, 9 Ιανουαρίου 2014

Surrealistic sketch-The Office


Surrealistic sketch-The Band


Εκατό χρόνια νόμιζε πως έζησε (ΠΑΡΑΜΥΘΙ)

Κείμενο-Σκίτσα: Χάρης Καραγκουνίδης


Δεν έπινε, δε βάδιζε, δεν έτρωγε γλυκά
τα έξοδα λογάριαζε, δεν έμαθε αγγλικά
ποτέ του δεν ταξίδευε, δεν ήθελε να δει
ένα ζωμό μαγείρευε ολόκληρη ζωή

είχε δυο κόρες όμορφες, που ήλιος δεν είχε δει
και μια γυναίκα αόρατη, που ήτανε πιστή
πολύ ποτέ δε δούλεψε, ευθύνες δε ζητά
κι ούτε ποτέ ταράχτηκε στην αδικία μπροστά

ποτέ του δεν αντέδρασε ο άμοιρος αυτός
κι ο κόσμος ήρθε κι έδεσε πάνω του γενικώς
πέρα απ τη μύτη του  δεν κοίταξε μακριά
μία φορά φόρεσε μπλε, μια έπαιξε χαρτιά


για όσα του δίναν στη δουλειά, αντίρρηση καμιά
ποτέ δεν οργανώθηκε συνδικαλιστικά
έτσι είναι ο κόσμος έλεγε κι έπιανε μια γωνιά
γ ι άλλους ποτέ δεν έκλαιγε, μα είχε καλή καρδιά

Μα μια Τετάρτη πέθανε, ήσυχος το πρωί
δεν είχε ομάδα που έχανε, να στεναχωρεθεί
τη σύνταξη του έπαιρνε σχεδόν κανονικά
λιγάκι μόνο έγερνε μα φυσιολογικά

Προτού τον Άγιο Πέτρο δει, στο γραμματέα μπροστά
του αποδίδουνε χαρτί με κάποια ποσοστά
εγώ ήξερα πως έζησα, χρόνια πολλά εκατό
μα εδώ εσείς μου γράφετε, μονάχα δεκαοχτώ

Οι εξετάσεις αίματος, δείχνουν δεκαοχτώ
χρόνια που αλήθεια ζήσατε και όχι εκατό
στον Άγιο Πέτρο στάθηκε μπροστά για επιλογές
κι εκείνος κοντοστάθηκε και είπε: οι δύο οι γνωστές

Η μια είναι ο παράδεισος, μια άλλη ζωή να δεις
και η άλλη είναι η κόλαση, τα ίδια για να βρεις
σου δίνω μέρες δεκατρείς να το ξανασκεφτείς
κι αν καταλήξεις τελικά να έρθεις να μου πεις

Μπορώ να πάω λέει ξανά, για λίγο στη ζωή;
ο Άγιος Πέτρος απαντά: η πόρτα είν ανοιχτή
μα σαν στο σπίτι γύρισε σαν φάντασμα απλό
τις κόρες του συγύρισε γιατί έψαχναν γαμπρό

Λίγο κι αργά τον κλάψατε τούτο τον θάνατο
πρώτη φορά αντέδρασε μα μετά θάνατον
εγώ δεν σας μεγάλωσα αναίσθητες πολύ

και τότε ξάφνου σκέφτηκε μόλις τι είχε πει
σαν μια γροθιά η γυναίκα του κι οι φίλες  απαντούν
«αυτές ότι κι αν μάθανε σε σένα το χρωστούν»
μετά πήγε στους φίλους του στο καφενείο μπροστά
που παίζαν με τους σκύλους τους και γέλαγαν μετά

τότε αυτός κατάλαβε πως πέρασε η ζωή
μεγάλωσε και γέρασε χωρίς να αγαπηθεί
γι αυτό τώρα στο θάνατο δεν ξέρει τι ποθεί
να δει κάτι απαράλλακτο ή κάτι άλλο να δει;

Βαδίζοντας στα σύννεφα, φοβία είχε καιρό
«να ζήσω κάτι άλλο ή εκείνο που μπορώ;»
ο Άγιος Πέτρος έμοιαζε αδέκαστος κριτής
τίποτα δεν τον ένοιαζε για να βοηθηθείς

Λοιπόν τι αποφάσισες; του λέει μια φορά
Άλλη ζωή λαχτάρισες ή μόνο την παλιά;
«θα επιλέξω την παλιά, λέει τότε αυτός
δεν αγαπάω τη δουλειά κι είμαι και βαρετός»

«τότε να πας στην κόλαση, που μοιάζει με ζωή
να βλέπεις τηλεόραση το βράδυ το πρωϊ
ας έρθει ο επόμενος λέει ο θυρωρός
ήταν αναμενόμενος ο δρόμος ο γνωστός


Τετάρτη, 8 Ιανουαρίου 2014

Η παραμάνα έγινε μάνα (ΠΑΡΑΜΥΘΙ)

Κείμενο-Σκίτσα: Χάρης Καραγκουνίδης

Απ την αυγή μ ένα σημάδι, μάγκωνε υφάσματα ως το βράδυ
κι ένα πρωϊ ξυπνάει γερμένη και από  χρόνια σκουριασμένη

τότε η δόλια η κυρά της, καταλαβαίνει τον νταλκά της
και αγοράζει παραμάνο, από τον κυρ Ηλία επάνω

η παραμάνα έγινε μάνα και στο χωριό ηχεί καμπάνα
εβδομηντατριών  κλεισμένη, πρώτη φορά ερωτευμένη


ο παραμάνος είχε ψώνια και τα μισά σχεδόν της χρόνια
κάποιοι του είπαν να αψηφήσει, κι έρωτα να μην της πουλήσει

μα η γριά η παραμάνα ήταν κι αγάπη μα και μάνα
άραγε πώς να την αφήσει, ποιος να μπορέσει να τον πείσει;

κάναν μικρό παραμανάκι και το ονόμασαν Στελάκη
και για να φύγουνε λιγάκι το βάζαν σ ένα σεντονάκι
Του παραμάνου ο πατέρας έκρυβε μέσα του ένα τέρας
"αυτή από μένα πιο μεγάλη", τού πε πως είναι "βρε Μιχάλη"

"αυτή αγάπησα πατέρα" του πε ο Μιχάλης μία μέρα
"εσύ τι λες γι αυτό μητέρα; Άξιζε λες να βάλω βέρα;"

"τι να σου πω εγώ παιδί μου, έχω κι εγώ τον εραστή μου
αν έμενα με τον μπαμπά σου, κάτσε θα σού λεγα στ αυγά σου"


ήταν αταίριαστο ζευγάρι, μα περπατούσε στο φεγγάρι
γεμάτο έρωτα και χάρη μα δε βρισκόντουσαν κουμπάροι

ούτε ένας για να τους ενώσει, παπάς για να τους στεφανώσει
μα και ο δήμαρχος αρνιόταν, για προοδευτικός περνιόταν

μα και η κυρά λέει στο Μιχάλη, « πες μου τι είναι αυτό το χάλι
εδώ δε  σ έφερα για αγάπες μα για σεντόνια σε ντουλάπες»

και τον εσκάλωσε ένα βράδυ σ ένα υφασμάτινο που ράβει
και κει τον άφησε για χρόνια, πέθανε η παραμάνα χώρια

χάθηκε κι ο μικρός Στελάκης, τον είδε κόσμος και κοσμάκης
μες στη βροχή να τριγυρνάει και μια δουλίτσα να ζητάει

μετά εβδομήντα τόσα χρόνια, λες και περάσανε σα χιόνια
ένα γλυκό ξανθό χεράκι ξεκούμπωσε το Μιχαλάκη
έλα του είπε, ήρθε ο γιος σου, ήρθε ο Στελάκης ο δικός σου
βγες έξω για να τον κρατήσεις, μα πρόσεξε μην τον τρυπήσεις

γιατί είσαι χρόνια σκουριασμένος μα πια συνταξιοδοτημένος
εύκολα κάποιος δεν σε πιάνει, χωρίς εμβόλιο να κάνει

τη θέση σου θα πάρει εκείνος μες την ντουλάπα μ ένα σμήνος
κι εσύ στα μνήματα να τρέξεις την παραμάνα να γυρέψεις