Σάββατο, 29 Νοεμβρίου 2014

Το κουλούρι της Παρασκευής

Ζούμε σ ένα κόσμο χωρίς σάρκα, χωρίς επαφή, χωρίς σημεία αναφοράς. Σ ένα κόσμο  χωρίς φαντασία, όπου δεν υπάρχει θέση για τ΄ όνειρο. Τα πάντα, ευρώ, θέρμανση, λογαριασμοί, τζόγος, επικοινωνία, διαδίκτυο. Και το φαγητό μας, ακόμη, δεν το αγοράζουμε για να το χαιρόμαστε, αλλά για να ικανοποιήσουμε τα ψυχικά μας κενά.
 Τα σκέφτομαι όλα αυτά, περιμένοντας την αρτοποιό της γειτονιάς να μου χτυπήσει το κουδούνι. Που βγαίνει στη γύρα όχι για να γίνει πλούσια, αλλά για να ταξιδεύει μέσα στους σκοτεινούς δρόμους της πόλης και να στηρίξει την εργασία της. Να ξυπνάει από τα άγρια χαράματα μαζί με τη μοναχοκόρη της για να φτιάξει τα ψωμιά της, τις τυρόπιτες, τα κουλουράκια και να σε κάνει να αισθανθείς το πρωί ότι βάζεις στο στόμα σου γεύσεις καθαρές  που κινητοποιούν τις αισθήσεις σου. Την αγαπάει τη δουλειά της τριάντα ολόκληρα χρόνια.

Είναι Παρασκευή, πλησιάζει εννιά το βράδυ. Αρκετός κόσμος κατεβαίνει στην είσοδο της πολυκατοικίας του για να αγοράσει ένα κουλούρι. Τέτοιο πεντανόστιμο κουλούρι δεν έχουμε ξαναφάει, παραδέχονται όλοι. Ένας ένας στη σειρά του, ακόμα και οι μαγαζάτορες ακόμα και ο μπάρμαν από το σοφιστικέ μπαράκι της γωνίας  έχουνε πια ένα λόγο  να περιμένουνε την Παρασκευή το βράδυ. Και η γυναίκα με τα κουλούρια κορδώνεται ανάμεσα στο ήσυχο πλήθος που τραγανίζει το κουλουράκι της στο στόμα του σα να τραβάει ένα υμνολόγιο στον ασήμαντο εαυτό του.
Κι άλλοι αγοράζουνε και δυο και τρία για να τα χαρίσουνε σε κάποιο γείτονα, να αρχίσουνε ξανά να υφαίνουνε σχέσεις, να ανταποδίδουνε τις μικρές δωρεές της καθημερινότητάς

Τι τα θες, Παρασκευή χωρίς κουλούρι δεν γίνεται πια. Βλέπεις τις ηλικιωμένες γυναίκες, τους νέους και τους ακόμα νεότερους να μεταλαμπαδεύουνε ο ένας στον άλλο τη φλόγα του σουσαμιού και δε τους χορταίνεις. Σα να γίνονται μικρά αγριμάκια που τα έβγαλαν από το κλουβί τους και κυνηγιούνται στο γρασίδι του μικρού πάρκου και παλεύουνε χωρίς σταματημό. Ένα μικρό θαύμα που κρατάει σχεδόν  ένα τέταρτο της ώρας, μετά τις εννιά το βράδυ. Ένα θαύμα που μας μαθαίνει πώς να ρουφάμε άπληστα κάθε σταγόνα της ζωής μας, που δεν είναι αιώνιος ποταμός.

Με τα ζύγια μας μετρημένα και τα φτερά μας φουντωτά, έτοιμοι για σαλπάρισμα στα σύννεφα.

Παρασκευή, 28 Νοεμβρίου 2014

Πόντιος Πιλότος

Η είδηση αναφέρει τα εξής: πιλότος από το Καζακστάν,  αεροπλάνου που βρισκόταν εν πτήσει και μάλιστα εντός ισχυρής καταιγίδας, παρέδωσε για λίγα λεπτά της ώρας  τον έλεγχο του πιλοτηρίου του σε όμορφη αεροσυνοδό με χαμηλή αυτοεκτίμηση προκειμένου εκείνη να αρχίσει να εμπιστεύεται περισσότερο τον εαυτό της.

Άρον τα υποδήματά σου κι άρχισε να ματιάζεις

Είχε πια κουραστεί να ματιάζει τον κοσμάκη. Κι ήθελε να βγει στη σύνταξη, να αποσυρθεί. Τα θες και λιανά; Κουράστηκε, ρε αδελφέ μου, να είναι ο φόβος κι ο τρόμος της γειτονιάς. ‘Όχι ότι κάποτε δεν το απολάμβανε ή δεν το αποζητούσε, αλλά τώρα ήθελε να αποσυρθεί μια και καλή κι αυτή η απόφασή της συνέπεφτε με την εντελώς φυσιολογική εξασθένιση των δυνάμεών της.
 -Τώρα τι θα κάνεις, μου λες; τη ρωτάει η καλή της φίλη, πριν βγάλει παράρτημα σε όλη τη γειτονιά.
-Θέλω να χαρώ τη ζωή που μου απέμεινε, χωρίς να προκαλώ κακό σε κανένα, λέει εκείνη. Θέλω τα παιδιά να ρχονται άφοβα να μου λένε τα κάλαντα. Οι γνωστοί να με κάνουν φίλη στο Facebook. Κι ο ηλεκτρολόγος να μην έρχεται  σπίτι μου με μαύρα γυαλιά ηλίου.

  Η είδηση μαθεύτηκε στο πι και φι και οι πρώτες που αντέδρασαν ήταν οι τρεις ξεματιάστρες της γειτονιάς.-Άχου, τι την  έπιασε έτσι ξαφνικά. Καταστραφήκαμε. Θα πρέπει να πληρώσουμε εμείς το μάρμαρο τώρα; είπαν.
-Πεθαίνει να μπει στο σωστό δρόμο, τις λέει η φίλη της. Εδώ και λίγες ημέρες το έχει αλλάξει εντελώς το τροπάρι.
-Τότε οι τρεις ξεματιάστρες εξερράγησαν . Είπαν ότι αυτό δεν θα το αφήναν να περάσει έτσι και πήγαν αμέσως στον παπά της ενορίας. Εκείνος τις άκουσε με μεγάλη κατανόηση και δεσμεύθηκε να καλέσει άμεσα σε απολογία τη γυναίκα με το κακό μάτι. Γιατί, αν το σκεφθεί κανείς, δεν ήταν μόνο οι ξεματιάστρες που αντιμετώπιζαν προβλήματα, από την ξαφνική απόφασή της, αλλά και η εκκλησία που επιλαμβάνονταν τα πιο σοβαρά περιστατικά ματιάσματος.
-Το επόμενο κιόλα πρωινό ο παπάς της ενορίας κάλεσε τη γυναίκα με το κακό μάτι να παρουσιασθεί ενώπιον της επιτροπής.
Εκείνη δεν είχε καθόλου διάθεση να μπλεχτεί σε κουβέντες, αλλά γρήγορα κατάλαβε ότι είχε να αντιμετωπίσει την εχθρότητα της ενορίας της. Κι αν νόμιζε ότι όλοι θα υποδέχονταν με χαρά την απόφασή της να μη ματιάσει ξανά κανένα, είχε κάνει λάθος.
-Είσαι με τα καλά σου, γυναίκα; της λέει ο παπάς. Μήπως βάλθηκες να καταστρέψεις την οικονομία της γειτονιάς σου; Και εντάξει την εκκλησία δεν τη σκέφτηκες καθόλου. Αλλά δε σκέφτηκες ούτε την καημένη την φαρμακοποιό, ούτε το φουκαρά τον ψιλικατζή ή τον δύσμοιρο τον βοτανολόγο, ή ακόμα ακόμα και τη φτωχή μοδιστρούλα που από εσένα περιμένει για να μπορέσει να παντρευτεί; Γιατί ξέρεις τι θα σήμαινε  γι αυτήν να άρχιζαν ξαφνικά οι γείτονες  να αγοράζουν ρούχα καινούργια και επώνυμα αντί να επιδιορθώνουν τα παλιά τους;

Η αλήθεια είναι ότι η γυναίκα όλα αυτά δεν τα είχε καθόλου συνυπολογίσει, αλλά και  ούτε είχε σχηματίσει για τον εαυτό της  κάποια ιδέα σπουδαιότητας  σαν κι αυτή που της περιέγραφε τώρα ο παπάς.

Γι αυτό άρχισε να αντιμετωπίζει πιο θετικά το αίτημα του παπά να ξαναγίνει αυτό που ήτανε. Αν είναι να τη χρειάζεται ο κόσμος, ας κάνει ένα καλό ακόμα, αν και το να ματιάζεις για να κάνεις κάποιο καλό δεν είναι μάλλον κάτι που θα σε ευχαριστεί, σκέφτηκε.
Εκεί όμως που ο παπάς έδωσε πραγματικά ρέστα και την έκανε να αλλάξει εντελώς τη στάση της πάνω στο θέμα, ήταν όταν της περιέγραψε όλες εκείνες  τις αντιδράσεις των καθημερινών ανθρώπων της γειτονιάς της που είχαν μάθει για την πρόθεσή της να σταματήσει να ματιάζει τον κόσμο και άρχισαν να αγανακτούν.

Ακόμα και οι γείτονές σου διαμαρτύρονται, της λέει. Μετά από τόσα χρόνια γάμου αντρόγυνα να πρέπει να ξανακάνουν σεξ; Γιατί πώς να στο πω: ακόμα και οι πονοκέφαλοι που προκαλούσες ήσαν μια κάποια λύσις.

Πέμπτη, 27 Νοεμβρίου 2014

ΒΑΒΕΛ

Σκίτσο-Λόγια: Χάρης Καραγκουνίδης

Κυκλικές ζωές μας πνίγουν, κυκλικές αγάπες
κι όλοι οι δρόμοι καταλήγουν σε αναστροφές
δρόμοι που δε σε αφήνουν να τους βρεις σε χάρτες
κι έρωτες που όταν σβήνουν γίνονται εμμονές

κι αν συχνότητες ρυθμίζεις στη Βαβέλ του νότου
κι αν ο τόπος ανεμίζει το αδιέξοδό του
κι αν μπροστά άλλο δεν έχει μ όλα αυτά τα δάνεια
κι αν το μέλλον δεν περνάει από τα Βαλκάνια

ποιος να θέλει ν ασχολείται με παλιές αγάπες;
ποιος να θέλει να ρωτάει για παλιές δουλειές;
μα ό,τι εσείς και να μου πείτε, μόνο οι αυταπάτες,
απ τον λήθαργο, όταν βγείτε, μένουν ζωντανές


Κυριακή, 23 Νοεμβρίου 2014

Η γλώσσα της πεταλούδας 1999 (Χοσέ Λουίς Κουέρδα)

Ένας 80χρονος δάσκαλος υποδέχεται στην τάξη του ένα πρωτάκι του δημοτικού και αναλαμβάνει να το καθοδηγήσει μέσα στη νέα  πραγματικότητα της σχολικής αίθουσας. Μεταξύ τους αναπτύσσονται ισχυροί δεσμοί μαθητείας και αγάπης, που σφραγίζουν ανεξίτηλα  την προσωπικότητα του μικρού παιδιού.

Βρισκόμαστε στους εκρηκτικούς μήνες που προηγήθηκαν του ισπανικού εμφυλίου και της εγκαθίδρυσης της δικτατορίας του Φράνκο,  που κυβέρνησε με σιδερά πυγμή την Ισπανία από τον Απρίλιο του 1939 έως το Νοέμβριο του 1975. Βλέπουμε την κάμερα να τοποθετείται στα εδάφη ενός μεσογειακού  χωριού, λίγο πριν από την άνοιξη, όπου οι πρώτες σπίθες του εθνικού διχασμού περνούν σχεδόν απαρατήρητες και παρακολουθούμε ένα σινεμά ευαίσθητο και ακριβοδίκαιο που σε ανταμείβει πάντοτε με τη σοκαριστική συνέπειά του. 

Η πολυβραβευμένη ταινία του Χοσέ Λουίς Κουέρδα, παραγωγής 1999, με την εξαιρετική  μουσική του σκηνοθέτη και συνθέτη Αλεχάντρο Αμενάμπαρ, να συνοδεύει τα αισθήματα των θεατών, δεν βρήκε ποτέ διανομή στην Ελλάδα. Είναι ένα συγκινητικό δράμα, για το φόβο και την αυτοσυντήρηση, για την δημιουργική παιδαγωγική, τη θυσία και την ελευθερία, με ένα φινάλε που υψώνεται στα όρια εκείνου που μας χάρισε το 1989 το «Σινεμά ο Παράδεισος», για να στοιχειώσει τα καλύτερα όνειρά μας.

Σάββατο, 22 Νοεμβρίου 2014

Ο Νότος (Βίκτωρ Ερίθε) 1983

Λίγο μετά το ξέσπασμα της δικτατορίας του Φράνκο  μια σειρά ανεξιχνίαστων γεγονότων προκαλούν τη φυγή ενός άνδρα προς το βορρά. Οι θεατές τον συναντάμε εκεί σ ένα υποστατικό να ζει με τη γυναίκα του και τη μικρή τους κόρη, μια ζωή σχετικά ήσυχη και συνηθισμένη,  όσο μπορεί να χαρακτηριστεί έτσι μια ζωή για έναν άνθρωπο που διαθέτει ταχυδακτυλουργικές ή ακόμα και μεταφυσικές δυνάμεις.

 Μέσα από τα μάτια της κόρης του, της γλυκιάς Εστρέγια παρακολουθούμε τις βαριές και δύσθυμες κινήσεις ενός άντρα που μοιάζει παραιτημένος  από οποιαδήποτε υλική ή κοινωνική φιλοδοξία. Η μελαγχολία του συγκλονίζει τη μικρή, μ ένα τρόπο που καθορίζει τις προτεραιότητες και τα αισθήματά της. Μεγαλώνοντας η Εστρέγια θα ανακαλύψει το μεγάλο μυστικό του πατέρα της , ο οποίος είχε αναζητήσει σε αυτόν τον μακρινό τόπο μια νησίδα ψυχικής εξορίας για τον ίδιο και την οικογένειά του.
Με μια αφηγηματική φόρμα στιβαρή και τέλεια υπολογισμένη, σκηνοθεσία βασισμένη στην ελλειπτικότητα των κάδρων και την υποβλητική φωτογραφία, αλλά και με μια ατμόσφαιρα, που παραπέμπει  απευθείας στο φωτιστικό σύμπαν του μεγάλου δασκάλου  Καρλ Ντάγερ, ο Βίκτωρ Ερίθε παρασύρει σχεδόν υπνωτιστικά το βλέμμα του θεατή πάνω στα μικρά μυστικά της ελευθερίας, που αργοσβήνονται  κατά κύριο λόγο πίσω από κλειστές πόρτες, σιωπές και μικρά αλλά έντονα ξεσπάσματα.

Έτσι στήνεται ένα ντόμινο υπόκωφης έντασης που κυκλοφορεί κατά κύριο λόγο σαν ποτάμι που διατρέχει την ενηλικίωση της Εστρέγια.

Ο Βίκτωρ Ερίθε επιλέγει συνειδητά να χρησιμοποιεί  στην αριστουργηματική του ταινία, ερασιτέχνες ηθοποιούς δίπλα στους επαγγελματίες για να απελευθερώσει με αυτό τον τρόπο  το παίξιμό τους από οποιαδήποτε σύμβαση μπορεί να αναιρέσει  την καθαρότητα των προθέσεων ενός  ρόλου και να τους  καθοδηγήσει με μαεστρία άξιας σεμιναρίου στα απροσμέτρητα βάθη της υποκριτικής απλότητας και αμεσότητας.

Παρασκευή, 21 Νοεμβρίου 2014

Vote "Εεεε...Νταξ"

Αγαπητοί μου αναγνώστες. Σήμερα που συμπλήρωσα  αισίως τα  820 ευθυμογραφήματα στην καριέρα μου αποφάσισα να σας θέσω αντιμέτωπους με μια μικρή δημοσκόπηση. Πείτε μου λοιπόν την άποψή σας.  Θεωρείτε ότι μέχρι σήμερα έχω πετύχει  κάτι στη ζωή μου, έστω και μικρό ; 


Α) Εεε…
Β) Μπαα…
Γ) Εεεε, νταξ!

Η Κουλτούρα θέλει δύο…

Φίλες φίλοι! Απευθύνομαι σ εσάς τους εκλεκτούς , οι οποίοι συχνά επισκέπτεστε  κάποια από αυτές τις πολύ μικρές και φινετσάτες  κινηματογραφικές αίθουσες, που συνήθως προβάλλουν ταινίες υψηλού καλλιτεχνικού ενδιαφέροντος, και ακούτε καμιά φορά τους μπροστινούς σας  να ψιθυρίζουν κάτι ο ένας στο αυτί του άλλου  και ενοχλείστε. Παρακαλώ πολύ, συγκρατηθείτε.  Αν θέλετε να εκφράσετε τη δυσφορία σας,  ένα απλό «Σσστ» αρκεί. Το «Σσσσσσσσσσσσσσσσσσσσουυυτ» νομίζω πως είναι λιγάκι υπερβολικό.

Tapas (Χοσέ Κορμπάτσιο-Χουάν Κρουθ)

Στην Ισπανία του 2005, κανείς δεν θα διανοούνταν να προβλέψει την κρίση που θα ακολουθούσε. Και καμιά τέχνη δε θα μπορούσε να  αποτυπώσει πιο εύγλωττα αυτή τη διαπίστωση  από το κινηματογραφικό πλάνο.  Αυτό που κινείται κοντά στο ζωτικό χώρο μερικών καθημερινών προσώπων, αψηφώντας τον σκηνογραφικό διάκοσμο σε βαθμό τέτοιο που να σε δυσκολεύει να καταλάβεις  ακόμα και ότι οι μικρές αυτές ιστορίες τους εκτυλίσσονται στην όμορφη Βαρκελώνη.

Τρεις ιστορίες λοιπόν που μαγειρεύονται με τρόπο εξαιρετικό συνοπτικό, δημιουργώντας με την ανθρωπιά και το μπρίο τους μια εντελώς δικιά τους γωνιά στο κινηματογραφικό σύμπαν. Μια ηλικιωμένη έμπορος ναρκωτικών που προσπαθεί να απαλύνει τους πόνους του συζύγου της , ο οποίος βρίσκεται ένα βήμα πριν από το θάνατο, εκτοξεύει την δραματικότητα του έργου. Ένας μεσήλικας ιδιοκτήτης  μικρού ταχυφαγείου, που εγκαταλείπεται από τη γυναίκα του και προσλαμβάνει για την κουζίνα ένα νεαρό Κινέζο, ο οποίος αποδεικνύεται λίρα εκατό, και συνειδητοποιεί ότι η αγάπη είναι ένα λουλούδι που θέλει καθημερινό πότισμα. Και τέλος, μια μοναχική γυναίκα που διατηρεί σταθερή σχέση μέσω ίντερνετ με κάποιο που δεν έχει δει ποτέ στη ζωή της, και που ερωτεύεται έναν άνδρα κατά πολύ μικρότερό της, σε ξαφνιάζει ιδιαίτερα στον ελάχιστα αβανταδόρικο πρωταγωνιστικό ρόλο.


Ένα εξαιρετικό παραμύθι ανθρώπινων σχέσεων με σενάριο που διαθέτει φρεσκάδα και σκηνοθεσία που δημιουργεί  για τους ηθοποιούς προϋποθέσεις εκτίναξης των  δυνατοτήτων τους δένουν υπέροχα το γλυκό που καταλήγει να είναι μια προφανής σάτιρα στα κοινά αλλά ακριβοθώρητα μυστικά των ανθρώπων.

Ο Μικρός Ταύρος (Λουίς Γκαρθία Μπερλάνγκα, 1985)

Οι απώλειες του ισπανικού εμφυλίου πολέμου που σήμανε το διχασμό της Ιβηρικής χώρας σε δύο διαμορφωμένα με σχεδόν τυχαίο τρόπο στρατόπεδα δεν απασχολούν εδώ τον Ισπανό σκηνοθέτη Λουίς Γκαρθία Μπερλάνγκα σε μια αντιπολεμική παρωδία με επίκεντρο την ισπανική ύπαιθρο της δεκαετίας του 30. Στην εξαιρετική κωμωδία του, ο σκηνοθέτης διερευνά την ψυχολογία του απλού στρατιώτη μέσα από τη σύγκρουση δύο μισητών  στρατοπέδων που έχει αρχίσει να φθίνει από  καιρό. Οι δύο αντίπαλες στρατιωτικές παρατάξεις, οι αριστεροί του δημοκρατικού στρατού και οι εθνικόφρονες φασίστες έχουν ήδη αρκετά χρόνια να ρίξουν έστω και μια σφαίρα μεταξύ τους. Υπάρχει όμως μια  αντιπαράθεση, η οποία ανεβαίνοντας προς τα υψηλότερα κλιμάκια του στρατού λαμβάνει ιδεολογικό χαρακτήρα, ενώ κατεβαίνοντας προς τα κάτω, προς τα χαρακώματα, καταλαβαίνεις ότι μόνο για λόγους συγκυρίας εξακολουθεί να υφίσταται, καθώς  οι στρατιώτες της μιας πλευράς κάλλιστα θα μπορούσαν να βρίσκονται στην απέναντι.
Οι εικόνες του Λουίς Γκαρθία Μπερλάγκα είναι τόσο φινετσάτες όσο και το υπέροχο  μεσογειακό φως με το οποίο λούζονται, ώστε να δημιουργούν την επιθυμία να τις δεις ξανά. Η σκηνοθεσία του είναι ήρεμη και ρυθμική, δεν προσπαθεί να τιθασεύσει τον πηγαίο παρορμητισμό των χαρακτήρων, κι ούτε χαρακτηρίζεται από καμιά εσκεμμένη προσπάθεια ηρωοποίηση ή δαιμονοποίησης της μιας ή της άλλης πλευράς.

Παρόλα αυτά, ο σκηνοθέτης δεν αφήνει  τίποτε απολύτως όρθιο. Από τον ασύνταχτο και απείθαρχο στρατό των δημοκρατικών, που προσπαθεί να απαγάγει μια αγελάδα από το πανηγύρι μιας κοντινής πόλης για να τραφεί και να ανεβάσει το επίπεδο του ηθικού του, μέχρι τους κατά συνθήκην φασίστες, που παρακαλούν τους ανωτέρους τους να περάσουν από την πλευρά των κομμουνιστών, μέσω κάποιων ανταλλαγών για να βρίσκονται πιο κοντά στις αρραβωνιαστικές τους, αλλά και την Εκκλησία που εκμεταλλεύεται τους φτωχούς ανθρώπους, οι οποίοι την ώρα που πεθαίνουν από την πείνα θεοποιούν τους βαρόνους που τους ρουφούν το αίμα.

Η συνύπαρξη ανθρώπων και φύσης , οι μνήμες ενός τσακισμένου τόπου και ο κύκλος ζωής ενός μίσους που μεταλαμπαδεύτηκε με όχημα την προπαγάνδα σε φτωχούς και αμόρφωτους ανθρώπους δεσπόζουν στο σκηνικό μέσα στο οποίο εκτυλίσσεται η εκπληκτική ταινία του Μπερλάγκα «Ο Μικρός Ταύρος» παραγωγής 1985.

Τετάρτη, 19 Νοεμβρίου 2014

DNA Πιλάτος

Δημοψήφισμα για την ανάδειξη του καλύτερου Μπλογκ στην Ελλάδα διεξήχθη πριν από λίγη ώρα στον οργανισμό μου. Εκατό περίπου τρισεκατομμύρια κύτταρα του σώματός μου προσήλθαν στις κάλπες  με το ερώτημα «Είναι “ΤΟ ΠΑΝ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΗΜΙΣΥ ΤΗΣ ΑΡΧΗΣ” το καλύτερο Μπλογκ που υπάρχει;) Για να μη σας κρατάω  άλλο  σε αγωνία, σας ανακοινώνω ότι  εξήντα περίπου τρισεκατομμύρια κύτταρά μου που προέρχονται  βασικά από το σόι της μητέρας μου ψήφισαν ναι , ενώ τα υπόλοιπα 40 ψήφισαν λευκό.

Παντελώς άγνωστοι, διάσημοι

-Χάρη, μου λέει, δε θέλω με καμιά δύναμη να σε πικράνω αλλά στην ελληνική μπλογκόσφαιρα είσαι ακόμα στο σημείο μηδέν. Ένας νάνος δηλαδή. Ένα τίποτα. Και σου το λέω αυτό εγώ, ο παλιός σου φίλος , ο Μεμάς,για να μη σου το πει κανένας ξένος και σε απογοητεύσει.

-Γιατί ρε Μεμά του λέω, γιατί; Τόση δουλειά έχω ρίξει σε αυτό εδώ το μπλοκ. Τα δαχτυλάκια μου εμένα ξέρεις πως πονάνε ρε Μεμά όταν αλλάζει ο καιρός; Εγώ ρε Μεμά, όταν ξεροσταλιάζω έξω από κανένα ζαχαροπλαστείο και βλέπω  τις πάστες και βλέπω τα μελομακάρονα και βλέπω τα κρουασάν και βλέπω τα προφιτερόλ, ξέρεις τι υπομονή κάνω για να μην ορμίσω μέσα και να διατηρήσω αυτό εδώ  το μπλογκ;

-Τι να σου πω ρε Χάρη μου λέει. Είσαι πολύ λάδι, ρε αγόρι μου, αλλά από τηγανίτα τίποτα.
-Γιατί με μειώνεις έτσι ρε Μεμά ;του λέω. Στράφι δηλαδή έχει πάει όλος αυτός ο κόπος;
-Ε, βέβαια στράφι. Αφού δε με ακούς όταν μιλάω. Δε σου είπα προ ημερών  να στείλεις μαζικά λινγκς  σε όλα τα μεγάλα siteς; Γιατί δεν το έκανες; Γιατί δεν διδάχτηκες δηλαδή τίποτα από το παράδειγμα του μεγάλου Ιωσήφ Περιστερίδη. Τον ξέρεις τον Περιστερίδη, έτσι;

-Όχι …δεν τον ξέρω ρε Μεμά, είναι κανένας αξιόλογος μπλόγκερ;

-Εσύ τι λες; Πως θα έκλεβε κάποιος υλικό από τον αξεπέραστο Αλέξανδρο Τουμάση και θα ήταν κανένας τυχαίος;

-Ούτε τον Τουμάση δεν ξέρω ρε Μεμά, πειράζει;
-Να είδες  τι κάνεις; Δεν ξέρεις το Τοτέμ της ελληνικής μπλογκόσφαιρας και θέλεις να κάνεις και δουλειά μετά. Για να σε ενημερώσω λοιπόν, ο μεγάλος Αλέξανδρος Τουμάσης είναι αυτός που κλέβει υλικό από τον αδιαμφισβήτητο Σεραφίμ Περιστερίτσα, που του είχε κάνει αφιέρωμα ο αντιμνημονιακός Αλκιβιάδης Πεσκανδρίτσας, ανταποδίδοντας παλιότερη συνέντευξη που του είχε κάνει ο Σεραφείμ. Ο Πεσκανδρίτσας λοιπόν ξεκίνησε με τον ιδιοφυή μπλόγκερ Ακτιβίδη Σωτήρη, αλλά γρήγορα τα έσπασαν και ακολούθησαν αυτόνομες διαδρομές.

-Κι εγώ που βρίσκομαι σε όλα αυτά ρε Μεμά, του λέω. Πουθενά;
-Εσύ Χάρη μου λέει είσαι ακόμα στο επιπέδου του Αθανάσιου Πικροχολίδη, ο οποίος κλέβει υλικό από τον ανεπανάληπτο Αρτέμιο Καινοτομίδη που ήταν ο πρώτος Έλληνας μπλογκερ που έκλεψε υλικό απευθείας από το BBC αντί για το Αθηναϊκό πρακτορείο.
Κάτι που είχε προσπαθήσει φυσικά να κάνει πρώτη η δημοφιλής Ευγενία Πλέμπα που πήρε συνέντευξη από τον Αλέξανδρο Τουμάση, ο οποίος όταν χώρισε από την διεισδυτική Αμαλία Τσιμπλού έκανε ένα αφιέρωμα στον σφαιρικό Κωνσταντίνο Εγωκεντρίδη που έκλεβε συνήθως υλικό από τον τιτάνιο μπλόγκερ Αναστάσιο Ελλοχίμ , το νικητή του τρίτου πανελλήνιου διαγωνισμού με τίτλο «είμαι διάσημος για σένα γίνε διάσημος για μένα».

-Μάλιστα. Μου κανες την καρδιά περιβόλι, ρε Μεμά του λέω. Ένα τίποτα είμαι λοιπόν; Ένα μηδενικό;
-Κοίταξε μου λέει, δε χρειάζεται να σε παίρνει από κάτω. Άλλωστε από το μηδέν δεν ξεκίνησαν και οι Σκορδοπιστίδης, Αφρολέξιος και Μπεζαχτίδης; Και να που φτάσαν σήμερα.

-Δε τους ξέρω ρε Μεμά, του λέω, ούτε αυτούς. Τι να πω. Συγγνώμη. Είμαι ανεπίδεκτος.
-Ε μα εσύ πια δεν τρώγεσαι, μου λέει. Δεν ξέρεις ούτε τον αξεπέραστο Σκυφτάκη, που κλέβει υλικό από τον μεγαλόθυμο Πεφτανδρέα που είχε κάνει αφιέρωμα στον υπέρλαμπρο Φιστρούκο, ο οποίος είχε πάρει συνέντευξη από τον απροσάρμοστο Μελανάκη τον πρώτο ξάδελφο του αρχοντικού Αλιάγα;

-Α, τον Αλιάγα, τον ξέρω, λέω εγώ. Το Νίκο Αλιάγα, τον Έλληνα δημοσιογράφο που ζει και εργάζεται στο Παρίσι ε;


-Ποιος τον χέζει ρε αυτόν; , μου λέει. Εγώ σου μιλάω για τον άλλο τον Αλιάγα. Τον κανονικό. Τον Στυλιανό Αλιάγα, αυτόν που έκλεψε πρώτος υλικό από τη πολυεπίπεδη Σμαρούλα Πεφτοφρύδη η οποία έκλεβε υλικό για τρία ολόκληρα χρόνια, από την εξωπραγματική Αναστασία Κολυμπράκη, την πρώτη γυναίκα που κατάφερε να πάρει συνέντευξη από την Επιτυχία Ξεροσταλίδου, που είχε κάνει το πρώτο αφιέρωμα, αν θυμάσαι, που είχε γίνει ποτέ στον διορατικό αναλυτή Μένιο Ανθρακέα. Τον αδελφό του Καστρογιάννη του Περικλή.

Ένα Περιστέρι Έκατσε σε Ένα Κλαδί Συλλογιζόμενο την Ύπαρξή του

Ένας από τους πιο σημαντικούς και ταυτόχρονα ιδιαίτερους σκηνοθέτες στον κόσμο ο Σουηδός σουρεαλιστής Ρόι Άντερσον, οποίο τιμήθηκε πρόσφατα από το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, υπογράφει το σενάριο και τη σκηνοθεσία μιας ταινίας που απέσπασε το Χρυσό Λιοντάρι Καλύτερης Ταινίας του φετινού Φεστιβάλ Βενετίας.
Ο 71χρονος Άντερσον επιστρέφει στην καρέκλα του σκηνοθέτη έπειτα από απουσία επτά ετών για να επαναφέρει στο προσκήνιο το σινεμά του δημιουργού με την πέμπτη μόλις μεγάλου μήκους ταινία του από το 1970 έως σήμερα.
Η κάμερα στις ταινίες του Άντερσον είναι ακινητοποιημένη σε κάποια γωνιά του σετ  για να καταγράψει την ανθρώπινη κατάσταση και την αναμέτρηση του καθημερινού ανθρώπου με τον παραλογισμό και τη παραδοξότητα της καθημερινότητας.

Μέσα σε πολύ γοητευτικές περιβαλλοντικές συνθέσεις, με παντελή παρουσία πλοκής, αλλά ευδιάκριτους χαρακτήρες και αρκετά ελαστική αφηγηματική γραμμή, η οποία οικοδομείται πάνω σε ιλαροτραγικά περιστατικά που συχνά παραμένουν ασύνδετα μεταξύ τους, ο Σουηδός σκηνοθέτης βρίσκεται σε μια διαρκή εναλλαγή ανάμεσα στο σοβαρό και το αστείο, δημιουργώντας ένα απολύτως προσωπικό κινηματογραφικό σύμπαν, με επαναλαμβανόμενα μοτίβα, εξαιρετικές σκηνογραφίες και χαρακτήρες που υπνοβατούν μεταξύ πραγματικότητας και ονείρου.

Τρίτη, 18 Νοεμβρίου 2014

Εκείνο το σιωπηλό μωρό


Εκείνο το σιωπηλό μωρό, που καθόταν σχεδόν ατάραχο μέσα στο παιδικό του καροτσάκι έφτιαχνε μια αληθινά εξωπραγματική εικόνα. Μοιάζοντας περισσότερο  με ένα πλάσμα βγαλμένο από τα σωθικά μιας ιστορίας μυστηρίου,  παρά με ένα καινούργιο βλαστάρι της ζωής, φάνταζε φασκιωμένο μέσα σε κάτι βιαστικά βαλμένα ρουχαλάκια, ως ένα άσκοπο βάρος παγιδευμένο στην «ώρα αιχμής» της ζωής των γονιών του. Κι ήταν ολοζώντανο κι ας έμοιαζε με ένα νεκρό σφουγγάρι, κι  είχε τους γονείς του  παραδίπλα κι ας έμοιαζε εγκαταλελειμμένο στο διάδρομο ενός ίντερνετ καφέ.

 Ήταν ένα μωρό που, εκ των υστέρων, θα δυσκολευόσουν να ξαναφέρεις στη μνήμη σου τα χαρακτηριστικά του, που περισσότερο θα σου θύμιζε κάτι από αυτό η μπλε κουβερτούλα που το τύλιγε, παρά το  ίδιο το προσωπάκι του ή τα μαλλιά του. Ένα αγοράκι ή ένα κοριτσάκι, ποιος  ξέρει, που ανασταίνει μέσα από τη σιωπή του μια περσόνα ουδετερότητας, μια σύγχρονη μούσα της ακινησίας, ή έναν από τους πιο πρόσφατους μάρτυρες του κόσμου των ωσεί παρόντων. Ένα σιωπηλό μωρό που δε χαμογελά μα ούτε και κλαίει,  που έχει καταφθάσει προσφάτως σ ένα κόσμο που συγχέει το πραγματικό με το ψεύτικο, έχοντας χάσει την αίσθηση του χρόνου που περνάει απελπιστικά γρήγορα και δεν υπάρχει πουθενά ρολόι. Σ ένα κόσμο των ψευδωνύμων και των μασκών  που  ματαιοπονεί  ασύστολα, μπροστά στις ψυχολογικές ορέξεις του, καλλιεργώντας ψηφιακά φρούτα, εκτρέφοντας ψηφιακά ζωάκια και άλλα απόκοσμα πλάσματα, που ξεπηδούν μέσα από χρωματιστές εικόνες και πεινασμένα είδωλα που απομυζούν  περισσότερη αφοσίωση κι από αυτή που χρειάζονται τα ίδια τα παιδιά του.
.
Όμως, ποιες αλλαγές επέρχονται όταν φέρνεις στον κόσμο ένα τόσο σιωπηλό μωρό; ή όταν έχεις κι εσύ ο ίδιος τροφοδοτήσει  αυτή τη σιωπή; Και τέλος, πως μπορεί να καταλήγει ένα μωρό τόσο τρομακτικά ανέκφραστο, σχεδόν υπόκωφο, αν όχι, πιθανότατα, έχοντας ήδη εξαντλήσει απέναντί σου τις όποιες  αποτυχημένες απόπειρες επικοινωνίας του αναλογούν;  

Το πλέον αποθαρρυντικό είναι ότι συχνά κάποια από αυτά τα παιδιά γίνονται όμοια με τους γονείς που τα εγκατέλειψαν εκ του σύνεγγυς. Γιατί τελικά ποιος μπορεί να αρνηθεί ότι η πιο τραυματική μορφή εγκατάλειψης δεν είναι όταν παρατάς κάποιον  ακριβώς παραδίπλα σου; Εκεί δίπλα δηλαδή σ αυτό που σε απορροφά;

 Σύμφωνοι, δε μιλάμε πια για την επιστήμη του 20ου ή του 19 ου αιώνα, αλλά και αυτοί οι τελευταίας εσοδείας αφορισμοί για την εντελώς ασυσχέτιστη με το περιβάλλον του καθενός εξέλιξη του ανθρώπου, δεν πείθουν κανένα. Σημειωτέον ότι, στην εποχή μας τα παιδιά έρχονται πρώτη φορά τετ-α-τετ με μια επίφαση ενηλικίωσης αρκετά νωρίτερα από ποτέ. Κι αυτό επισπεύδει σχεδόν  τα πάντα , από τους κλυδωνισμούς της εφηβείας και την περίοδο της αμφιταλάντευσης μέχρι και εκείνη της κατάληξης και της συμφιλίωσης με την ταυτότητά σου. Κυρίως είναι όμως αυτή η πίεση μεγατόνων από την κρούση της αδιαφορίας  που τους ασκείται εσωτερικά, που ανοίγει τα προεόρτια για τα πάσης φύσεως  κατοπινά ελλείμματα. Της αδιαφορίας αυτών που δεν τα εγκατέλειψαν ποτέ.

Όπως κα νάχει πάντως εκείνο το σιωπηλό μωρό με τη μάλλον  προδιαγεγραμμένη πορεία έχει ενστικτωδώς  κατανοήσει ότι εξαρτιέται από δύο ανθρώπους που τα πρωϊνά στέκονται παραδίπλα του, κολλημένοι σε δυο μεγάλες οθόνες, και  καπνίζουν αρειμανίως κάτι φθηνά τσιγάρα και παίζουν εκστασιασμένοι κάτι αστεία video games, αντιμετωπίζοντας με αυθάδεια και αδιαφορία οτιδήποτε συμβαίνει εκτός του ίντερνετ καφέ, αυτού του εξωπραγματικά ανόητου μαντείου  που περνούν τα πρωϊνά τους, τα μεσημεριανά τους και κάποιες ώρες από   το βράδυ, οι τρεις τους. Κι οι ενήλικες παθολογίες είναι ήδη και δικές του. Ενώ οι εικόνες του θριαμβευτή μπαμπά να φιλιέται με τη μαμά μετά από κάθε νίκη τους –σαν το ζευγάρι του Ταραντίνο που έχει ήδη εξολοθρεύσει καμιά τριακοστή νοματαίους-ή να βλαστημάει ό,τι κινείται γύρω τους μετά από την ήττα, θα το γαλουχήσουν με την ιδέα ότι η ωριμότητα είναι μια εξωτική χρόνια ασθένεια με την οποία οφείλεις ή να δίνεις αέναη μάχη ή αν τελικά  συμφιλιωθείς μαζί της να μάθεις να ζεις όπως έστρωσες, στο περιθώριο, δηλαδή, των πραγμάτων που τη σφυρηλατούν.


The Judge (Ο Δικαστής)



Αυστηρός, σχολαστικός, ανελαστικός και ισχυρογνώμων δικαστής κατηγορείται για φόνο. Την υπεράσπισή του αναλαμβάνει ο γιος του, ένας δικηγόρος που φημίζεται για τον κυνικό του χαρακτήρα.
Η ταινία του Ντέιβιντ Ντόμπκιν δεν είναι ένα καθαρόαιμο δικαστικό θρίλερ αλλά μια μονομαχία με έπαθλο την τιμή, ανάμεσα σε δυο γενιές που έχουν μεγάλο δρόμο μπροστά τους να διατρέξουν προτού καταφέρουν να συνεννοηθούν. Η ταινία διαθέτει στιβαρή σκηνοθεσία και καστ περιοπής, αλλά πλησιάζει τα 140 λεπτά και της φαίνεται. Ωστόσο δεν κάνει αγωνιώδη προσπάθεια να στάζει σοβαρότητα από κάθε καρέ της γεγονός που την καθιστά, πρώτον προσβάσιμη και στους λάτρεις των ταινιών ευρείας κατανάλωσης και δεύτερον έναν από τους υποψήφιους παίκτες για τα φετινά όσκαρ. 

Παρασκευή, 14 Νοεμβρίου 2014

Kill The Messenger (Ο Ταχυδρόμος Πρέπει να Πεθάνει)


Στο απόγειο της αμερικανικής παντοκρατορίας της CIA ένας βραβευμένος με πούλιτζερ δημοσιογράφος, ο Gary Webb (Jeremy Renner) ρίχνει τη λόγχη της πένας του πάνω στην καρδιά μιας  απολύτως σκιασμένης περιοχής δραστηριοποίησης των μυστικών υπηρεσιών. Ένοχος κατά τη CIA για το θάρρος του, την τόλμη και την επαγγελματική ευσυνειδησία ο δημοσιογράφος μπαίνει στο μάτι του κυκλώνα και προκαλεί μια ανελέητη προσπάθεια δυσφήμισης και περιθωριοποίησής του. Γι αυτούς οι δημοσιογράφοι δεν είναι εκεί για να κριτικάρουν ή να αναμορφώσουν την κοινωνία γιατί δεν έχουν κανένα λόγο να μπλέκονται μ αυτά τα πράγματα., για τον Webb αποστολή του είναι να αντισταθεί στη φθορά και να αποκαλύψει τη συσχέτιση της κρατικής διαπλοκής με όλες τις εκφάνσεις της διπλωματικής ζωής μιας παντοκρατορίας. Θέτοντας την προσωπική του ακεραιότητα ως προτεραιότητα ο δημοσιογράφος αποκαλύπτει "κοινά μυστικά" που απειλούν την ομαλή διεξαγωγή μιας βρώμικης συνέργειας. Η χρηματοδότηση των ανταρτών "Κόντρας" στη Νικαράγουα που προσπαθούσαν να ανατρέψουν το καθεστώς με έσοδα που προέκυψαν από την εμπλοκή της CIA στην εισαγωγή τεράστιων ποσοτήτων κοκαϊνης στην Καλιφόρνια είναι μόνο η κορυφή ενός βρώμικου παγόβουνου που έχει αποκολληθεί από αρχές κανόνες και αξίες δημοκρατίας για να υπερασπιστεί την πιο κυνική μορφή διευθέτησης πολιτικών υποθέσεων. Σκηνοθεσία Michael Cuesta.

Πέμπτη, 13 Νοεμβρίου 2014

Τι μπαταρία θα παραδώσεις, μωρέ;

Αν έβλεπες του BBC το δημοσιογράφο
με ένα ύφος σα να λέει: «σάλτα γαμήσου βλάχο»
να σου μιλά για ένα ρομπότ που φύσεις ζωγραφίζει
ποιος νους θα έλεγες  «Τζακ Ποτ» τέτοιο ρομπότ ορίζει;

Πρόοδος και εξέλιξη χωρίς καμιά αιτία
επίδειξη δυνάμεως ολόκληρη η ιστορία
για να σου δείξουν τι μπορούν φτιάχνουν αντίγραφά σου
για να γνωρίζεις  πως σ ακούν και θα ρθει κι η σειρά σου

μάθε ρομπότ μου μάνατζμεντ μη μείνεις στη γωνία
όταν τα άλλα τα ρομπότ θα γράφουν ιστορία
αν θες να πάρεις μια δουλειά, πάρε κάποιου στελέχους
να συμμετέχεις τακτικά σ ενδελεχείς ελέγχους

άκου ρομπότ, τι θα σου πω: είναι βαριά η τέχνη
και δύσκολη πάρα πολύ η ζωή του καλλιτέχνη
κι αν τώρα κάποιοι σε υμνούν γι αυτές τις ζωγραφιές σου
οι πίνακές σου δε θ αρκούν ούτε για τις μπογιές σου

κάνε απεργία βρε ρομπότ, γιατί άμα ενδώσεις
τι μπαταρία μια στιγμή κι εσύ θα παραδώσεις;
κι αν αγαπάς ζωγραφική, κάντο σα νάταν  χόμπι
μη γίνεις όργανο κι εσύ κάποιου πανούργου λόμπι