Έτσι
καθώς είχε φρακάρει η Λεωφόρος Νίκης από τα αυτοκίνητα της Θεσσαλονίκης που
κατέβαιναν προς το κέντρο, έτσι καθώς είχαν σφηνωθεί ανάμεσα σε φορτηγά και
λεωφορεία, αιχμάλωτα τεράστιων ταξί που δεν κουνιόνταν ρούπι, έτσι καθώς έβραζε
το στήθος των οδηγών από τα καυσαέρια και καταριόντουσαν την πόλη και τη ζωή
τους, εκεί, απέναντι από το άγαλμα του Αριστοτέλη, προς την πλευρά της
παραλίας, ένα ζευγάρι υπερήλικων πεζών άνοιγε μια μικρή δίοδο στα μπλοκαρισμένα
μυαλά των οδηγών.
Βρέθηκα
στον δρόμο, στο πεζοδρόμιο. Προχώρησα και έφτασα στο ύψος της Αριστοτέλους, και
ξαφνικά τους βλέπω ξανά, ολοζώντανους, μπροστά μου. Το ίδιο ζευγάρι
ηλικιωμένων: δύο γεροντάκια καμπουριασμένα, δύο σκεβρωμένα σώματα κολλημένα το
ένα πάνω στο άλλο, να βαδίζουν στη στενή λωρίδα της παραλίας με βήματα μικρά,
σαν της χελώνας.
«Καλημέρα»,
λέω.
«Καλημέρα», μου απαντά πάντα ο άνδρας. Και μετά: «Καλή συνέχεια» ή «Καλή
Κυριακή».
Αυτό
που ξεχωρίζει πάνω τους είναι τα τεράστια αθλητικά παπούτσια που φορούν, το σακίδιο
στην πλάτη του κυρίου και το μεγάλο ψάθινο καπέλο της κυρίας. Η διαδρομή τους
ξεκινά από το Μέγαρο Μουσικής και καταλήγει πάντα στο λιμάνι, προτού πάρουν τον
δρόμο της επιστροφής. Κάτω από τον Λευκό Πύργο κάνουν το ένα από τα δύο
διαλείμματά τους. Ο κύριος βγάζει ένα κομμάτι χαρτί και σκουπίζει ένα παγκάκι.
Κάθονται για λίγο —ο χρόνος είναι μετρημένος— και συνεχίζουν το οδοιπορικό της
ημέρας μέχρι το σπίτι τους.
Εύκολα
παρατηρεί κανείς ότι τα πρόσωπά τους είναι συνεχώς στραμμένα προς το
πεζοδρόμιο. Το καμπούριασμά τους είναι τόσο έντονο που δεν τους επιτρέπει να
κοιτάξουν προς τον ουρανό. Κοιτούν χαμηλά· ίσως ο κύριος σηκώνει λίγο
περισσότερο το κεφάλι του, γι’ αυτό και αναλαμβάνει, όπου χρειάζεται, να
επικοινωνεί εξ ονόματος και των δύο. Ο κύριος μοιάζει να είναι το στήριγμα του
ζευγαριού, ενώ η κυρία ο άξονας περιστροφής. Ο κύριος φαίνεται υπεύθυνος για τη
βασική διαδρομή, αλλά χωρίς την κυρία το ζευγάρι δεν μπορεί να πάρει καμία
στροφή.
Σκέφτεσαι
πως αυτοί οι δύο άνθρωποι, σαν μικρές γέρικες χελωνίτσες που ακουμπά η μία πάνω
στην άλλη, διανύουν καθημερινά περισσότερα από δέκα χιλιόμετρα, την ώρα που
χιλιάδες οδηγοί αρνούνται να εγκαταλείψουν το μαρτύριο της οδήγησης.
Δεν
θα το πιστέψετε, αλλά οι δυο τους φαίνεται να είναι μια χαρά. Μπορεί να βήχουν,
να ζαλίζονται, να πονούν, να μην κοιμούνται σαν πουλάκια, να κουβαλούν βαριές
ασθένειες ή να έχουν χρόνια να μιλήσουν με τα παιδιά τους —αλλά, ναι, είναι μια
χαρά. Απλώς περπατούν μέσα στη δική τους γυάλα, παράλληλα με τα ακινητοποιημένα
οχήματα.






