Ο βασικός ήρωας της ταινίας είναι ένας μυστηριώδης άντρας, βρετανός αριστοκράτης, ο οποίος έχει πρόσφατα χάσει τη σύζυγό του.
Μια μέρα, μια ορφανή κοπέλα, που παραθερίζει με την αυταρχική ηλικιωμένη προστάτιδά της σε κάποιο γαλλικό θέρετρο, που προσελκύει υψηλού προφίλ επισκέπτες, θα ξεκινήσει για μια από τις καθιερωμένες της βόλτες, όταν συναντά τυχαία τον μυστηριώδη άνδρα, ο οποίος στέκεται στην άκρη ενός υψώματος και όλα δείχνουν πως ετοιμάζεται να βάλει τέλος στη ζωή του.
Η νεαρή κοπέλα τον αποτρέπει κι εκείνος της ζητά να περνά όλο και περισσότερη ώρα μαζί του.
Η παρουσίας της επιδρά θετικά στην καταβεβλημένη ψυχολογία του και η αθώα ύπαρξή της δίνει ένα καινούργιο νόημα στη ζωή του που υπήρξε γεμάτοι από «σαρκοβόρα» υστερόβουλα άτομα.
Ο λόρδος ζητά από την κοπέλα να τον παντρευτεί και κείνη γοητευμένη από την μελαγχολική φύση του θα δεχτεί και θα τον ακολουθήσει στην απομονωμένη έπαυλή του, στο φημισμένο Μαντερλέι, όπου θα νιώσει μέσα σ έναν καινούργιο κόσμο για εκείνη, ανίκανη να κερδίσει το απαιτητικό περιβάλλον του άνδρα της, να διευθύνει τους υπηρέτες και κυρίως να βγει από τη σκιά της προηγούμενης κυρίας Μαντερλέι, της τελειωμανούς και μυστήριας Ρεβέκκας που πνίγηκε στη θάλασσα, κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες, βυθίζοντας τον σύζυγό της στο τέλμα της παραίτησης και της αδιαφορίας.
Πρόκειται για μια υποβλητική ταινία, τεχνικά άρτια με ντελικάτο στιλ, μυστήριο, και κλιμακούμενη ένταση που απέσπασε Όσκαρ καλύτερης ξένης ταινίας το 1940 και αποτελεί ένα εξαίσιο δείγμα για τον δεξιοτεχνικό τρόπο με τον οποίο ο μετρ του είδους Χίτσκοκ χειρίζεται τους τρομακτικούς γυναικείους χαρακτήρες.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου