Όταν ένας σκηνοθέτης του διαμετρήματος του Michael Haneke αποφασίζει να γυρίσει ο ίδιος ένα «ριμέικ» μιας παλιότερης ταινίας του ο λόγος δεν μπορεί να είναι ούτε μόνο εμπορικός (όπως για παράδειγμα να γίνει γνωστό το έργο του και σε ένα κοινό που δεν βλέπει γερμανόφωνες ταινίες) ούτε καθαρά καλλιτεχνικός, μιας και παραμένει πιστός στο αρχικό σενάριο και στη δομή της ταινίας του 1997.
Μπορεί να οφείλεται στο ενδιαφέρον κάποιων αμερικανών παραγωγών που να κολάκεψε ιδιαίτερα τον κορυφαίο σκηνοθέτη ή στην επιμονή της Ναόμι Γουότς που ψάχνεται ασταμάτητα για ρόλους που θα μείνουν στην κινηματογραφική ιστορία κι η οποία άλλωστε συμμετέχει και στην παραγωγή ή στην περιέργεια του σκηνοθέτη να δει τον τρόπο με τον οποίο αντιδρά το αγγλοσαξωνικό κοινό στην αυστηρή κριτική που δέχεται, ως κομμάτι του παγκόσμιου κοινού, από τον ίδιο τον σκηνοθέτη για τον τρόπο με τον οποίο έχει συνηθίσει να βλέπει κινηματογράφο.
Όπως και νά χει, το αποτέλεσμα τελικά δικαιώνει την επιλογή του δημιουργού, που κατάφερε να μας ξανά αφηγηθεί μια ιστορία ήδη γνωστή, σε μια άλλη γλώσσα, προκαλώντας τα ίδια αδιέξοδα συναισθήματα σε κοινό και κριτικούς.
Η ιστορία του “Funny Games” αφορά την κόλαση που βιώνει μια τυπική αμερικάνικη οικογένεια στα χέρια δύο ασπροντυμένων κολεγιοπαίδων, κατά τη διάρκεια της πρώτης ημέρας παραμονής της στο εξοχικό της σπίτι.
Οι νεαροί, με τις αγγελικές φυσιογνωμίες, τα αγύμναστα σώματα και τον αέρα ευζωίας που αποπνέουν, βγάζουν γρήγορα-γρήγορα εκτός μάχης τον πατέρα της οικογένειας και ξεκινούν μια σειρά από σαδιστικά, παιδιάστικα, παιχνίδια θανάτου με την αιφνιαδιασμένη οικογένεια να δείχνει πως έχει χάσει τον έλεγχο, σχεδόν αμαχητί μάλιστα, υποταγμένη σε έναν ανεξήγητα περιοριστικό φόβο, που την αποτρέπει από κάθε προσπάθεια αντίστασης.
Οι δύο νεαροί σκορπίζουν τον φόβο και τον θάνατο, στην μικρή κοινωνία των παραθεριστών, με τη νωχέλεια και την κομψότητα που τους διακρίνει, άοπλοι, απαθείς και σχεδόν απαλλαγμένοι από κάθε βάρος συνείδησης.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου