Η επιστροφή του Κουεντίν Ταραντίνο με ένα φιλμ σαν το «Inglorius Basterds» δεν ξαφνιάζει κανένα. Αντίθετα το νέο φιλμ του σημαντικού δημιουργού καταφέρνει να ανανεώσει τη θεματολογία του και να του προσθέσει πόντους στη σκηνοθετική του μανιέρα. Όσον αφορά στο σενάριο τώρα, δε νομίζω ότι θα μπορούσαμε να περιμέναμε κάτι λιγότερο από έναν δημιουργό, που όποτε του δοθεί η ευκαιρία αναφέρει ότι προτιμάει να μείνει στην ιστορία του κινηματογράφου ως ένας σημαντικός σεναριογράφος παρά ως ένας μεγάλος σκηνοθέτης.
Κι αυτό το ταλέντο της χρήσης των λέξεων που τον χαρακτηρίζει γενικά, κάθε άλλο παρά το χαραμίζει στο «Inglorious Basterds» πηγαίνοντάς το ένα βήμα παραπέρα, βάζοντας με μοναδική μαεστρία εκπληκτικά λόγια, με σφραγίδα Ταραντίνο, στο στόμα χαρακτήρων διαφορετικής κοινωνικής, ιστορικής και πνευματικής προέλευσης και στάθμης από τους γνώριμους χαρακτήρες του αμερικανικού υποκόσμου.
Λεπτό χιούμορ, με λαογραφική υφή, καθώς ο Ταραντίνο, αποσπά σπουδαίες ερμηνείες, παίζοντας συχνά με τις προφορές, τις κουλτούρες ακόμα και τις χειρονομίες των λαών, δεξιοτεχνική σκηνοθεσία, στην οποία εντάσσει περισσότερα γενικά και στατικά πλάνα για να τιμήσει προφανώς και την ευρωπαϊκή κινηματογραφία μιας και βρίσκεται στο έδαφός της, μοντάζ βασισμένο στην τυπική του πλέον επιλογή να χωρίζει την ιστορία του σε κεφάλαια και μια βία λιγότερο χορογραφημένη από ποτέ, αν και κωμικά ψυχρή και στεγνή.
Στην ιστορία παρακολουθούμε, μεταξύ άλλων, τα κατορθώματα μιας ομάδας αμερικανοεβραίων στρατιωτών που πηγαίνουν στην κατακτημένη από τους Γερμανούς Γαλλία του 1941, για να γίνουν ο φόβος και ο τρόμος των Ναζί. Αυτοί λοιπόν τα καταφέρνουν μια χαρά, προκαλώντας, παράλληλα με το μειδίαμα στα χείλη των θεατών και τον πανικό των θηραμάτων τους.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου