Παρασκευή 12 Φεβρουαρίου 2010

ΕΥΘΥΝΕΣ

Με τις κοινοβουλευτικές αντιπροσωπείες να διαγκωνίζονται για πρόσκαιρα κομματικά οφέλη, και τους πολιτικούς αρχηγούς να παίζουν παιχνίδια που άλλοτε εξυπηρετούν την εξισορρόπηση εσωκομματικών ή ευρύτερων συσχετισμών και άλλοτε το προσωπικό τους πολιτικό μέλλον, το κλίμα συναίνεσης και διαλόγου στην Ελλάδα είναι συνήθως προσχηματικό και έχει μάλλον κοντά πόδια. Σε σταθερή κλίμακα άλλωστε οι αντιπολιτεύσεις συμβάλουν τα μέγιστα στην αδυναμία των κυβερνήσεων να παράγουν έργο με προοπτική και συνέχεια, με συνέπεια να καλούνται κατόπιν να κυβερνήσουν κάθε φορά πάνω στα ερείπια που άφησαν οι προηγούμενοι, που από την πλευρά τους φυσιολογικά δεν έχουν καμιά απολύτως διάθεση να συναινέσουν πέραν του βαθμού που θα συμβάλλει στην αποκατάσταση της φθαρμένης πολιτικής τους εικόνας.

Τέτοια ακυρωτική αντιπολίτευση άσκησε το ΠΑΣΟΚ στην προηγούμενη κυβέρνηση, τέτοια είχε ασκήσει ως αντιπολίτευση και η Δεξιά στην κυβέρνηση του Κώστα Σημίτη. Ας μη κρυβόμαστε όμως πίσω από το δάχτυλό μας. Η ιδέα της πατριωτικής πολιτικής ευθύνης, με την έννοια της προαγωγής του εθνικού συμφέροντος δεν ευδοκίμησε ποτέ στην χώρα, ούτε καν στα χρόνια των έντονων κοινωνικο-πολιτικών ζυμώσεων. Μέλημα όλων ήταν πάντοτε να δουν την Ελλάδα ντυμένη στα χρώματα της προσωπικής τους ιδεολογίας κι όχι να προοδεύει συνολικά. Ανέκαθεν μιλούσαμε πολύ κι επί παντός επιστητού και εργαζόμασταν λίγο. Συνέπεια αυτής της διασπαστικής, αποσυνθετικής λογικής είναι ότι όλες ανεξαιρέτως οι πολιτικές δυνάμεις του τόπου και πάντοτε ωθούμενες από την ανάγκη εξυπηρέτησης κομματικών σκοπιμοτήτων να επενδύουν ψυχή τε και σώματι στην αποτυχία της εκάστοτε κυβέρνησης.

Αυτό έκανε κατά την προηγούμενη πενταετία και το ΠΑΣΟΚ, έχοντας το δικό του αναλογικά μερίδιο ευθύνης για την σημερινή ισοπεδωμένη εικόνα της οικονομίας. Δεν συναίνεσε, παρά σε ελάχιστες περιπτώσεις, αποσύρθηκε άπειρες φορές από τη διαδικασία διαλόγου, εκτροχίασε τη συνταγματική αναθεώρηση, και κυρίως όλα αυτά επί μέτρων που σήμερα λαμβάνει με απαράμιλλη άνεση. Η προηγούμενη κυβέρνηση ήταν σαφώς ανεπαρκής. Δεν υπάρχει αμφιβολία περί αυτού. Το ένιωθες σ όλη τη διάρκεια της θητείας της. Και μόνο το γεγονός ότι ακόμα και μέχρι το τέλος της εξακολουθούσε να εκφράζει περισσότερο αντιπολιτευτικό λόγο παρά κυβερνητικό φανερώνει ότι αυτοί οι άνθρωποι δεν ήταν, αλλά και ούτε αισθάνθηκαν ποτέ έτοιμοι να κυβερνήσουν. Με ελάχιστες εξαιρέσεις, βασισμένο όμως και τότε σε παρωχημένες ιδεοληψίες και ξεπερασμένες στρατηγικές, το κυβερνητικό έργο έμοιαζε να πάσχει από έλλειψη γνώσης και απουσία ταυτότητας.

Παράλληλα, απέτυχε παταγωδώς η προηγούμενη κυβέρνηση στον τομέα της καταπολέμησης της διαφθοράς και της δημοσιονομικής εξυγίανσης, παραδίδοντας τελικά μια κατάσταση κατά πολύ χειρότερη σε όλους τους κρίσιμους τομείς από εκείνη που ανέλαβε. Πρέπει όμως να παραδεχτούμε ότι ολόκληρο το σύστημα εργάστηκε για να μεταφραστεί αυτή η ανεπάρκεια σε καμένη γη.

Πέραν των γενικευμένων ευθυνών της αντιπολίτευσης, θυμόμαστε κι ότι τα συνδικάτα βρισκόταν διαρκώς σε θέση μάχης και δεν μπορείς να θυμηθείς, ούτε μια εβδομάδα κατά την προηγούμενη διακυβέρνηση χωρίς κάποια απεργία, διαδήλωση ή κατάληψη. Υπήρξε συνεπώς μια πενταετία, αυτή που μας έφερε στο σημερινό αδιέξοδο, όπου κυβέρνηση, αντιπολίτευση και λαός εργάστηκαν λιγότερο και θορύβησαν περισσότερο από κάθε άλλη περίοδο της σύγχρονης ιστορίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου