Δευτέρα, 14 Μαΐου 2012

Ό,τι δεν αλλάζει πεθαίνει…δυστυχώς κι ό,τι αλλάζει



Η απροσχεδίαστη συνάντησή μας τα τελευταία χρόνια, πάνω κάτω την ίδια ώρα και μέρα, στο ίδιο ακριβώς σημείο, πρέπει να θεωρείται αυτονόητη. Είναι η ώρα που εκείνος επιστρέφει από κάπου, ενώ εγώ πηγαίνω. Η κουβέντα μας δεν απλώνεται ιδιαίτερα, είναι σχετικά συμπυκνωμένη και σύντομη, σέβεται τον χρόνο και των δυο μας και συνήθως περιστρέφεται και εξαντλείται γύρω από την προσπάθεια που καταβάλλει εκείνος να φύγει στην Ολλανδία για να δουλέψει.

 Υπολογίζω ότι έχουν περάσει σχεδόν τρία χρόνια από την ημέρα που μου πρωτοείπε ότι είχε βρει κάποια άκρη για Ολλανδία, αλλά πως τον εμπόδιζε το θέμα της γλώσσας. Σήμερα, όπως μου λέει, η «άκρη» του υφίσταται ακόμα, ενώ παραμένει αναλλοίωτη  και η άγνοιά του για την Ολλανδική γλώσσα. –Αχ, αν ήξερα Ολλανδικά, επαναλαμβάνει κάθε τόσο, σχεδόν μηχανικά. Προσπαθώ να μάθω για ποιο λόγο, ενώ είχε τρία χρόνια στη διάθεσή του, ίσως και περισσότερα αν συνυπολογίσουμε ότι η εμμονή του με την Ολλανδία φαίνεται να έλκει την καταγωγή της από πιο παλιά, δεν τα αξιοποίησε για να μάθει τη γλώσσα, αλλά δεν μου απαντάει. Προτιμάει να μου εκμυστηρευτεί ότι σ αυτήν την προεκλογική περίοδο πέρασε ο ίδιος από πολιτικά γραφεία πέντε κομμάτων για δουλειά, παρά να μου εξηγήσει για ποιο λόγο από τη στιγμή που αποφάσισε να παίξει ένα διαφορετικό χαρτί από αυτό που του έδωσε η ζωή δεν κάνει απολύτως τίποτα για να το επιτύχει. Πάντως, κι από τα λεγόμενά του σχετικά με το είδος των δουλειών που του υπόσχονταν οι πολιτευτές των κομμάτων διαπιστώνω ,ότι ενώ μπορεί να άνοιξε η αγορά του ρουσφετιού, μάλλον τελικά πνέει τα λοίσθια.

«Μοίρασμα φυλλαδίων και φύλαξη κτηρίων», μου λέει, όταν τον ρωτάω για τι είδους θέσεις εργασίας διαπραγματεύθηκε την ψήφο του και ευθύς αμέσως μου ζητάει να του δώσω κάποια συμβουλή.
Σπρωγμένος από ένα δυσοίωνο συναίσθημα που ούτε στον εαυτό μου δεν τολμούσα να ομολογήσω και το οποίο άθελά μου είχε ήδη πετάξει ρίζες καχυποψίας μέσα του, παραδέχομαι ότι δεν είμαι σε θέση να δίνω συμβουλές σε κανένα, αν και μπαίνω στον πειρασμό να του πω ότι αν ήμουν στη θέση του, θα άρχιζα από σήμερα κιόλας να μελετώ Ολλανδικά, ώστε να μην χάσω ακόμα τρία χρόνια.

 Παράλληλα, προσπαθώ να του ξεδιπλώσω κάποιες από τις σκέψεις μου, αλλά συγκρατούμε όταν συνειδητοποιώ ότι δεσπόζουν μέσα στους γκρινιάρικους τόνους των συμβολισμών  που πλημμυρίζουν το μυαλό μου,  οι προηγούμενοι της σκυταλοδρομίας των παροπλισμένων που αρνούνται πεισματικά να εμπιστευθούν την σκυτάλη στους επόμενους, προσπαθώντας να φτάσουν σχεδόν σερνάμενοι ως το τέρμα, την αρτιμελή, αναπόφευκτη και ένδοξη κατάρρευση, την ώρα που οι νεότεροι μεγαλώνουν αναλώνοντας τη ζωή τους σ ένα άσκοπο και ανασφαλές τζόκινγκ στο χωμάτινο μονοπάτι που περιβάλλει το ταρτάν.

Επιπλέον ήθελα  να του πω ότι ακόμα και αν η βουλή ανανεώθηκε κατά 50% σε πρόσωπα στα πολιτικά πάνελς των καναλιών εξακολουθούμε να βλέπουμε περισσότερο τους υποψηφίους που απέτυχαν να εισέλθουν στην τωρινή βουλή, επιδιώκοντας με κάθε ακλόνητο μέσο την επανεκλογή τους και την «διόρθωση» της λαϊκής ετυμηγορίας εις βάρος της ανανέωσης.
Κι ότι ακόμα και ο Μίκης Θεοδωράκης δηλώνει έτοιμος να κατέλθει στις επόμενες εκλογές, την ώρα που ο Μανώλης Γλέζος αναπτύσσει τον οικονομικό οδικό χάρτη του κόμματός του για έξοδο από την κρίση και ο Τηλέμαχος Χυτήρης καταβάλλει δραματικές προσπάθειες για να μην τον πάρει ο ύπνος στον τηλεοπτικό αέρα.

Αντί όλων αυτών όμως του λέω κάτι που μοιάζει με ζωντανό κλισέ: Πως ό,τι δεν αλλάζει πεθαίνει.
Για να εισπράξω πληρωμένη την πιο πρωτότυπη ίσως απάντηση  που θα μπορούσα να δεχτώ.
«Ναι, αλλά, κι ό,τι αλλάζει πεθαίνει» Η μοιρολατρία που γίνεται ρομαντισμός.
Και μήπως έχει άδικο;