Δευτέρα, 4 Ιουνίου 2012

Η εκδίκηση των αφόρετων


Πολλές φορές καταλαβαίνω ότι όλες αυτές οι προθήκες των γονατισμένων καταστημάτων, μού φέρνουν στο μυαλό την εικόνα μιας άδειας κιβωτού, που διατρέχει την ιστορία του κόσμου, μεταφέροντας ένα ξεχασμένο μήνυμα ηδονής που δεν απασχολεί πια σχεδόν κανέναν.

Η εποχή της υπεράφθονης αθωότητας μοιάζει πια με ένα παραμύθι που θα το αφηγούμαστε στις επόμενες γενεές, άλλοι με διδακτική ταπεινότητα κι άλλοι με  καταναλωτικό αλυτρωτισμό και  οίστρο, για να αναδείξουμε συνολικά θέλω να πιστεύω τις ολέθριες συνέπειες που γεννάει η απουσία κρίσης και διαλεκτικής μέσα στα στενά χρονικά περιθώρια μιας αμφιλεγόμενης εποχής.

Συγκολλημένοι με τα προβλήματα που δημιουργεί ο ακατάσχετος ματεριαλισμός, και μουδιασμένοι καταναλωτικά, είτε από φόβο είτε από κορεσμό, αμήχανα αρμέγοντας με τα μάτια μας τις διαρκείς εναλλαγές θέσης του υποκειμένου της παρατήρησης μας και προσπαθώντας να σκιτσάρουμε στον αέρα τα αλλεπάλληλα σχήματα των φευγαλέων αβεβαιοτήτων που μας περιβάλλουν,  αναζητούμε αποκούμπια και καταφυγές σε παλιές συνήθειες που δεν σαλεύουν πια.

Κι ο καταναλωτισμός έχει αποκτήσει τώρα τους δικούς του αποσυνάγωγους. Είναι οι άνθρωποι που ψώνισαν τόσο φανατικά τα προηγούμενα χρόνια, και που γέμισαν με τόσα αχρησιμοποίητα πράγματα τις μοντέρνες ντουλάπες τους, που σήμερα βλέπουν σ αυτά ένα σκιασμένο εσωτερικό πλακέ καθρέφτη να επιχειρεί να διορθώσει κάθε αιχμηρή παραμόρφωση και εικονική παρέκκλιση, αναπαριστώντας τους  με κλινικά και ξεθωριασμένα χρώματα. Τον καθρέφτη της εσωτερικής ασχήμιας.

 Αυτοί δεν ανήκαν απαραίτητα ούτε στα μεγάλα εισοδήματα  ούτε στους έχοντες και κατέχοντες κι ούτε αδιαφόρησαν οπωσδήποτε για την κατανομή του κοινωνικού πλούτου. Παραδόθηκαν όμως σχετικά εύκολα στη μαγεία που τους προκαλούσε η συλλογή αντικειμένων, αποστερώντας τα πολλές φορές από τη χρηστική τους αξία, εκστασιασμένοι από τη χαρά της απόκτησης, της διαφοροποίησης και παράλληλα της απόλυτης ταύτισης με το αδιαφοροποίητο συντακτικό της μόδας, που απαιτεί από κάποιον να ξεχωρίζει κάνοντας ακριβώς ότι κάνουν και όλοι οι άλλοι.

Πολλά βλέμματα είναι στραμμένα αυτή την εποχή στο εσωτερικό αυτών των ντουλαπών, άλλα εντελώς αμήχανα και άλλα με ισχυρή διάθεση αυτοκριτικής και περισυλλογής, αν και είναι αλήθεια σε κάθε περίπτωση με ελάχιστη σύνδεση με τις πραγματικές αιτίες της οικονομικής κατάρρευσης.

Κι αν τότε ήμασταν ότι αγοράζαμε σήμερα είμαστε ότι αξιοποιούμε, δηλαδή από μια πλευρά έχουμε διανύσει ένα βήμα προόδου στην αχαρτογράφητη έκταση του στερεώματός μας.  Και με άλλοθι τα πάσης λογής αφόρετα ενδύματα τοποθετούμαστε σχεδόν ανυποψίαστοι στη μέγγενη ενός αδυσώπητου εσωτερικού διαλόγου, άπειροι και ανειλικρινείς αρχικά, μα τελικά σχεδόν υποχρεωμένοι να χειραγωγηθούμε από το βαρύ κατηγορώ που μας εξαπολύει η θλίψη και η απαρηγόρητη έκφραση της ματιάς μας.

Πρόκειται για τα ίδια βλέμματα που αψηφούν τώρα τις νέες παραλαβές στις παραμελημένες βιτρίνες των καταστημάτων, και τα οποία εκπροσωπούν κορμιά που πρέπει να μικρύνουν ή να μεγαλώσουν, να στενέψουν ή να φαρδύνουν για να χωρέσουν μέσα στη νέα συνθήκη της αξιοποίησης. Κι αφού πλέον οι δυνατότητες προσαρμογής της γκαρνταρόμπας είναι σαφώς περιορισμένες γιατί έκτος από χρήματα δεν υπάρχει ούτε καν διάθεση, η μόνη συμπαγής δυνατότητα εκτίναξης προς το μέλλον είναι η επίκληση του μέτρου, της λογικής και των ισορροπιών που κάποτε άκμασαν σε κάποια ιδεατή θέληση.
Και μας θυμίζουν πια όλα αυτά τόσο πολύ τα δικά μας απονευρωμένα συναισθήματα.
Τις ρωγμές και τις σχισμές πάνω στις απολιθωμένες εμπειρίες μας που δεν γέννησαν ρωμαλέα σχέδια και περισσεύματα τόλμης, αλλά κειμήλια μνήμης και δειλίας, ευλαβικά καταχωνιασμένα επί χρόνια στα κατάψυχά μας.

Κι ύστερα επιστροφή στο σήμερα. Στην πολιτική αναίδεια, στην επίκληση των καταστροφικών συνταγών, στην επικαλυπτόμενη από προσμονές καταστροφολογία, στην αξιοποίηση μιας πολιτικής γκαρνταρόμπας που μπορεί να παραμένει εσαεί διαθέσιμη, αλλά σπάνια επιτυγχάνει την προσδοκώμενη απαίτηση.

Εκ πρώτης όψεως, λοιπόν,  τίποτα κοινό δεν υπάρχει ανάμεσα στις δύο γκαρνταρόμπες.
Εκτός του ότι, αμφότερες συνέλεξαν μερικά από τα εκθέματα τους με πνεύμα ματαιοδοξίας και απληστίας, για να στυλιζάρουν το παραλήρημα κάποιου μεγαλείου και δεν υπερέβησαν ούτε τις ιδεολογικές διαφορές, ούτε την απατηλή βεβαιότητα ότι η ενότητα ενός σπιτιού ή μιας κοινωνίας επιτυγχάνεται μέσα από την ποικιλία των βεστιαρίων τους και τις προσλαμβάνουσες πολυτελείας μιας χέρσας και αναξιολόγητης φρόνησης, οι δυο τους μοιάζουν με μακρινές εξαδέλφες που συνομολογούν υπό το πρίσμα του εξαναγκασμού κάποια υποτιθέμενη συγγένεια.

Όλοι μαζί λοιπόν θυμόμαστε ότι ήρθε η ώρα να ανασύρουμε και να εκθέσουμε την προσωπική μας αλήθεια, την απαλλαγμένη από τα επιχρίσματα των συντηρητικών που μας εμπότιζαν για να μας  οδηγήσουν αναλλοίωτους στο μεγάλο φιάσκο της εποχής μας, που σηματοδότησε όλες τις μεγάλες απώλειες, της συντροφικότητας, της αισθητικής, του ζωντανού διαλόγου, της ελεύθερης έκφρασης και κυρίως της αξιοποίησης όλων των δυνατοτήτων της ζωής, όλων των αυταξιών, όλων των επαρκειών, για την καρποφορία  και την ανασύνθεση μπροστά σ ένα αχνό πεπρωμένο.