Παρασκευή, 15 Ιουνίου 2012

Ραλλού


Κρατώντας λίγες μαργαρίτες
και μαύρα φύλλα κυδωνιάς
κι ενώ εσφύριζε η τσαγιέρα
πάνω απ τις γλώσσες της φωτιάς

νότισε δύο παξιμάδια
με δυο σταγόνες του λαδιού
και στου Αιγαίου τα καθάρια
νερά ανοίχτηκε η Ραλλού

έζησε τόσο απελπισμένη
με μόνη ελπίδα το θεό
μεθοδική και λιγωμένη
με ένα βλέμμα σιωπηρό

δίπλα στον τάφο του πατέρα
μονολογούσε απ το πρωϊ
λόγια σκληρά που παραπέρα
από εκεί δεν είχαν βγει

«να πάρει η οργή» μπουκιά μεγάλη
έφαγε, λόγια να μην πει
μήπως την πέρασε για άλλη
ο ιερέας το πρωί;

οι τελευταίες της οι σκέψεις
το πανωφόρι της καρδιάς
κι όταν δεν έβγαιναν οι λέξεις
μπλόκαραν όλα μονομιάς

θυμήθηκε τους περιπάτους
που την βοήθαγαν να ζει
και τους γαμπρούς τους κυριλάτους
που την περνούσαν για χαζή

δάχτυλα ακούραστα στην πλέξη
της εκκλησίας την αυλή
είναι αμαρτία να ξεμπλέξει
κανείς φθηνά με τη ζωή.