Σάββατο, 20 Οκτωβρίου 2012

Οι Νάνοι (του Χάρολντ Πίντερ)


Ο Χάρολντ Πίντερ, κατά πολλούς κορυφαίος αγγλόφωνος θεατρικός συγγραφέας του περασμένου αιώνα, έγραψε μόνο ένα μυθιστόρημα, χωρίς όμως και πάλι να αποτραβηχτεί ολοκληρωτικά από την τέχνη που εξέπεμψε την ευφυΐα του στα πέρατα των θεατρικών σανιδιών του κόσμου.

 Μέσα από το έργο αυτό ο νομπελίστας συγγραφέας, που αρεσκόταν να αυτοαποκαλείται πολιτικός ακτιβιστής εκτοξεύει την τέχνη της ανάδειξης του ασήμαντου της καθημερινότητας μέσα από μια πρόζα γεμάτη με ένταση, πυκνότητα, θεατρικότητα, ανατρεπτικές διακυμάνσεις κι ένα υποδόριο χιούμορ που επιβραβεύει τη νοημοσύνη και την ευαισθησία του θεατή.

 Φαινομενικά από το έργο απουσιάζει η πλοκή και η δράση, ωστόσο ο Πίντερ μέσα από τις εικόνες του και τις περιγραφές του, που μοιάζουν περισσότερο με τεχνικές οδηγίες προς ένα μυημένο αναγνωστικό κοινό εξ υφαίνει μέσα στην απραξία και την σιωπή τον πάταγο που προκαλεί η πτώση των προσωπείων στο πάτωμα.
Τελικά τι είναι η φιλία; υπεύθυνη κοινωνική στάση ή υπεκφυγή; εσωτερική ανάγκη ή καταναγκασμός; οικουμενικό πρόσταγμα ή νερό στο μύλο των μικροσυμφερόντων; Πως θα αντιδράσουν οι ήρωες μπροστά στην αποκάλυψη των πραγματικών τους προθέσεων;

Ερωτήματα αμηχανίας, αλλά και ουσίας. Εκείνο το βροχερό σούρουπο ο βαρύς λονδρέζικος ουρανός έφερε μερικές μόνο απαντήσεις.
Πέρα όμως από τους λουστραρισμένους με την ντελικάτη αίσθηση της ποίησης του δρόμου λεκτικούς διαξιφισμούς, που θα φουντώνουν προ ιόντος του λογοτεχνικού χρόνου, υπάρχει μια αδιόρατη αιτία για την οποία όσο περισσότερο μιλούν οι ήρωες τόσο λιγότερο μοιάζει να ενδιαφέρονται. Η ηλικιακή ομάδα την οποία προσέγγισε ο συγγραφέας είναι εκείνη που κατ αρχάς εμφάνισε τα μεγαλύτερα ποσοστά παραίτησης από μια ζωή με απαιτήσεις και εντάσεις. Η τάξη των θαλερών μεσηλίκων.
Τα λόγια τους που διαβάσαμε αντανακλούν την κούραση που τους διαπερνάει. Οι άνθρωποι αυτοί μιλούν για προδοσία, για έλλειψη εμπιστοσύνης για χολερικούς υπαινιγμούς και για ασάφεια. Οι άνθρωποι αυτοί δηλώνουν τάσεις φυγής σε συντριπτική πλειοψηφία. Η δυσφορία τους καταγράφεται σε κάθε βήμα τους.

Οι συγκρούσεις είναι πλέον ορατές και διαδέχονται η μία την άλλη: διαπροσωπικές, κοινωνικές, ερωτικές. Η τελική αναμέτρηση θα επιβεβαιώσει , απλώς αυτό που λίγο πολύ ξέρουμε αλλά δεν ομολογούμε: ότι ο κίνδυνος της παραίτησης είναι παντού υπαρκτός και τρέφεται από τις αμφιβολίες και τις ενστάσεις των καθημερινών μας αυτοματισμών. Και μέσα σ όλα αυτά μια γυναίκα σύμβολο η Ελένη, η οποία δεν αντέχει να στερείται την ερωτική και εσωτερική ελευθερία. Βυθισμένη ως τα αφτιά μέσα στο θειάφι της κόλασης, ζώντας με ένα βιβλίο απαγορευμένο στο προσκεφάλι της και εκστομίζοντας απρόθυμα μερικές επιδερμικές απόψεις που συχνά πυκνά προκαλούν τη αποκαρδιωτική θυμηδία των εραστών της,  η Ελένη απαιτεί το δικό της διάλειμμα από μια σχέση γρανιτένια και δύσκαμπτη.
  Ο Πίντερ γράφει τους “Νάνους” με πείσμα και ευαισθησία , χωρίς να υποχωρήσει ούτε βήμα από τη συγγραφική κοσμοθεωρία του και χωρίς να υποκύψει στην παραμικρή περικοπή για να κάνει το έργο του περισσότερο ευοίωνο.