Ανάμεσα στα κόκαλά του μεγαλώνει το χορτάρι
το άδειο σώμα του σαπίζει, το τσιμπάνε τα πουλιά
το ρούχο της ψυχής του μαύρο, το φοράει το φεγγάρι
το μάτι το άγριο του ήλιου πέφτει πάνω του ξανά
κι αυτός ένας απ όλους που βρεθήκαν σ ένα δρόμο
γεμάτο από θάμνους και αγκάθια αγκυλωτά
με αίμα ξεραμένο απ την καρδιά μέχρι τον ώμο
τον σύραν σαν ζαρκάδι, κάτι άγρια τρωκτικά
μανάδες της ελπίδας, λίγα φρούτα γης του πάνε
του δείχνουν καλοσύνη και του κόβουν τα μαλλιά
φονιάδες πληρωμένοι, υπογράψαν να τον φάνε
μα τώρα δυο γυναίκες του κρατάνε συντροφιά
γαβγίζουνε οι σκύλοι μα οι άνθρωποι δαγκώνουν
αυτοί οι μικροί διαβόλοι πάντα βγαίνουν στη βροχή
γεννιέται το παιδί του και πεθαίνει δεν το σώνουν
μία μασάει μια φτύνει πριν τη γέννα η μαμή 
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου