Τρίτη, 7 Φεβρουαρίου 2017

Προστασία νεκρών

Πίνακας: Cathrerine Dildilian


Παρά το ψιλόβροχο που έριχνε, οι δύο αδελφές πήγαν κανονικά στα κοιμητήρια για να κάνουν το ευχέλαιο που χρωστούσαν στον πατέρα τους. Εκεί, συνάντησαν έναν ιερέα, ο οποίος πολύ ευγενικά τους αρνήθηκε να το κάνει ο ίδιος, λέγοντας ότι στο χώρο αυτό που βρίσκεται το μνήμα του πατέρα  τους δραστηριοποιείται  κάποιος άλλος συνάδελφος του,  που εκείνη την ώρα τύχαινε να λείπει και δε θα ήταν καθόλου σωστό , αν έμπαινε στα χωράφια του. Έτσι, οι δύο αδελφές αναγκάστηκαν να ξαναέρθουν το επόμενο πρωί, όπου τους περίμενε πια ο σωστός ιερέας.

 Μόλις ο ιερέας  τελείωσε το ευχέλαιο του, απευθυνόμενος στις δύο αδελφές τις ενημέρωσε ότι εδώ και λίγες ημέρες συνεργάζεται με τα κοιμητήρια μια πολλή καλή κοπέλα, η οποία αναλαμβάνει διάφορες εργασίες που έχουν να κάνουν με την φροντίδα των μνημάτων.
Σαν να ήταν συνεννοημένες οι δύο αδελφές χαμογέλασαν σχεδόν ομόθυμα, εξηγώντας στον ιερέα ότι θα προτιμούσαν να φροντίζουν οι ίδιες το μνήμα του πατέρα τους.
Εκείνος, σαν ένας πωλητής που έχασε εντελώς αναπάντεχα ένα στοίχημα που είχε βάλει με τον εαυτό του, και φάνηκε να το έχει πάρει λιγάκι  τοις μετρητοίς , λίγες στιγμές αργότερα όταν  τις αποχαιρετούσε έμοιαζε να φτύνει  ένα βλέμμα με κάτι αναμφίβολα εχθρικό μέσα του, έτσι όπως στριμωχνόταν κάτω από δυο πολύ απειλητικά γκρίζα φρύδια.
Γι αυτό και όταν  οι δύο αδελφές επέστρεψαν στα κοιμητήρια μετά από μερικές εβδομάδες ,βλέποντας  μπροστά τους  μια εικόνα που δε θα μπορούσαν να ξεχάσουν ποτέ, θυμήθηκαν τη ματιά που τους είχε ρίξει τότε ο παπάς για να εκφράσει την πιο ολοκληρωτική αποστροφή του.
Βλέποντας λοιπόν, το μνήμα του πατέρα τους  να έχει τα κακά του χάλια, πολλά πέρασαν από τη σκέψη τους μέχρι να αποφασίσουν ποιο είναι το πρώτο πράγμα που πρέπει να κάνουν.
Κι αυτό ήταν να αψηφήσουν τον πόνο της καρδιάς τους και να αρχίσουν αμέσως να καταγράφουν μια μια τις ζημιές που συναντούσαν μπροστά τους, ώστε  αμέσως μετά να ζητήσουν το λόγο από τους υπευθύνους των κοιμητηρίων για μια μεγάλη ρωγμή στο βάζο με τα λουλούδια, μερικές εγκάρσιες  γρατσουνιές πάνω στο τζάμι του μνήματος, μια ανεξήγητη αποκόλληση ενός γερού κομματιού από το μάρμαρο της περιμέτρου και την πτώση της φωτογραφίας του πατέρα τους πάνω στο χώμα.

 Όταν έβλεπαν όμως τον ιερέα να πλησιάζει προς το μνήμα του πατέρα τους με βήμα  διεκπεραιωτικό και απρόθυμο, έχοντας μαζί του  κάποιον υπάλληλο που είχε νωρίτερα ειδοποιηθεί, οι δύο γυναίκες, αν και ένιωθαν να τις κατακλύζει  μεγάλη σιχαμάρα και αηδία, καταδύθηκαν σε μια αποτρόπαιη ευλαβική σιωπή και σχεδόν δεν αντέκρουσαν κανέναν από τους ισχυρισμούς του ενοχλημένου ιερέα που έλεγε ότι όλες εκείνες οι μικροζημιές οφείλονταν αποκλειστικά στο πρωτοφανές κύμα κακοκαιρίας που είχε πλήξει την ευρύτερη περιοχή κατά τις προηγούμενες ημέρες. Ήταν όμως τόσο μεγάλη η καχυποψία που έθρεφαν  μέσα τους από την πρώτη κιόλας στιγμή που συναντήθηκαν μαζί του , ώστε ακόμα κι αν όλα αυτά που τις έλεγε τώρα ο ιερέας έκρυβαν μια μικρή δόση αλήθειας, εκείνες καθόλου δεν τις ένοιαζε. Ναι, καθόλου.  Γιατί  είχαν αποφασίσει μέσα τους οριστικά και αμετάκλητα ότι για όλες εκείνες τις ζημιές που προκλήθηκαν στο μνήμα του πατέρα τους  υπεύθυνο ήταν αποκλειστικά κάποιο ανθρώπινο χέρι και τίποτα δεν τους το έβγαζε αυτό από το μυαλό.





Δεν υπάρχουν σχόλια: