Στις δώδεκα του μήνα παίρνει κάποια λεφτουδάκια στα χέρια του από κάποιο πονόψυχο συγγενή και αμέσως βάζει μπρος να φτιάξει το καινούργιο κατάστημά του. Αρχικά βρίσκει το χώρο που τον εξυπηρετεί, έπειτα παίρνει την απαιτούμενη άδεια και κατόπιν αρχίζει να δίνει στο χώρο τη μορφή που του αρμόζει. Θέλει να φτιάξει ένα εργαστήριο για την επιδιόρθωση ηλεκτρονικών υπολογιστών, αλλά οι πόροι που έχει διαθέσιμοι δεν επαρκούν ώστε να προσλάβει τεχνίτες για την ανακαίνιση του χώρου. Οπότε την αναλαμβάνει μόνος του.
Στην αρχή καθαρίζει το χώρο, μετά κάνει απεντόμωση, κατόπιν τον βάφει και φτιάχνει μόνος του τις υδραυλικές εγκαταστάσεις και τα ηλεκτρολογικά. Αλλά δεν μένει σ αυτό.
Χρειάζεται έπιπλα, ένα γραφείο, μια ντουλάπα, μερικά ξύλινα ράφια.
Αρχίζει να τα φτιάχνει όλα μόνος του, γιατί είναι πραγματικός χρυσοχέρης.
Τελικά, λίγο πριν γίνουν τα εγκαίνια του καταστήματος, οι φίλοι του μένουν άναυδοι από το τελικό αποτέλεσμα. Κανείς δεν μπορεί να πιστέψει ότι όλα αυτά τα θαυμαστά ξύλινα έργα τα έφτιαξε με τα ίδια του τα χέρια.
Κάποια μέρα η επιχείρηση ανοίγει. Σιγά σιγά έρχονται οι πρώτοι πελάτες και μαζί οι πρώτες αποτυχίες. Ο ίδιος γνωρίζει καλά ότι με το συγκεκριμένο αντικείμενο έχει να ασχοληθεί πάνω από είκοσι χρόνια, αλλά υποτιμάει τη σημασία της αποστασιοποίησης. Αποτέλεσμα; Εκείνη η παλιά αυτοπεποίθηση που είχε ως ένας από τους λίγους που ασχολούνταν κάποτε με τους υπολογιστές, σήμερα να μην αρκεί προκειμένου να φέρει εις πέρας κάποιες σύνθετες εργασίες. Στο κατάστημά του αρχίζουν πια να γίνονται χοντράδες. Σφάλματα που δε θα έκανε ούτε μικρό παιδί. Ο ίδιος αρχίζει να αγχώνεται και να απογοητεύεται. Άραγε, τον έχει ξεπεράσει τόσο πολύ η εποχή του;
Οι πελάτες αρχίζουν να φεύγουνε τρέχοντας. Οι πρώτες καταγγελίες δεν αργούν να παρουσιαστούν. Ο ίδιος νοιώθει καλά όταν το τηλέφωνο δε χτυπά και πάντα του εμφανίζεται ένα χτυποκάρδι όταν βλέπει ένα πελάτη στην είσοδο του καταστήματός του.
Το όνειρο που είχε, να φτιάξει επιτέλους στα 53 του, ένα δικό του εργαστήριο για την επιδιόρθωση ηλεκτρονικών υπολογιστών έχει γίνει πια εφιάλτης.
Ωστόσο, κάποια στιγμή, αρχίζει να έχει κάποιες μικρές επιτυχίες, που τον βοηθούν κάπως να αναθαρρήσει. Αλλά δεν είναι αρκετές, επειδή οι μήνες περνούν και οι περισσότεροι πελάτες φεύγουν από το κατάστημά του εξοργισμένοι και φυσικά χωρίς να τον πληρώσουν.
Οι αρνητικές κριτικές στο διαδίκτυο αρχίζουν να πέφτουν βροχή με αποτέλεσμα ακόμα και οι φίλοι του πια να του εμπιστεύονται τον χαλασμένο υπολογιστή τους με την ψυχή στο στόμα.
Στο μεταξύ έχει έρθει η άνοιξη. Τον αριθμό τηλεφώνου του κανένας δεν τον χρησιμοποιεί πια. Ο ίδιος κάθεται μέσα στο κατάστημά του ανακουφισμένος από την απουσία πελατών.
Ώσπου κάποια μέρα τον επισκέπτεται ένας νεαρός, ο οποίος δείχνει να ενδιαφέρεται για τη διακόσμηση του καταστήματός του.
-Θα ήθελα να σας ρωτήσω κάτι, λέει ο νεαρός
-Ναι, σας ακούω!
-Μου έχουν κάνει μεγάλη εντύπωση αυτά τα ράφια. Πουθενά δε έχω ξαναδεί κάτι παρόμοιο. Θα μπορούσατε ίσως να μου πείτε από πού τα αγοράσατε;
-Όχι, δε τα αγόρασα από κανέναν. Τα έχω φτιάξει μόνος μου, λέει ο ιδιοκτήτης.
-Μόνος σας; Ρωτάει ο νεαρός
-Ναι, μόνος μου. Και τα ράφια, και τα γραφεία και τις ντουλάπες και τα βαψίματα και τα υδραυλικά και τα ηλεκτρολογικά όλα τα έχω κάνει μόνος μου, λέει ο ιδιοκτήτης.
-Μα αυτό είναι φοβερό, λέει ο νεαρός και συνεχίζει.
-Κοιτάξτε κάτι. Εγώ πολύ πρόσφατα πήρα μέσω ΕΣΠΑ ένα αρκετά μεγάλο ποσό και σκοπεύω να ανοίξω ένα παρόμοιο κατάστημα για την επιδιόρθωση ηλεκτρονικών υπολογιστών. Αλλά βλέπω ότι έχετε πολύ μεγάλο ταλέντο. Μήπως θα μπορούσατε να αναλάβετε και την ανακαίνιση του δικού μου καταστήματος; Θα πληρωθείτε πολύ καλά γι αυτό.
Ο ιδιοκτήτης του μαγαζιού και πρωταγωνιστής της ιστορίας μας δεν αντιλαμβάνεται καν την μυρωδιά της ευκαιρίας που του παρουσιάζεται. Αντιθέτως, θυμώνει κάπως με την πρόταση του νεαρού, η οποία, κατά βάθος, του φαίνεται αρκετά υποτιμητική.
-Όχι, όχι, του λέει ο ιδιοκτήτης. Εγώ δεν είμαι ξυλουργός για να αναλάβω τέτοιες εργασίες. Είμαι τεχνικός ηλεκτρονικών υπολογιστών, καταλήγει σχεδόν προσβεβλημένος.
Τώρα το γραφείο βρίσκεται εδώ, τα ράφια πάντοτε εκεί και η ξύλινη ντουλάπα στη θέση της. Αυτός, κυκλοφορεί με ένα κατσαβίδι στο χέρι και σκέφτεται την επόμενη φορά που θα πληρωθεί. Στη μεσημεριανή διακοπή φοβάται την επιστροφή του πελάτη, γιατί πιστεύει ότι πια φαίνεται σε όλους ύποπτος σαν κάποιος που δεν αγαπάει πραγματικά τη δουλειά του, αλλά πρέπει να την κάνει. Καμιά φορά σκέφτεται μήπως έπρεπε να δεχτεί την πρόταση που του έκανε εκείνος ο νεαρός. Μετά, για πολλή ώρα διστάζει. Όμως, ξέρουμε ότι στο τέλος της ημέρας θα υπερισχύσει η εγωϊστική συνείδηση του και θα το αρνηθεί.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου