-Μην είσαι
τόσο φοβιτσιάρα πια! της λέει η φίλη της,
της γριούλας, κάθε φορά που βλέπει όλα τα παντζούρια του σπιτιού της κλειστά.
Άνοιξε καμιά φορά να μπει λιγάκι φως μέσα στο σπίτι σου.
Εκείνη, όμως,
είναι ανένδοτη. Ζώντας, μονάχη της, στο
ισόγειο μιας παλιάς πολυκατοικίας, σε ένα σπίτι όπου όλα τα παράθυρα είναι
χαμηλά και βλέπουν προς το δρόμο, έχει αποκτήσει φοβία με το ισχνό ενδεχόμενο κάποιος περαστικός να
περάσει και να σπάσει κάποιο από τα τζάμια της.
Κι όμως, ο
φόβος της αυτός ξεκίνησε από ένα πραγματικό συμβάν, όταν κάποτε, πριν από καμιά δεκαετία δηλαδή , μια μικρή
ομάδα παιδιών είχε χτυπήσει το ένα παράθυρό της, μ ένα μεγάλο κλαδί δέντρου,
έτσι για πλάκα.
Από τότε, η
γριούλα έκλεισε ερμητικά εκείνο το παράθυρο που έβλεπε στον ένα δρόμο και δεν
το άνοιγε παρά μόνο για να το καθαρίσει,
μια φορά το χρόνο.
Λίγους μήνες
μετά, όμως από εκείνο το δραματικό για τα δεδομένα της περιστατικό η γριούλα
ακούει ένα καυγά έξω από το σαλόνι της, ο οποίος έχει τελικά άσχημη κατάληξη
μιας και οι δύο καυγατζήδες αρχίζουν ξαφνικά να πετούν ο ένας προς τον άλλο πέτρες και μπουκάλια.
Εκείνη τη
νύχτα είναι μάλλον που η γυναίκα αποφασίζει να κλείσει μια και καλή και τα υπόλοιπα
τρία παντζούρια που βλέπουν προς τον απέναντι δρόμο, εκτός βέβαια από εκείνο της
κουζίνας που συνεχίζει να το αφήνει πάντα μισάνοιχτο.
Έτσι περνούν
σχεδόν είκοσι χρόνια ζωής μέσα στο μισοσκόταδο και η γριούλα σταδιακά αρχίζει
να μετατρέπεται σ ένα περίεργο τυφλοπόντικα που λίγο λίγο χάνει το φως του,
χωρίς ουσιαστική και πραγματική αιτία.
-Δε βλέπω
καλά, παραπονιέται συχνά στις φιλενάδες της όταν την επισκέπτονται, κάθε φορά όμως
που πηγαίνει για εξετάσεις στον οφθαλμίατρο εκείνος της λέει πόσο περίφημη
είναι και αυτή τη φορά η όρασή της.
-Άνοιξε βρε
κανένα παντζούρι , να μπει λίγο φως μέσα στο σπίτι σου, επαναλάμβανε μονότονα η φίλη της.
-Όχι, έλεγε,
δεν τ΄ ανοίγω. Μια χαρά είμαι κι έτσι. Γιατί, αν τ΄ ανοίξω τα παντζούρια,
μπορεί να περάσουν ξανά τίποτα παιδιά
και να μου σπάσουν το τζάμι.
Μ αυτά και μ
αυτά, η γριούλα πέρασε τελικά 20 ολόκληρα χρόνια από τη ζωή της βυθισμένη μέσα σ ένα αδικαιολόγητο σκοτάδι, προτού τελικά πεθάνει κάποιο φωτεινό αυγουστιάτικο μεσημέρι.
Την επομένη, αφού την αποχαιρετούν οι συγγενείς και οι φίλοι όπως
ακριβώς της αρμόζει πηγαίνουν κατευθείαν στο σπίτι της για να
ανταλλάξουν καμιά κουβέντα και καμιά
παρηγοριά.
Είναι νωρίς
ακόμα, απόγευμα καλοκαιριού και ο ήλιος είναι ακόμα φωτεινός.
-Ρε «παιδιά» , δεν ανοίγουμε κανένα
παντζούρι, μπας και μπει επιτέλους λίγο
φως μέσα στο σπίτι; ρίχνει μια ιδέα η φίλη της.
-Ναι,
βέβαια, να τ΄ ανοίξουμε όλα, συμφωνούν αμέσως και οι συγγενείς της.
Ξαφνικά όλο
το σπίτι φωτίζεται και μεταμορφώνεται με μιας σε ένα άλλο σπίτι, το οποίο στην
πραγματικότητα είναι για κάποιους ένα
παλιό γνώριμο σπίτι γεμάτο θαλπωρή που, όμως έχει εξαφανιστεί από τη μνήμη τους,
καλυμμένο έτσι από το σκοτάδι της μοιρολατρίας
και του φόβου, ενώ για κάποιους άλλους,
πιο όψιμους φίλους της, είναι μια πραγματική
αποκάλυψη.
-Τι ωραίο
σπίτι που είχε τελικά η φιλενάδα μας , παραδέχεται μια από τις φίλες της, που
το βλέπει πρώτη φορά έτσι φωτεινό και ευχάριστο.
-Δυστυχώς, η
φιλενάδα μας κρατούσε πάντοτε τα παντζούρια της κλειστά, επειδή πίστευε ότι κάποιος θα περάσει και θα της σπάσει τα
τζάμια, λέει η φίλη της και όλοι καγχάζουν με συγκρατημένο σαρκασμό.
Και τότε ξαφνικά
συμβαίνει κάτι αδιανόητο. Ακούγεται ένας δυνατός θόρυβος κι ολόκληρη η τζαμαρία
του σαλονιού γίνεται θρύψαλα. Κομμάτια γυαλιού γεμίζουν το πάτωμα και κάποια
μικρά θραύσματα παραλίγο να τραυματίσουν τις ηλικιωμένες γυναίκες που αρχίζουν
να ουρλιάζουν σχεδόν υστερικά, πέφτοντας με τις παλάμες τους κάτω προς το πάτωμα. Ακριβώς εκεί κοντά τους, μια
μικρή πέτρα έχασκε.
Τότε, ο γιος
της νεκρής γυναίκας, βρίσκει το θάρρος και σηκώνει ψηλά το κεφάλι του για να μπορέσει να κοιτάξει έξω από το παράθυρο
προς το δρόμο και τότε βλέπει τρία παιδιά που δε τα έλεγες και πολύ μικρά , να
τρέχουνε προς την αντίθετη κατεύθυνση, γελώντας σα χαζά, και ορθώνοντας ψηλά προς
το μέρος του το μεσαίο δάχτυλο του χεριού τους.
Μετά, εκείνος
στρέφεται με ψυχραιμία προς τους τρομοκρατημένους συγγενείς και φίλους που
περιμένουν ν ακούσουν τι έχει συμβεί και τους λέει:
-Τίποτα, δεν
είναι. Κάτι αλητάκια πέρασαν και έσπασαν το τζάμι. Αύριο κιόλας θα το
ξαναφτιάξουμε.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου