-Πάλι μου
αραδιάζει λόγια του αέρα, έλεγε στις φιλενάδες της τα χρόνια που τη φλέρταρε ο μελλοντικός
σύζυγός της.
-Τι σόι
χασάπης είναι αυτός που όλο μιλάει με
στίχους και με ρίμες. Εγώ, έλεγε, θέλω
τον άντρα να ξέρει να χορεύει και να
τραγουδά, όχι να μου λέει ποιήματα.
Τελικά, τον
παντρεύτηκε και είπε κι ένα τραγούδι.
Ο σύζυγός
της ήταν ένας άνθρωπος ήρεμος, στοχαστικός σχεδόν αθόρυβος, σε απόλυτη
αντίστιξη με τη Μαίρη που την ευχαριστούσε μόνο να πηγαίνει να χορεύει και να
τραγουδά.
Πολλά χρόνια
δεν έζησε μαζί του. Πρόλαβε όμως να κάνει τρία παιδιά και να μάθει τη χασαπική
καλύτερα από τον ίδιο. Όταν πέθανε ο
άντρας της, εκείνη ήταν μόλις σαράντα χρονών. Με τρία παιδιά να πρέπει να
μεγαλώσει μονάχη της κι ένα κατάστημα στους ώμους της. Να ξαναφτιάξει τη ζωή της
ούτε που το σκέφτηκε, έτσι όπως παρασύρθηκε από τους χείμαρρους της ζωής της. Αλλά
ούτε και τον άντρα της μνημόνευε ποτέ.
Περιστασιακά
μόνο, όταν καμιά φορά ένιωθε την ανάγκη να
έχει έναν άνθρωπο στο πλευρό της, πιο πολύ
ως στήριγμα δηλαδή, παρά ως πραγματική παρουσία, θυμόταν, με κάποια ενοχή είναι
αλήθεια, τον τρόπο που μιλούσε καμιά φορά στο σύζυγό της για να τον πικάρει
κάπως για το γεγονός ότι τον παντρεύτηκε τότε χωρίς πραγματικό έρωτα και χωρίς
αγάπη: -Έτσι που δεν ακουγόσουν νόμισα πως έφυγες, του έλεγε.
Σήμερα, που
πλησιάζει τα 70 της χρόνια και που τα παιδιά της έχουν αποκατασταθεί πια και
που ένα από αυτά της έχει χαρίσει ήδη δύο εγγόνια, τα οποία η ίδια φροντίζει τις καθημερινές,
της Μαίρης της αρέσει να πηγαίνει τα
Σαββατόβραδα, σ ένα κοντινό χωριό για
χορό και τραγούδι μέχρι το ξημέρωμα.
Κάποια μέρα,
λοιπόν την πλησιάζει ένας γοητευτικός κύριος,
εκεί κοντά στην ηλικία της, χωρισμένος αυτός, αλλά χωρίς παιδιά, με τον οποία αρχίζει να κάνει
λίγη παρέα .
Μετά από
λίγο καιρό, εκείνος ανακοινώνει στους φίλους του ότι με τη Μαίρη πια είναι ζευγάρι
κανονικό, πράγμα που εκείνη ούτε αρνείται,
ούτε και επιβεβαιώνει.
Γιατί εκείνη
το μόνο πράγμα που αποζητά είναι να έρθει
το Σαββατόβραδο και να πάει να χορέψει και να τραγουδήσει στο διπλανό χωριό.
-Ποιος είναι
αυτός που σε κοιτάει; της λέει κάποιο
τέτοιο Σαββατόβραδο ο Στέλιος, αλλά απάντηση δεν παίρνει καμιά.
-Με ποιον
μιλούσες εκεί δίπλα στο τραπέζι; τη
ρώτησε μια άλλη φορά, αλλά ούτε κι εκείνη πήρε απάντηση.
-Ποιος είναι
αυτός που σηκώνεται και όλο χτυπάει παλαμάκια, μόνο όταν χορεύεις εσύ; Τη ρώτησε
ο Στέλιος ένα άλλο Σαββατόβραδο. Πάλι όμως δεν πήρε απάντηση καμιά.
Ώσπου μια
μέρα, ο Στέλιος προσπάθησε να της βάλει τα δυο πόδια σ ένα παπούτσι, μια και
καλή για να μπουν τα πράγματα επιτέλους στη θέση τους.
-Από τη στιγμή
που είσαι μαζί μου πια, δεν μπορείς να κάνεις ότι θέλεις. Κομμένοι οι χοροί και
τα τραγούδια στο διπλανό χωριό. Τα Σάββατα θα μένουμε στις Σέρρες και θα
βγαίνουμε μαζί έξω για φαγητό.
Τι ήταν να
τα πει όλα αυτά ο Στέλιος; Εκείνη αμέσως
σηκώνεται όρθια ,και κατευθύνεται προς την
μεγάλη πίστα του κέντρου, ψιθυρίζοντας κάτι στο αυτί ενός εκ των μουσικών.
Εκείνος
συγκατανεύει και κάνει νόημα στην ορχήστρα να αρχίσει να παίζει την εισαγωγή
από το τραγούδι του Χρηστάκη, «Θα ζήσω ελεύθερο πουλί».
Τη στιγμή όμως που ξεκινά να χορεύει η Μαίρη γυρίζει προς το κοινό και λέει, δείχνοντας προς
την πλευρά του Στέλιου.
-Αφιερωμένο
στο μαλάκα με το κόκκινο πουκάμισο.
Ο Στέλιος φυσιολογικά προσβάλλεται αλλά για να αντιπαρέλθει κάπως, αρχίζει να χαμογελά κάπως επιτηδευμένα βέβαια, γιατί, εκτός των άλλων, κατά βάθος καταλαβαίνει ότι έστω κι έτσι η Μαίρη
επιτέλους του είχε απαντήσει σε κάτι.
Σηκώνεται, λοιπόν κι αυτός όρθιος και στριμώχνεται δίπλα στους υπόλοιπους που χτυπούν παλαμάκια για τη Μαίρη την ώρα που χορεύει.
Λίγο πριν
τελείωσε δε το περίφημο τραγούδι του Χρηστάκη, ο Στέλιος στρέφεται προς το διπλανό του και λέει με κάποια περηφάνια:
-Μαίρη την λένε. Είναι η πρώην μου…
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου