Έζησαν μαζί
ολόκληρη ζωή. Μάνα και κόρη, μόνες
απέναντι σ όλους μέχρι τα βαθιά τους γεράματα. Απέναντι σ όλους, απέναντι και
στον εαυτό τους τον ίδιο.
Η ζωή τους
όλη ήταν μια θλιβερή ακολουθία ατελείωτων καυγάδων. Τσακωμών για το τίποτα.
Αντιπαραθέσεων χωρίς περιεχόμενο και νόημα. Για δεκαετίες ολόκληρες η μία κατηγορούσε αλύπητα την άλλη.
Ώσπου μια μέρα, που η μάνα φεύγει από τη ζωή πλήρης πικραμένων ημερών, η κόρη, που μένει πια πίσω και είναι ήδη 76 χρονών καταλαβαίνει ότι οφείλει να συνεχίσει μόνη.
Όμως, ακόμα και μετά το
θάνατο της μάνας της, οι καυγάδες συνέχιζαν με την ίδια ένταση.
Πότε
μιλώντας στις λιγοστές φιλενάδες της, πότε στον ίδιο της τον εαυτό κατηγορούσε
συνεχώς τη μάνα της για όσα πέρασε και όσα δεν έκανε στη ζωή της. Ταυτόχρονα, απομάκρυνε
από τη ζωή της όποιον και όποια διατηρούσαν καλές σχέσεις με τη μακαρίτισσα.
Οι φίλες της καταλάβαιναν τώρα ότι δεν υπάρχει πιο άσχημο πράγμα για την ψυχή του ανθρώπου από το να μην ακούει
έστω, και την ύστατη στιγμή, τη συγγνώμη που περιμένει ν ακούσει.
-Η μάνα μου
η σκύλα, η μάνα μου η καταραμένη, η μάνα μου η στριμμένη, η μάνα μου η σκληρή
κι απάνθρωπη . Που όλους τους αγαπούσε
εκτός από εμένα, έλεγε καθημερινά στις φιλενάδες της.
Ώσπου μια
μέρα, άλλες από τις φίλες της είχαν πεθάνει πια και άλλες την είχαν παρατήσει επειδή δεν άντεχαν να την ακούνε άλλο.
Τότε η κόρη
συνέχισε εντελώς μόνη της.
Της άρεσε και της δημιουργούσε ένα αίσθημα ασφάλειας να έχει κάποιες μικρέ καθημερινές ρουτίνες, μεταξύ αυτών να κοιτάζεται κάπου κάπου περίλυπα στον καθρέφτη. Ώσπου μια μέρα καταλαβαίνει και η ίδια αυτό που οι άλλοι
είχαν καταλάβει από καιρό.
Ότι έμοιαζε
τρομερά στη μάνα της.
-Κοίτα κάτι
πράγματα, έλεγε. Μοιάζουμε σα δυο σταγόνες νερό.
Μετά έψαξε
και βρήκε τα χαρακτηριστικά σκουλαρίκια της μάνας της, τα φόρεσε και στάθηκε ξανά μπροστά στον καθρέφτη.
Κι όταν έκανε
να πιάσει μια καραμελίτσα, από το έπιπλο του καθρέφτη, έκανε και η μάνα της την ίδια
κίνηση ακριβώς. Κι όταν έβαζε τη μαντήλα της, την έβαζε και η μάνα της. Κι όταν δοκίμαζε να κάνει
κάποιες γκριμάτσες, όταν δε φορούσε τη μασέλα της και γελούσε έβλεπε με ικανοποίηση ότι και η μάνα της την αντέγραφε.
Και σιγά σιγά το
μέσα της μαλάκωνε.
-Τώρα που θα
βγω, της έλεγε ήρεμα, ρίχνε μια ματιά στο
σπίτι. Αν θέλεις πάρε και καμιά καραμελίτσα, αλλά καλύτερα περίμενε μέχρι να γυρίσω
εγώ.
Άλλες φορές πάλι κοιτούσε τον καθρέφτη και ρωτούσε τη μάνα της, τι φαγητό ήθελε να της φτιάξει σήμερα.
Κι εκείνη πάντα της ζητούσε το ίδιο φαγητό που και η ίδια είχε όρεξη να φάει.
-Δε φταις
εσύ που έμεινα ανύπαντρη, της είπε κάποια μέρα και κοίταξε να δει, μήπως την έχει
ακούσει κανένας άλλος.
Όμως η
μεγάλη αλλαγή συνέβη, όταν ένα βράδυ, κοίταξε μέσα στον καθρέφτη και της είπε:
-Συγγνώμη.... Συγγνώμη για όλα.
Κι έχοντας κι η
ίδια ακούσει πια μέσα από τον καθρέφτη τη συγγνώμη που περίμενε ν ακούσει από καιρό
, είχε τώρα πια αλλάξει οριστικά.
Τα δύο τελευταία χρόνια, ήταν τα καλύτερα της ζωής της.
Κυρίως, χάρη σ εκείνον τον καθρέφτη, που την είχε κάνει να συγχωρέσει οριστικά πια τη μάνα της και μαζί τον ίδιο τον εαυτό της.
Και σαν τελευταία επιθυμία είχε ζητήσει, από έναν ξεχασμένο ξάδελφο, να τη θάψουν, πάση
θυσία δίπλα στην αγαπημένη μανούλα της. Κι ήταν εντελώς κάθετη σ αυτό.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου