Δύο
ηλικιωμένοι, παλιοί συμμαθητές, συναντήθηκαν ύστερα από χρόνια και έσφιξαν τα
χέρια τους σε μια ατελείωτη χειραψία.
Ο ένας,
αυτός που είχε περάσει τις μεγάλες περιπέτειες με την υγεία του, έσφιξε το χέρι
του άλλου για τα καλά. Εκείνος, προκειμένου να ανταποκριθεί, συγκέντρωσε όση
δύναμη του είχε απομείνει.
Πάνω
κάτω, πάνω κάτω, πάνω κάτω.
Ξύπνησε ο
παλιός ανταγωνισμός.
Το βράδυ
ένιωθαν και οι δύο πόνους στα χέρια. Ο ένας στον ώμο του, ο άλλος στον καρπό
του.
Κανένας,
όμως, από τους δύο δεν έριξε το φταίξιμο σ’ εκείνη τη χειραψία.
«Σήμερα
συνάντησα τον παλιό μου συμμαθητή, τον Αποστόλη. Τον θυμάσαι;» είπε ο ένας στη
γυναίκα του.
«Τον
Αποστόλη; Βέβαια! Πώς είναι;»
«Αδύναμος μου φάνηκε. Μια
χειραψία κάναμε και παραλίγο να μου μείνει στα χέρια.»
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου