
Ανέκαθεν ήταν πιο εύκολη υπόθεση να πιστεύει κανείς από το να αναρωτιέται. Να συνομιλεί με αγίους αντί με επιστήμονες. Ακόμα και στα δύσκολα χρόνια της θρησκευτικής λατρείας, όπου αμφισβητούνταν η ανεξιθρησκία και εξωθούνταν η πίστη σε ένα δόγμα σε διωγμούς και εκτοπίσεις, η καταδίωξη και η απομόνωση των ελεύθερων πνευμάτων της επιστήμης από τις αγκυλωμένες εξουσίες της κάθε εποχής περνούσε ιστορικά σε δεύτερη μοίρα. Αυτοί οι επιστήμονες συχνά συγχρωτίζονταν με τους περιθωριοποιημένους καλλιτέχνες της κάθε εποχής, βάζοντας τις βάσεις για ότι σήμερα αποτελεί αισθητική, ομορφιά και ρεαλιστική αντιμετώπιση των πρωτογενών ανθρώπινων προβλημάτων. Η ευκολία λοιπόν του να πιστεύεις κανείς χωρίς να το πολυψάχνει, του να εγκαταλείπεται στα φιλόξενα χέρια των συναισθημάτων του και να κωφεύει μπροστά στις επιταγές της λογικής ενσωματώθηκε πλήρως με τις παραδοσιακές ελληνικές πεποιθήσεις παράγοντας τα γνωστά αποτελέσματα.
Όταν η ελληνική κυβέρνηση πριν από μερικούς μόλις μήνες έβρισκε ευκαιρία στο πλαίσιο των δεσμεύσεων που της επέβαλε το μνημόνιο να υπερβάλλει εαυτόν προκειμένου να επιδείξει προς τους ευρωπαίους και τις αγορές την διάθεση απόλυτης υποταγής στις επιταγές των δανειστών της που την διακατείχε, περιορίστηκε στα μέτρα άμεσης οικονομικής απόδοσης. Ξεπερνώντας λοιπόν την συνταγματική καταστρατήγηση, η κυβέρνηση Παπανδρέου πιθανότατα δεν λογάριαζε ότι προχωρούσε και σε ορισμένες μεγάλες αδικίες που όχι μόνο θα βύθιζαν την οικονομία στην ύφεση και τους εργαζόμενους στην απαισιοδοξία, αλλά δεν θα απέφεραν τελικά και τα έσοδα που θα δικαιολογούσαν την δριμύτητα τέτοιων αποφάσεων. Θυμόμαστε ότι επικαλέσθηκε εθνική ανάγκη για να ανοίξει με αξιοσημείωτη ευκολία ζητήματα που καμιά άλλη κυβέρνηση δεν τόλμησε να αγγίξει. Βέβαια, προτού της πιστώσουμε μια πρωτοφανή για ελληνική κυβέρνηση αποφασιστικότητα θα πρέπει να ομολογήσουμε πως όλα συνέβησαν υπό το πρίσμα του φόβου και του πανικού που είχε επιβληθεί στους Έλληνες πολίτες, ενώ θα μπορούσαν να είχαν περάσει ακόμη πιο δραστικά και ωφέλιμα μέτρα, από τις περικοπές μισθών και συντάξεων.
Ένα από αυτά, με σαφώς αναπτυξιακό χαρακτήρα, θα μπορούσε να αφορά στον πλήρη διαχωρισμό εκκλησίας-κράτους σε κοινωνικό, εκπαιδευτικό και διοικητικό επίπεδο. Κρίμα, όμως, που δεν το απαίτησε το μνημόνιο γιατί μόνο η οικονομική αναγκαιότητα φαίνεται ότι μας επιβάλλει λύσεις.
Έτσι, μια απόφαση, που αυτομάτως θα επανατοποθετούσε την Ελλάδα στις ράγες της λογικής από τις οποίες εκτροχιάστηκε κατά τους πρώτους αιώνες μ.Χ, αναβλήθηκε για μελλοντική διαβούλευση.
Την εποχή που πέρασαν λοιπόν ασυζητητί μέτρα που αφορούσαν την υποβάθμιση του βιοτικού επιπέδου του πολίτη, μια πρώτη αρχή προς την κατεύθυνση αυτή ούτε καν αποτολμήθηκε.
Προφανώς κανείς μέσα στην κυβέρνηση δεν διέκρινε την μεγάλη ευκαιρία που της παρουσιαζόταν να απελευθερώσει κατά πρώτον την εκπαίδευση από το άγρυπνο βλέμμα καλόγερων, αγίων και μεγαλοπαπάδων και κατά δεύτερον την κοινωνική και δημόσια ζωή από θρησκευτικές αγκυλώσεις αιώνων και δυσβάστακτα κόστη.
Πιθανώς, η κυβέρνηση έχει τοποθετήσει το συγκεκριμένο θέμα στην κατηγορία των «θεμάτων προς συζήτηση» κάτι που αποτελεί από μόνο του μια μεγάλη πρόκληση αν αναλογιστεί κανείς τα μέτρα που πέρασαν απνευστί κατά τους προηγούμενους μήνες.
Μιας που πιάσαμε όμως το θέμα των σχολείων θα πρέπει εδώ να υπογραμμίσουμε τα εξής: τα θρησκευτικά σύμβολα δεν έχουν καμιά απολύτως θέση σ έναν χώρο που θεωρητικά βάζει τις βάσεις για να δημιουργηθούν οι επιστήμονες του αύριο. Διαφορετικά είναι τα σύμβολα που θα έπρεπε να προάγονται σε αυτούς του χώρους, διαφορετικές και οι προσλήψεις των παιδιών σε εικόνες και παραστάσεις. Έτσι αν θέλαμε οπωσδήποτε να κοσμήσουμε τους τοίχους των ελληνικών τάξεων με κάποιες γραφιστικές δημιουργίες αυτές θα μπορούσαν να αφορούν σε φιλόσοφους, καλλιτέχνες, διανοητές, επιστήμονες, οι οποίοι θα συνομιλούσαν με τα παιδιά αντί της πρωινής προσευχής. Παράλληλα και οι μορφές των ηρώων της εθνικής εξέγερσης του 1821 δεν φαίνεται να λειτουργούν προς την κατεύθυνση της απόκτησης μιας ουσιαστικής εθνικής αυτοπεποίθησης. Μάλλον προς την κατεύθυνση της εθνικής έξαρσης οδηγούν παρά σε μια κατανόηση της ελληνικής ταυτότητας, μέσα από την πολυδαίδαλη και περιπετειώδη διαδρομή της ιστορικής της διαμόρφωσης.
Τα θρησκευτικά σύμβολα τελικά σε κάθε προηγμένη χώρα ξέρουμε ότι μπορούν να έχουν θέση μονάχα μέσα στους χώρους λατρείας, τις εκκλησίες και τις θρησκευτικές σχολές, γιατί αφορούν συγκεκριμένα τμήματα του πληθυσμού και όχι το σύνολο. Γι αυτό και θα πρέπει να αποκαθηλωθούν άμεσα από σχολεία και δημόσιες υπηρεσίες. Πρόκειται για μικρές αλλαγές που θα επιφέρουν τεράστια ώθηση στο παραγωγικό δυναμικό της χώρας, μέσω του ξεριζώματος νοοτροπιών που μας καθηλώνουν εδώ και αιώνες στον βάλτο ενός άκρατου συναισθηματισμού.
Ειδάλλως, αν θέλαμε κάτι διαφορετικό από αυτό θα μπορούσαμε δώσουμε και στους ανθρώπους της γνώσης την ευκαιρία να μπορούν να βλέπουν εικόνες επιστημόνων να κοσμούν τα εκκλησιαστικά ιδρύματα. Η αντιστοιχία είναι ακριβώς η ίδια γι αυτές τις δύο σουρεαλιστικές όψεις του νομίσματος. Μόνο που η μία όψη έχει παγιωθεί ως ρεαλιστική κατάσταση που εκπέμπει έναν ήπιο παραλογισμό περισσότερο οριακό για τις ζωές μας απ όσο ήμασταν έτοιμοι μέχρι σήμερα να παραδεχθούμε.


