Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Περπάτημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Περπάτημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 25 Ιουνίου 2026

Περπατώντας μέσα στη δική τους γυάλα

An artistc picture about the old people

Έτσι καθώς είχε φρακάρει η Λεωφόρος Νίκης από τα αυτοκίνητα της Θεσσαλονίκης που κατέβαιναν προς το κέντρο, έτσι καθώς είχαν σφηνωθεί ανάμεσα σε φορτηγά και λεωφορεία, αιχμάλωτα τεράστιων ταξί που δεν κουνιόνταν ρούπι, έτσι καθώς έβραζε το στήθος των οδηγών από τα καυσαέρια και καταριόντουσαν την πόλη και τη ζωή τους, εκεί, απέναντι από το άγαλμα του Αριστοτέλη, προς την πλευρά της παραλίας, ένα ζευγάρι υπερήλικων πεζών άνοιγε μια μικρή δίοδο στα μπλοκαρισμένα μυαλά των οδηγών.

Βρέθηκα στον δρόμο, στο πεζοδρόμιο. Προχώρησα και έφτασα στο ύψος της Αριστοτέλους, και ξαφνικά τους βλέπω ξανά, ολοζώντανους, μπροστά μου. Το ίδιο ζευγάρι ηλικιωμένων: δύο γεροντάκια καμπουριασμένα, δύο σκεβρωμένα σώματα κολλημένα το ένα πάνω στο άλλο, να βαδίζουν στη στενή λωρίδα της παραλίας με βήματα μικρά, σαν της χελώνας.

«Καλημέρα», λέω.
«Καλημέρα», μου απαντά πάντα ο άνδρας. Και μετά: «Καλή συνέχεια» ή «Καλή Κυριακή».

Αυτό που ξεχωρίζει πάνω τους είναι τα τεράστια αθλητικά παπούτσια που φορούν, το σακίδιο στην πλάτη του κυρίου και το μεγάλο ψάθινο καπέλο της κυρίας. Η διαδρομή τους ξεκινά από το Μέγαρο Μουσικής και καταλήγει πάντα στο λιμάνι, προτού πάρουν τον δρόμο της επιστροφής. Κάτω από τον Λευκό Πύργο κάνουν το ένα από τα δύο διαλείμματά τους. Ο κύριος βγάζει ένα κομμάτι χαρτί και σκουπίζει ένα παγκάκι. Κάθονται για λίγο —ο χρόνος είναι μετρημένος— και συνεχίζουν το οδοιπορικό της ημέρας μέχρι το σπίτι τους.

Εύκολα παρατηρεί κανείς ότι τα πρόσωπά τους είναι συνεχώς στραμμένα προς το πεζοδρόμιο. Το καμπούριασμά τους είναι τόσο έντονο που δεν τους επιτρέπει να κοιτάξουν προς τον ουρανό. Κοιτούν χαμηλά· ίσως ο κύριος σηκώνει λίγο περισσότερο το κεφάλι του, γι’ αυτό και αναλαμβάνει, όπου χρειάζεται, να επικοινωνεί εξ ονόματος και των δύο. Ο κύριος μοιάζει να είναι το στήριγμα του ζευγαριού, ενώ η κυρία ο άξονας περιστροφής. Ο κύριος φαίνεται υπεύθυνος για τη βασική διαδρομή, αλλά χωρίς την κυρία το ζευγάρι δεν μπορεί να πάρει καμία στροφή.

Σκέφτεσαι πως αυτοί οι δύο άνθρωποι, σαν μικρές γέρικες χελωνίτσες που ακουμπά η μία πάνω στην άλλη, διανύουν καθημερινά περισσότερα από δέκα χιλιόμετρα, την ώρα που χιλιάδες οδηγοί αρνούνται να εγκαταλείψουν το μαρτύριο της οδήγησης.

Δεν θα το πιστέψετε, αλλά οι δυο τους φαίνεται να είναι μια χαρά. Μπορεί να βήχουν, να ζαλίζονται, να πονούν, να μην κοιμούνται σαν πουλάκια, να κουβαλούν βαριές ασθένειες ή να έχουν χρόνια να μιλήσουν με τα παιδιά τους —αλλά, ναι, είναι μια χαρά. Απλώς περπατούν μέσα στη δική τους γυάλα, παράλληλα με τα ακινητοποιημένα οχήματα.

 


Παρασκευή 26 Δεκεμβρίου 2014

Μα τώρα, περπατάμε και εμείς, κ. Ζόμερ

Χάρης Καραγκουνίδης, Θεσσαλονίκη, 26 Δεκεμβρίου 2014-Μπορεί να τους συναντήσεις να περπατάνε οποιαδήποτε ώρα της ημέρας σε οποιαδήποτε διαδρομή. Να προσπερνούν βιαστικά, Κινέζους μικροπωλητές, γυναίκες που χαζεύουν τις βιτρίνες , αδιάκριτα βλέμματα παλιών γνωστών ή φίλων, γεμάτα ερωτήσεις. Να ανεβάζουν συνήθως την ταχύτητα του διασκελισμού τους, όταν περνούν μπροστά από καφετέριες, σαντουιτσάδικα και άλλα πολυσύχναστα στέκια, σα να θέλουν να δείξουν στους άλλους ότι πάντα υπάρχει κάποια επείγουσα δουλειά που τους περιμένει. Είναι τα δεκάδες χιλιάδες ελληνικά αντίγραφα του περίφημου ήρωα του Πατρίκ Ζισκίντ, κ. Ζόμερ, μιας μυστηριώδους φιγούρας που δεν σταματούσε ποτέ να κινείται. (Το καλοκαίρι του κ. Ζόμερ/ Πατρίκ Ζισκίντ)

Ο κάθε ένας από αυτούς έχει βρει την απόλυτη σαφήνεια μέσα σε μια προσωπική διαδρομή, την οποία καθορίζει απόλυτα και μεταβάλλει σπάνια. Έτσι, θα βγει από το σπίτι του πάντα την ίδια ώρα, θα περάσει το δρόμο, θα κινηθεί παράλληλα από τα ίδια κτήρια, θα ανεβεί για λίγο στο πεζοδρόμιο κάποιου σχολείου, θα σταθεί για να χαζέψει το ταμπλό με τις ανακοινώσεις του δήμου, θα ρίξει μια ματιά πίσω από το τζάμι ενός ίντερνετ καφέ, θα αναρωτηθεί ποιος έχει βάρδια αυτή την ώρα στο περίπτερο της πλατείας.

 Στην πορεία, θα συναντήσει και μερικούς άλλους συνοδοιπόρους της ίδιας ώρας, συντρόφους κάποιας κοντινής διαδρομής. Ανθρώπους σακατεμένους από την έλλειψη προοπτικής,, ψυχικά αρρώστους, θυμωμένους ή απλώς νευρικούς, εμφανισιακά παραιτημένους και άλλους πολλούς, με τους οποίους θα ανταλλάξει ένα βλέμμα , αλλά πολύ σπάνια μια κουβέντα. Τότε, λίγο πριν τον κοιτάξει, η υπάλληλος του αρτοποιείου  για λίγα δεύτερα παραπάνω σε σύγκριση με τους υπόλοιπους, και του δώσει κάτι για να σκέφτεται μέχρι αργά το βράδυ, είναι που θα προβλέψει επιτυχημένα ότι στο πρώτο φανάρι κάποιος από τους υπόλοιπους οδοιπόρους, θα κινηθεί προς τα δεξιά και ύστερα πάλι θα περάσει  απέναντι για να χαθεί τελικά πίσω από κάποια παλιά κτήρια στο βάθος του ορίζοντα και να αναρωτηθεί για λίγα μέτρα ακόμη ποια μπορεί να είναι η υπόλοιπη διαδρομή του, μέχρι να τον συναπαντήσει ξανά λίγη ώρα αργότερα σε κάποιο άλλο σημείο της γύρας.

 Στην πλειοψηφία τους είναι όλοι  νέοι ή μεσήλικες, με τα όρια ανάμεσά τους να μην είναι πια απολύτως ευδιάκριτα, άνεργοι, δραστήριοι ή ακαμάτηδες, πολυτεχνίτες ή ερημοσπίτες, άνθρωποι που δεν πίστεψαν ποτέ στον εαυτό τους και άλλοι που  πίστεψαν τόσο υπερβολικά , ώστε να μη θελήσουν ποτέ να ρισκάρουν μήπως και δεν επαληθεύσουν την ιδέα που έχουν σχηματίσει για αυτόν.

 Και τώρα περπατάμε  δίχως νόημα πολύ, δίχως ουσία. Περπατάμε στη λάθος ώρα, τη λάθος μέρα, με τα χέρια στις τσέπες κι ελαφρώς καμπουριαστά. Με ήλιο ή με βροχή. Εκπληρώνοντας κάθε μέρα έναν σίγουρο στόχο. Μια βέβαιη αποστολή. Μια προφητεία που αναπέμφθηκε μόνο για μας. 

Περπατάμε, περπατάμε, περπατάμε. Δίπλα σε παιδιά που πάνε εκδρομή. Δίπλα σε βιαστικές νοικοκυρές που τρέχουν για να προλάβουν το σούπερ μάρκετ ανοιχτό. Περπατάμε δίπλα σε μητέρες που θέλουν να προλάβουν τον παιδίατρο. Σε τσιγγάνους που ψάχνουν για υλικά στους κάδους. Σε άλλους που ψάχνουν στα σκουπίδια για τροφή. Παράλληλα με εκείνους που γυρίζουν από τη δουλειά τους και κοιτάζουν τις κρεμασμένες εφημερίδες. Περπατάμε δίπλα σε ζευγάρια που βγάζουν το σκύλο τους βόλτα.


 Αντικριστά σε επαγγελματίες που πέτυχαν κάποια ευνοϊκή ρύθμιση με την τράπεζα, αλλά δεν μοιάζουν τόσο ανακουφισμένοι. Σε άνεργα στελέχη κομμάτων που ξεχύνονται στους δρόμους για άγρευση ψήφων, σε συνταξιούχους που περιμένουν να πάρουν τα εγγόνια τους από το σχολείο.  

Περπατάμε δίπλα σε εργάτες που στρώνουν την άσφαλτο, δίπλα στο δήμαρχο που βγαίνει για να επιθεωρήσει τα έργα. Περπατάμε δίπλα σε άγνωστους φίλους μας από το Facebook σε υπαίθριους κουλουρτζήδες και καλοντυμένους ασφαλιστές. Περπατάμε δίπλα από πορείες, διαδηλώσεις, διαμαρτυρίες. Περπατάμε, περπατάμε, περπατάμε.