Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Wes Craven. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Wes Craven. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου 2015

"Έφυγε" από τη ζωή ο Wes Craven


Μετά από πολύμηνη μάχη με τον καρκίνο έφυγε χθες από τη ζωή σε ηλικία 76 ετών, ο επιτυχημένος σκηνοθέτης και σεναριογράφος Wes Craven , ο άνθρωπος που επανακαθόρισε το είδος των ταινιών τρόμου. Ο σκηνοθέτης που δημιούργησε μεγάλες φιγούρες τρόμου όπως ο Freddy Krueger και ο δολοφόνος με τη χαρασκτηριστική μάσκα στο Scream γεννήθηκε στο Κλίβελαντ και ανάμεσα σε άλλες λιγότερο γνωστές ταινίες τρόμου που σκηνοθέτησε είναι οι: Swamp Thing (1982), Deadly Friend (1986) και The People Under the Stairs (1991).  Σήμα κατατεθέν της σκηνοθεσίας του ήταν οι συχνές αναφορές σε άλλες παλιότερες ταινίες τρόμου και η η θαρραλέα και συχνά τολμηρή  ανάδειξη των επιρροών του μέσα από το χιούμορ και τον σαρκασμό.

Δευτέρα 13 Ιουνίου 2011

Scream 4


O Wes Craven θεωρείται διάδοχος των μεγάλων μετρ των ταινιών τρόμου και επιφανής ανανεωτής του είδους. Η επιστροφή του, όμως, στα κινηματογραφικά πλατό για ένα ακόμη sequel του περιβόητου Scream δεν προκαλεί αυτή τη φορά ούτε πληθώρα συζητήσεων, ούτε διχογνωμίες, ούτε καν φορτισμένες αντιθέσεις ή αντιπαραθέσεις όπως στις προηγούμενες απόπειρές του. Αντίθετα, αφήνει μια μάλλον αδιάφορη , χλιαρή και σχεδόν ουδέτερη αίσθηση που αδικεί κατάφορα τόσο τις αναμνήσεις μας όσο κυρίως τον ίδιο, έναν από τους μεγαλύτερους μάστορες του horror.

Το είδος των ταινιών τρόμου με τον Craven παύει να είναι μια επιδερμική, αποστασιοποιημένη καταγραφή ή μια αιματοβαμμένη εικονογράφηση των τρομακτικών γεγονότων που λαμβάνουν χώρα σε μικρές, απομονωμένες και ολοκληρωτικά εφησυχασμένες κοινωνίες. Δίνει μεγάλη σημασία στις προσωπικές, ανθρώπινες σχέσεις των ηρώων του και αναδεικνύει τις αδυναμίες εκείνες που τους καθιστούν διάφανους και εύγλυπτους μπροστά στα περίεργα βλέμματα των θεατών, χωρίς να καταφεύγει στην εύκολη λύση της ψυχογραφίας. Παράλληλα, δίνει μεγάλη βαρύτητα στη ζωή έξω από το κάδρο, εκεί όπου πάντα ελλοχεύει η εναγώνια προσμονή ενός απροκάλυπτου κινδύνου που αποκτά ολοένα και περισσότερο οικεία χαρακτηριστικά.
Από την άλλη μεριά, ο σημαντικός σκηνοθέτης γνωρίζει καλύτερα από τον καθένα τον βαθμό δυσκολίας που εμφιλοχωρεί σε κάθε κινηματογραφική απόπειρα να παραχθεί γνήσιος τρόμος στην ψυχή ενός θεατή που μοιάζει να έχει ενσωματωθεί πλήρως στην φοβική πραγματικότητα που κυριαρχεί στην πραγματική του ζωή. Ο λόγος, λοιπόν, που χρησιμοποιεί διάφορα τεχνάσματα, όπως για παράδειγμα, το χιούμορ, το στιγμιαίο σαρκασμό, ακόμα και τον χλευασμό του είδους που υπηρετεί ή την ύπαρξη μιας διλημματικής φύσεως θεματικής που απασχολεί δυναστευτικά το μυαλό των ανυποψίαστων ηρώων του και μαζί του κοινού, είναι για να καταφέρει να προκαλέσει την χαλαρότητα που κινητοποιεί τα φοβικά ένστικτα του θεατή όταν αιφνιδιαστικά παραβιάζεται. Ο θεατής, όμως, από την πλευρά του είναι πια εξαιρετικά δύσκαμπτος σε σχέση με αυτό που είχε υπάρξει 15 ή 20 χρόνια πριν, αλλά και διαρκώς υποψιασμένος σχετικά με τα συναισθηματικά φορτία που υπόσχεται ένα καλοστημένο σασπένς, που όμως, αποτυγχάνει να γίνει απρόβλεπτο και ακαριαίο.

Στην αφήγηση ο Craven ακολουθεί μια γραμμή διαρκών αναβολών με κεφάλαια που συνδέονται μεταξύ τους, χωρίς ραφές και σημάδια, στη βάση της αριστοτελικής ποιητικής με κορυφώσεις και εξάρσεις που διατάζουν τις ενστικτώδεις αυθόρμητες, συναισθηματικές ή λογικές αντιδράσεις μας να αναπολήσουν τον κόσμο του ιδεατού φόβου, όπως βιώθηκε πριν μας εμφυτευτεί ο κοινωνικός φόβος. Μάλλον, όμως, είναι αργά για να φοβηθούμε μέσα σε μια κινηματογραφική αίθουσα κι ως εκ τούτου η προσπάθεια ενός σκηνοθέτη ακόμα και αυτού του διαμετρήματος μοιάζει εξ αρχής άνιση.

Στην ιστορία της ταινίας, επιστρέφουμε στο Woodsboro, καθώς έχουν περάσει δέκα χρόνια από το μακελειό που άφησε οδυνηρές μνήμες και τραύματα στην τοπική κοινωνία και μάλλον έχει ωριμάσει ο καιρός για να επαναληφθεί η ιστορία ως δράμα ή παρωδία.
Περισσότερο, μάλλον το δεύτερο, αν κρίνουμε και από τη διάθεση του Craven να παρωδήσει, να αυτοσαρκαστεί, αλλά και να πρωτοτυπήσει λιγάκι, αν και δεν είναι η ανακαινιστική του προσπάθεια, καλώντας μας να αναθεωρήσουμε εκ βάθρων τους λόγους για τους οποίους φοβόμαστε.

Σάββατο 15 Μαΐου 2010

A NIGHTMARE ON ELM STREET (2010)


Η αδυναμία του ανθρώπου να αντιδράσει σε αληθινά ερεθίσματα κατά την διάρκεια του ύπνου του, αποτέλεσε τον θεμέλιο λίθο της επιτυχίας που γνώρισε η σειρά ταινιών τρόμου της δεκαετίας το 1980 με τίτλο «Εφιάλτης στον δρόμο με τις Λεύκες».

Το sequel του θρυλικού horror film του Wes Craven δια χειρός Samuel Bayer, παρουσιάζει τα αυτονόητα που έγκεινται στην εισβολή ενός παραμορφωμένου άνδρα μ ένα γάντι γεμάτο λεπίδες στο χέρι στα όνειρα μιας παρέας εφήβων και την σύνθλιψη των ορίων μεταξύ εφιάλτη και πραγματικότητας.

Η αϋπνία αποτελεί την μοναδική ελπίδα επιβίωσης και η προσπάθεια διαλεύκανσης της προέλευσης του μυστηριώδους δολοφόνου είναι μονόδρομος.

Η επανεμφάνιση του Fredy Krueger, μιας κινηματογραφικής περσόνας, που, αγαπούσαμε να μισούμε, στα μέσα της δεκαετίας του 80΄, χαρακτηρίζεται από την ατολμία των εμπνευστών της να ξεφύγουν από την αυτονόητη μανιέρα της ιστορίας και να ρισκάρουν περισσότερο, μια επιλογή που δυνητικά θα εξασφαλίζει στην ταινία του Samuel Bayer πέρα ένα minimum ορθότητας, και την ολόθερμη αποδοχή των φανατικών της σειράς.

ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ: 6,5/10