Στην Ελλάδα το κλίμα ήταν στραβό «εξ απαλών ονύχων». Ήρθε και ο «γάιδαρος» της ακραίας πολιτικής αντιπαράθεσης και του άλλαξε τα φώτα τους τελευταίους αιώνες.
Στις μέρες μας, μάλιστα, η κλιμάκωση αυτού του κοινωνικού φαινομένου, που χαρακτηρίζεται από έλλειψη συλλογικής ηρεμίας, ισορροπίας, ελπίδας, αισιοδοξίας και προοπτικής συνεχίζεται ακάθεκτη με, κάποιες φυσικά «αλκυωνίδες» εύφορων χαμογελαστών ημερών, οι οποίες απλώς έρχονται και παρέρχονται για να δικαιώσουν τον κανόνα της πολιτικής βαρυχειμωνιάς που αργά η γρήγορα μεταφέρεται και στην κοινωνία σαν συλλογική ψυχολογία. Μολαταύτα, αυτός ο τόπος και, εξακολουθεί να παραμένει μυστήριο το πώς, παρά το μικρό του δέμας και την συνεχή ταλαιπωρία που υφίσταται, κατάφερε να διανύσει μια τόσο μεγάλη ιστορικά διαδρομή, χωρίς μάλιστα το βασικότερο καύσιμο για έναν λαό, που δεν είναι άλλο, από το αίσθημα αισιοδοξίας και πίστης για το μέλλον του. Η απάντηση βέβαια στο μυστήριο μπορεί να βρίσκεται στο ότι όλη αυτή η διαδρομή διανύθηκε με τα «πόδια» κι ίσως αυτό να δικαιολογεί, κατά μία έννοια, και την φυσιολογική αργοπορία μας σε σχέση με τις σημαντικότερες οικονομικές και τεχνολογικές εξελίξεις.
Συνδυάζοντας τον σύντομο πρόλογό μου με την πυρίκαυστη επικαιρότητα των ημερών, θα έλεγα, ότι το σκάνδαλο που αφορά στην «μεσιτική» δράση της Μονής Βατοπεδίου αποτελεί απλώς το νέο καρπό του φυτωρίου σκανδάλων, όπως πρόσφατα χαρακτηρίσθηκε η χώρα μας από μερίδα του ξένου τύπου. Ένα καρπό του ίδιου φυτωρίου, άλλωστε, αποτελεί και το κοινωνικό κλίμα.
Η «Βατοπεδιάδα» διαθέτει μάλιστα όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που συνθέτουν ένα σύγχρονο ελληνικό σκάνδαλο, με κυριότερα την απώλεια τεράστιων ποσών για το δημόσιο με την επικυρωτική στάση υπουργών και υψηλόβαθμων στελεχών, την δραματική υποβάθμιση του πνευματικού ρόλου της εκκλησίας, τον σκανδαλισμό των πολιτών και φυσικά την αέναη μάχη αντίθετων συμφερόντων στο χώρο του τύπου και της οικονομίας.
Μ αυτά και μ αυτά είναι πλέον πασιφανής η διαπίστωση ότι πορευόμαστε σ αυτή τη χώρα από τετραετία σε τετραετία μέσα σ ένα κλίμα άκρως αντιπαραγωγικό, ένα κλίμα διαρκούς αμφισβήτησης, ακραίων αντιπαραθέσεων ρευστότητας και απαξίωσης. Επιπλέον, η πληθώρα των δημοσκοπήσεων παίρνει τις διαστάσεις μικρών εκλογικών αναμετρήσεων και τα κόμματα προσανατολίζονται σταθερά στην προσπάθεια αύξησης της δημοσκοπικής τους καταγραφής, στοχεύοντας πάντα στην επόμενη δημοσκόπηση με συνέπεια να παγιώνεται μια προεκλογική συλλογιστική διάρκειας ενός πλήρους νομοθετικού κύκλου, τεσσάρων ετών. Σ αυτό το πλαίσιο, είναι φανερό πως οι δημιουργικές δυνάμεις του τόπου δεν βρίσκουν τις κατάλληλες συνθήκες για να ανθίσουν.
Καθώς, μάλιστα, μήνας μπαίνει μήνας βγαίνει, η σκανδαλολογία βρίσκεται σε ημερησία διάταξη και ανθεί στα δελτία των 8, και η μονοπώληση της δημοσιότητας από μικρά ή μεγάλα σκάνδαλα όχι μόνο δεν συμβάλλει στην αντιμετώπιση των αιτιών τους, αλλά μετατρέπει το πολιτικό, κοινωνικό και επαγγελματικό έδαφος σε χέρσο, απερημωμένο, άγονο σκηνικό, η διάθεση των Ελλήνων για δουλειά, δημιουργία, παραγωγή έχει πιάσει πάτο, περνώντας μία άγκυρα στο λαιμό της πραγματικής εγχώριας ανάπτυξης. Προσωπικά, δε γνωρίζω άλλη χώρα, στον ευρωπαϊκό περίγυρό μας, που να λειτουργεί με τόση καταιγιστική και διαρκή ένταση.
Και παράλληλα, κανείς να μην αντιλαμβάνεται ότι αυτή η ένταση, αυτό το ζοφερό πολιτικό κλίμα γίνεται τροχοπέδη στην προσπάθεια μας για ένα πιο γρήγορο βηματισμό.
Οι ευθύνες βέβαια μοιράζονται σε όλους. Τα μεν κόμματα της αντιπολίτευσης, στη λογική της διαμαρτυρίας καίνε μαζί με τα ξερά και τα χλωρά, απαξιώνοντας και μέτρα που πρέπει να παρθούν. Βέβαια, επιδιώκουν ένα ριζοσπαστικά διαφορετικό σύστημα διοίκησης και οργάνωσης της οικονομίας στην θέση του υπάρχοντος και ως εκ τούτου δικαιολογούνται. Το βέβαιο όμως είναι πως με τη στάση τους, ούτε στην βελτίωση του συγκεκριμένου συστήματος συμβάλλουν, αλλά ούτε και επιτυγχάνουν τελικά καλύτερους όρους ζωής για τους εργαζόμενους. Αλλά η ευθύνη τελικά για την παραπάνω διαπίστωση δεν ανήκει αποκλειστικά σε αυτά. Καθώς, από την άλλη, τα κόμματα εξουσίας προσανατολισμένα εδώ και πολλά χρόνια σε μια λογική που λέει «μην αγγίζετε την υψηλή κερδοφορία» διατηρούν τα ασθενέστερα κοινωνικά στρώματα στα όρια τους και μόνο σε περιόδους όπου η λαϊκή πίεση γίνεται αφόρητη και το κλίμα στραβώνει επικίνδυνα δείχνουν ένα φιλολαϊκό πρόσωπο, βουτηγμένα σε πλούσια επικοινωνιακή μους. . Στη λογική μάλιστα του μακροπρόθεσμα ωφέλιμου βαπτίζουν κοινωνική οποιαδήποτε κίνηση μικραίνει τη δημόσια σφαίρα. Απαράδεκτη λογική, αντιπαραγωγική, άκρως αποκαρδιωτική και κυρίως στον αντίποδα των εξελίξεων της σύγχρονης διοίκησης που επιτάσσει από τον προϊστάμενο να διατηρεί ικανοποιημένο, άρα και δημιουργικό, τον εργαζόμενο, προβλέποντας πολλές φορές πριν από τον ίδιο την κάλυψη των εξελισσόμενων αναγκών του.
Στην πατρίδα μας βέβαια, αυτές οι αντιλήψεις εξακολουθούν να βρίσκονται στη σφαίρα της φαντασίας, καθώς όλα εδώ έχουν συνηθίσει να κινούνται, με κλωτσιές, μπουνιές και άγριο σπρώξιμο.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου