Κομμάτι της ιστορίας αποτελούν από χθες οι 29οι Ολυμπιακοί Αγώνες της σύγχρονης εποχής, και όπως είναι φυσικό αυτές τις πρώτες ημέρες, μετά το σβήσιμο των φώτων στις λαμπρές εγκαταστάσεις του Πεκίνου, κάποιοι από εμάς τους φίλους του αθλητισμού θα αναλωθούμε σε κάποιου είδους απολογισμό των πεπραγμένων της ελληνικής αποστολής.
Ήδη τα ερωτήματα που κυριαρχούν, τις τελευταίες ώρες στη χώρα μας, αφορούν την πενιχρή κατά πολλούς συγκομιδή των 4 ολυμπιακών μεταλλίων της εθνικής μας αποστολής και φυσικά την τυπικά ελληνική αγωνία σύγκρισης μεταξύ των δύο τελευταίων διοργανώσεων.
Ξεκινώντας από αυτό το τελευταίο, μπορούμε να καθησυχάσουμε κατά κάποιο τρόπο τους ανήσυχους συμπατριώτες μας , εξηγώντας τους ότι στη συμβατική γλώσσα του πρωτοκόλλου της ΔΟΕ ο χαρακτηρισμός «ονειρεμένοι» που χρησιμοποίησε ο Ζακ Ρογκ για τους αγώνες της Αθήνας, ξεπερνάει κατά πολύ το σεμνότυφο «εξαιρετικοί» των αγώνων του Πεκίνου. Θέλετε επειδή οι αγώνες της Αθήνας ήταν οι πρώτοι του σαν προέδρου της ΔΟΕ, και φυσιολογικά είχε μια μεγαλύτερη συναισθηματική ταύτιση με εκείνους, θέλετε επειδή οι αγώνες της Κίνας δεν προσέφεραν τίποτα πρωτότυπο στον τομέα του αθλητικού θεάματος και στην ιδέα του ολυμπισμού και επιπλέον συνδέθηκαν και μ ένα σωρό αρνητικά πολιτικά γεγονότα, ο Ζακ Ρογκ φρόντισε να κρατήσει, λίγες μόλις ημέρες μετά την απαξιωτική δήλωση «περί χρυσού της Ελλάδας στην ντόπα» με εύσχημο τρόπο την ελληνική διοργάνωση ένα τουλάχιστον σκαλοπάτι πάνω από εκείνη της Κίνας.
Βέβαια, ο Βέλγος αξιωματούχος δεν συνυπολογίζει στις αυστηρά πειθαρχημένες ομιλίες και στις καθαρές τοποθετήσεις του, το δια ταύτα της όλης υπόθεσης, που δεν είναι άλλο από το τι πραγματικά ήταν αυτό που αποκόμισε η πατρίδα μας από την εξαιρετικά δαπανηρή διοργάνωση των αγώνων, πέραν μιας αμφιλεγόμενης διαφήμισης, που μόλις τέσσερα χρόνια μετά χρίζει ανάγκης ανανέωσής της, ενός ψευτοκύρους, που δεν κατάφερε να ξεπεράσει τα δεσμά του σουβλάκι, τζατζίκι, ήλιος Ζορμπάς και κάποιων αθλητικών εγκαταστάσεων που σαπίζουν αναξιοποίητες στο πέρασμα του χρόνου, αποδεικνύοντας του λόγου τω αληθές όλων εκείνων που επισήμαναν πως η ανάληψη μιας τέτοιας υποχρέωσης μόνο κοντόφθαλμα οφέλη και για πολύ λίγους θα μπορούσε να έχει. Αλλά φυσικά τι δουλειά θα είχε να ασχοληθεί με κάτι τέτοιο. Για τον Ρογκ και τους διοργανωτές, άλλωστε, οι Ολυμπιακοί Αγώνες της Αθήνας ολοκληρώθηκαν τη στιγμή ακριβώς που έσκασαν τα τελευταία πυροτεχνήματα, δημιουργώντας του το κατάλληλο ντεκόρ για να αναφωνήσει το περίφημο: "ευχαριστούμε Ελλάδα, ευχαριστούμε Αθήνα". Ήταν η στιγμή, είναι αλήθεια, μια αστραπή συγκίνησης να διαπερνάει το πετσί μας και μιας στιγμής εθνική υπερηφάνεια, που ένας τόσο καταξιωμένος Βέλγος γιατρός ευχαρίστησε τη χώρα μας, η οποία καταχρεώθηκε για τα επόμενα 50 χρόνια προκειμένου να του τά χει όλα πληρωμένα.
Μια στιγμή, που όπως φαίνεται εξακολουθεί να πουλάει, όπως άλλωστε αποδεικνύεται και από τη διαφήμιση που προωθεί το επίσημο Dvd της προηγούμενης Ολυμπιάδας.
Για να επιστρέψουμε τώρα στο θέμα της συγκομιδής των μεταλλίων, είμαι της άποψης ότι η συγκομιδή των 4 μεταλλίων θα πρέπει να θεωρείται περισσότερο επιτυχημένη από εκείνη των 16 ή των 8 ή των 10, γιατί αποτυπώνει με μεγαλύτερη ακρίβεια και σαφήνεια τις πραγματικές δυνατότητες του ελληνικού αθλητισμού, ο οποίος είναι σε μεγάλο ποσοστό γέννημα μιας κοινωνίας που δεν αγαπάει την άθληση, τη σωματική άσκηση, αλλά και όταν το κάνει, δεν έχει τη δυνατότητα, λόγω έλλειψης χώρων και οργάνωσης, να αθληθεί.
Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι, σαν λαός, έχουμε κατακτήσει τα τελευταία χρόνια τουλάχιστον 10 παγκόσμιες αρνητικές πρωτιές, μεταξύ των οποίων, το κάπνισμα, οι πνιγμοί, τα αυτοκινητιστικά δυστυχήματα, η παιδική παχυσαρκία κ.α, μια συνθήκη που μας καθιστά έτσι κι αλλιώς πρωταγωνιστές στις παγκόσμιες εξελίξεις. Με λίγα λόγια, στην Ολυμπιάδα των κακών συνηθειών είμαστε μια δύναμη ισοδύναμη της Κίνας στα ολυμπιακά μετάλλια.
Άρα, τα χρυσά, τα αργυρά και τα χάλκινα ολυμπιακά μετάλλια, πρέπει καταρχάς να αποδίδουν τιμή στον αθλητή που τα κατακτάει και δευτερευόντως στους ανθρώπους που τον στηρίζουν. Για να μπορούμε κι εμείς να χαιρόμαστε για την επιβράβευση της προσπάθειάς τους κι όχι για την πιστοποίηση της ποιότητας του DNA μας. Πρέπει δηλαδή να συνειδητοποιήσουμε ότι τις μεγάλες αθλητικές διακρίσεις δεν τις κατακτούμε εμείς οι Έλληνες, αλλά κάποιοι αθλητές μας, που κόπιασαν, στερήθηκαν και μάτωσαν για να φτάσουν σε τόσο συγκρίσιμο επίπεδο. Διαφορετικά, και σ αυτήν την περίπτωση η δημιουργική λογιστική που κάνει εδώ και τόσα πολλά χρόνια το θαύμα της στην οικονομία, δε θα δυσκολευτεί να μας κάνει να πιστέψουμε ότι είμαστε ένας λαός που του αξίζει και επιβάλλεται να κερδίζει 10 ολυμπιακά μετάλλια σε κάθε διοργάνωση.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου