To 1973, η Ακαδημία της Σουηδίας απονέμει το Νόμπελ Ειρήνης εξ ημισείας στον Βορειοκορεάτη Λι Ντουκ Το και στον αμφιλεγόμενο Χένρι Κίσινγκερ, για τη συμβολή του ως συμβούλου του προέδρου Νίξον, στον τερματισμό του πολέμου του Βιετνάμ. Είναι η χρονιά που η αξιοπιστία του θεσμού δέχεται ένα πολύ ισχυρό πλήγμα. Τελικά, θυμόμαστε ότι ο πρώτος αρνείται να πάρει το βραβείο με την αιτιολογία ότι συνεχίζεται ο πόλεμος, ο οποίος τερματίζεται δύο χρόνια αργότερα με την κατάληψη της Σαϊγκόν από τους Βορειοβιετναμέζους, ενώ ο η «αιματοβαμμένη αυθεντία» της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής αποδέχεται ανενδοίαστα τη διαφιλονικούμενη βράβευση.
Σήμερα, ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, Μπαράκ Ομπάμα βρίσκεται μπροστά στο ηθικό «ασυμβίβαστο» να καλείται να παραλάβει ένα νόμπελ ειρήνης ως πρόεδρος, η χώρα του οποίου συμμετέχει σε πόλεμο. Βέβαια, κατά το πρώτο έτος της θητείας του ο Ομπάμα απέδειξε ότι οι προθέσεις του απέχουν παρασάγγας από εκείνες του πολεμοχαρούς προκατόχου του, ενώ και η συμβολή του στην αποκατάσταση της διεθνούς διπλωματικής ειρήνης δεν αμφισβητείται από κανέναν. Όμως η σπουδή της Ακαδημίας να τον βραβεύσει με το κατ εξοχήν πολιτικό βραβείο πριν καν ουσιαστικά δείξει απτά δείγματα πολιτικής γραφής εκθέτει την ίδια, τον Ομπάμα και κυρίως τον θεσμό. Διότι δεν μπορώ να φανταστώ ότι δεν υπάρχουν 100-200 πρόσωπα στις πυρίκαυστες ζώνες του πλανήτη που έχουν αφιερώσει τη ζωή τους στην κατάπαυση του πυρός, στην ανακούφιση των αδύναμων, στην δημιουργία ελπίδας για τους εκτοπισμένους. Ίσως τα μέλη της Ακαδημίας επιδεικνύουν μια υπαλληλική νοοτροπία, αναζητώντας το προφανές, κάτι που σημαίνει ότι «δεν το κουράζουν και πολύ το πράγμα». Με συνέπεια να νοθεύεται το περιεχόμενο του συμβολισμού
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου