Κυριακή, 22 Ιουλίου 2012

Η διαλεκτική του ρίγους


Κάτι είχε ο σωλήνας, ξεσηκώθηκε το σπίτι
μερεμέτιζε ο κηφήνας το σπασμένο νεροχύτη
τέζα πάνω στο χαλί του μία όρθια κατσαρίδα
μία πένσα κι η ουλή του, μπουρμπουλήθρες στη σανίδα

έμεινε για λίγο μόνος, κι ύστερα άναψε τσιγάρο
τελεσίδικα ο πόρος είχε κλείσει απ το φουγάρο
σπίτι αποξεραμένο, πάνω σε καρφί καμένο
κι ένα γέρικο μερμήγκι, απ το γκάζι μεθυσμένο

τον ζωντάνεψε ο αέρας, ο θαλασσινός, της μέρας
σαν τη μούμια είχε γίνει, την παλιά πληγή του ξύνει
στου μεσημεριού την κάψα, τον πουρέ κάνει μια χάψα
ξαναζεσταμένο βρύο, απ το ορνιθοτροφείο

στην μπανιέρα σκνίπες πλέουν, σκουπιδάκια επιπλέουν
μια βαβούρα περιοίκων, σύναξη γνωστών πιθήκων
κορακίστικα μιλάνε, κάνουνε πως τον τσιγκλάνε
απ το σπίτι βγαίνει σήψη, πέθανε ή θ ανανήψει;

κάθε λέξη αστοχία, παραποιημένη αιτία
δεν πεθαίνουνε οι τοίχοι , με προκάλυμμα ό,τι τύχει
σαν περάσεις το κατώφλι, στην μπουμπούνισα ρε τσόφλι
δεν με νοιάζει η διάγνωσή σου, η αποτίμηση η ψυχρή σου

δεν μπορείς να εξορίζεις, ό,τι ετεροκαθορίζεις
στην διαλεκτική του ρίγους, είμαι άσσος απ τους λίγους
πιστοποίηση αξιοσύνης, ποιος σε όρισε να δίνεις;
μην τεντώνεις τη γωνία, ενοχλείται η ισορροπία

μηχανή στο φουλ δε βάζει, το λεβιέ δεν τον πειράζει
και οι κόνξες των γειτόνων, στο κιτίο παραπόνων
για να δει τι ψάρια πιάνει, σοβατίζει τη λεκάνη
σάλτσα σαπουνιού τριμμένη, η παραίτηση εδώ μένει