Δευτέρα, 12 Ιανουαρίου 2015

Ανεμοδαρμένα βάθη

Στις αρχές της δεκαετίας του 1980, πολλοί άνθρωποι είχαν συνειδητοποιήσει ότι είχαν βαρεθεί τη ζωή τους στις μεγαλουπόλεις. Βαρέθηκαν αυτές τις απάνθρωπες πόλεις με τα τσιμεντένια κουτιά, τα ασφυκτικά διαμερίσματα, τον περιορισμένο ιδιωτικό χώρο και την αυξανόμενη πίεση και ήθελαν να επιστρέψουν για να ζήσουν ξανά στην επαρχία. Δεν τα καταφέρανε πολλοί, όμως. Θέλανε να ζήσουνε στην Κομοτηνή, την Πιερία, την Καλαμάτα, την Κρήτη, κι ακόμα πιο μακριά, αλλά κοντά σε ανθρώπους, κοντά σε φύση, μα τους τραβούσε πάντα πίσω η ανασφάλεια και η έλλειψη επαγγελματικής προοπτικής. 

 Τότε ήταν που άρχισε να κορυφώνεται ως φιλοδοξία κάποιου το να καταφέρει να βγει κάποτε στη σύνταξη. Γιατί αυτή η σύνταξή θα έμοιαζε με ιδεατό  καράβι του Οδυσσέα που θα τον οδηγούσε πάλι πίσω  στην αγαπημένη του Ιθάκη. Μα όταν αυτό το καράβι έφτανε επιτέλους στα τελειώματά του εκείνοι οι ηλικιωμένοι πια μυθολογικοί ήρωες ανασκεύαζαν χωρίς να νιώθουν ταπεινωμένοι, τις αρχικές τους επιθυμίες, αποζητώντας κάτι πιο χειροπιαστό από αναλιωμένες επιστροφές και αμφιλεγόμενες αναζητήσεις, κι αυτό ήταν ένα πρόσωπο οικείο στο προσκεφάλι τους.
Κι αντί να πάνε τελικά οι νέοι προς την επαρχία έφερναν στις πόλεις τους ηλικιωμένους γονείς τους για να τους κάνουν έτσι να νιώσουν από πρώτο χέρι την αύρα της πολιτικής αλλαγής στην Ελλάδα. Εκείνα τα χρόνια, λοιπόν, στη Θεσσαλονίκη, τα τιμημένα γηρατειά έδιναν πάντα μια ιδιαίτερη σημασία στο φύσημα του ανέμου. Έτσι, όταν φυσούσε δυνατά ο Βαρδάρης, ολόκληρη την ημέρα ασχολούνταν με το θέμα αυτό λες και ήταν μέρα γιορτινή, μέρα επετειακή, γιατί ποιος ξέρει τι είδους μνήμες τους έφερνε στο νου εκείνος ο δυνατός άνεμος. Καταλάβαινες καθαρά κι ας μη μπορούσες να το διατυπώσεις, ότι ο Βαρδάρης τους έκανε να νιώθουν ένα αίσθημα οικειότητας απέναντι στον αφιλόξενο αστισμό. Και μια γεύση υπεροχής, όσο διαρκούσε βεβαίως, απέναντι στην αβεβαιότητα ότι είσαι επιθυμητός.

Αυτός ο ορμητικός άνεμος, λοιπόν, που σάρωνε τα πάντα στο πέρασμά του κάποια εποχή εξαφανίστηκε εντελώς, σα να έφυγε μαζί με τις πνοές των παππούδων και των γιαγιάδων. Είχαμε χρόνια να τον αντικρίσουμε  να τον νιώσουμε πάνω στη σπονδυλική μας στήλη, ενώ στη θέση του άλλοι ασήμαντοι και σπάνιοι αέρηδες εμφανίστηκαν που όμως δεν έκαναν στο άθροισμα τους ένα Βαρδάρη. Γιατί εκείνος είχε το θέλγητρο της κλοπής ενός θησαυρού αναπολήσεων, από κάποιον άλλο αγέρα, που τον φύλαγε σαν τα μάτια του.

 Θυμάμαι λοιπόν ότι μετά ο Βαρδάρης δεν περνούσε για πολλά χρόνια από τη συνηθισμένη του διαδρομή. Σα να είχε ντροπιαστεί από κάποιο γεγονός, σα να είχε διαπράξει μοιχεία και να είχε φύγει μακριά ή σα να κατάλαβε πως οι γενιές που είχαν μείνει εκεί πίσω δεν τον εκτιμούσαν πια όσο άλλοτε.  Μάλιστα, η απουσία του, όχι τυχαία, είχε επισημάνει τα χρόνια που μετέπειτα συναθροίστηκαν με την περίοδο της λεγόμενης επίπλαστης ευτυχίας.

Τώρα, στις αρχές του 2015 ο Βαρδάρης έχει επιστρέψει για τα καλά στη Θεσσαλονίκη. Κι όχι απλά έχει επιστρέψει. Η παρουσία του είναι πια τόσο πυκνή και τόσο δυναμική όσο ποτέ άλλοτε. Όμως αυτός ο Βαρδάρης δεν έχει καμιά σχέση με το Βαρδάρη των παιδικών μου χρόνων. Εκείνος το πολύ πολύ να άνοιγε κανένα παράθυρο και να έμπαινε μέσα σε καμιά σχολική τάξη για να σβήσει την κιμωλία από το μαυροπίνακα. Αντίθετα αυτός είναι επιθετικός και ανεξέλεγκτος. Είναι κλιματικά φορτισμένος. Γι αυτό,τα βράδια μοιάζει με κάποιο μεγαλόσωμο μεθυσμένο που γυρίζει στο σπίτι του για να χτυπήσει τη γυναίκα και τα παιδιά του. Ή με κάποιο εραστή που απάτησε τη γυναίκα του και απαιτεί για μια ακόμη φορά να τον δεχθεί πίσω. Δεν πρόκειται όμως για «αέρα μίσους». Κι ας χτυπάει τα παραθυρόφυλλά λες και είναι κανένας μανιακός που προσπαθεί να εισβάλει μέσα στα σπίτια. Κι ας σπάει τα τζάμια των καταστημάτων, κι ας ξεριζώνει ολόκληρα κλαδιά από πλατάνια, με τα οποία κάποτε συνομιλούσαν σαν μακρινά ξαδέλφια.

Μάλλον μοιάζει περισσότερο με μια απελπισμένη φυσική δύναμη που έχει χάσει εντελώς το φως της από τα νυχιασμένα δάχτυλα μιας πόλης που βυθίζεται ολοένα και πιο βαθιά στο τέλμα και την ανυποληψία.

Μιας πόλης που δεν μπορεί να διεκδικήσει ούτε καν τη στοιχειώδη κοινοβουλευτική εκπροσώπησή της, ή να ολοκληρώσει τις αυτονόητες υποδομές της, και κυρίως,να αντιληφθεί ότι η έλλειψη πλουραλισμού και συναγωνισμού δε θα περάσει μακροχρόνια χωρίς συλλογικές συνέπειες.

 Αυτός, λοιπόν, ο νέος Βαρδάρης, , που έχει καταφέρει τόσο γρήγορα να τραβήξει την προσοχή όλων μας,  κινείται σχεδόν ακατάληπτα προς όλες τις κατευθύνσεις, αλλά συγκεκριμένα προς καμία. Και μας ξυπνάει στα άγρια χαράματα, πατώντας τα κουδούνια μας, όχι για να διασκεδάσει την πλήξη, ούτε για να μας φοβίσει, αλλά μάλλον επειδή θέλει να μοιραστεί μαζί μας την ιστορική σύγχυση του . Αυτός ο άσωτος άνεμος, λοιπόν, που κουβαλάει μέσα του ακόμα και τις φωνές των νεκρών μας, και που κατέβηκε ως εδώ στον κάτω κόσμο για να μας περιλούσει με το μυστηριώδες γαλάκτωμα της ερημιάς του θέλει να μας υπενθυμίσει ότι ακόμα κι έτσι, χωρίς ελπίδα, χωρίς ορίζοντα, μέλλον υπάρχει και θα υπάρχει.

Δεν υπάρχουν σχόλια: