Τρίτη 11 Οκτωβρίου 2022

Άντε ρε παιδιά, να βγούμε καμιά φορά

Της είχε λείψει  η παρέα της αφόρητα. Να βγουν μια μέρα για καφέ να τα πούνε. Σκέφτεται ότι έχουν περάσει το λιγότερο πέντε χρόνια από την τελευταία φορά που είχαν συγκεντρωθεί όλοι μαζί σε κάποιο μπαράκι. Τώρα, κάτι προσπαθεί να κανονίσει, αλλά πάλι δε της βγαίνει.

-Άντε, ρε παιδιά! Να βγούμε καμιά φορά. Πολύ μου λείψατε, λέει στο τσατ

-Ναι, ναι να το κανονίσουμε, απαντούν ένας ένας οι υπόλοιποι.

Όμως, όλο και κάποιος, θα κάνει πίσω  την τελευταία στιγμή και η συνάντηση θα αναβληθεί.

Αυτή επιμένει ξανά μετά από κάποιους μήνες.

-Άντε ρε παιδιά! Να βγούμε καμιά φορά. Τι περιμένουμε;

-Ναι, ναι να το κανονίσουμε, απαντούν ένας ένας οι υπόλοιποι.

Και την επόμενη ημέρα όλοι το ξεχνάνε.

Μετά, έρχεται το γλυκό καλοκαιράκι και η Μαρία δοκιμάζει άλλη μια φορά, μπας και γίνει κάνα θαύμα.

 

-Άντε ρε παιδιά! Να βγούμε καμιά φορά.

-Ναι, ναι απαντούν ένας ένας  οι υπόλοιποι.

Και μετά ο καθένας χάνεται  στη μοναξιά του.

Ώσπου μια μέρα η Μαρία δέχεται ένα μήνυμα.

-Αύριο έχουμε συνάντηση. Κανόνισε να είσαι εκεί.

Ο ενθουσιασμός της είναι  πρωτοφανής. Δεν περίμενε ποτέ ότι θα ερχόταν η στιγμή που θα  αποζητούσε με τόση λαχτάρα τη δύναμη της ανθρώπινης επαφής.

Κι όμως αυτή η στιγμή τώρα έχει έρθει. Τώρα, που είναι έτοιμη να συναντήσει τους φίλους της ξανά, πολλούς από τους οποίους έχει να δει πάνω από πέντε χρόνια.

Όταν συναντιούνται και πέφτει ο ένας στην αγκαλιά του άλλου καταλαβαίνουν ότι η παλιοπαρέα έχει  αποκτήσει καινούργια μέλη . Σύζυγοι, φίλοι και φιλενάδες ήρθε θεωρητικά η ώρα να γνωριστούν μεταξύ τους, να ακολουθηθούν μεταξύ τους και να μάθουν από πρώτο χέρι τα χιουμοριστικά μυστικά των αγαπημένων τους.

Ακολουθούν  αγκαλιές και  φιλιά και μετά οι φίλοι  ενώνουν  τρία τραπέζια και κάθονται να τα πουν.  Παραγγέλνουν και αρχίζουν να μιλούν με το διπλανό τους. Μετά,  ένας ένας,  πιάνει σιγά σιγά το κινητό του και κάτι δείχνει στο διπλανό του. Άλλοι γελάνε με αυτό  τρανταχτά και άλλοι πιο διακριτικά. Ώσπου σε λίγο όλοι αρχίζουν κάτι να δείχνουν στο διπλανό τους.

Έπειτα από κανά μισάωρο, πυκνή σιωπή απλώνεται πάνω από τα τρία ενωμένα τραπέζια.

Οι πάντες πια είναι στραμμένοι προς τις οθόνες των κινητών τους και η Μαρία καταλαβαίνει ότι ακόμα δεν έχει καταφέρει να μιλήσει με κανέναν τους.

Σε λίγο οι οθόνες, τούς έχουν απορροφήσει όλους. Καμιά φορά, κάποιος θα στραφεί προς τον πιο κοντινό  του  για να του δείξει κάτι αξιοπρόσεκτο.

Η αμηχανία της Μαρίας που δεν έχει βγάλει ακόμα μέσα από την τσάντα το κινητό της  τηλέφωνο είναι έκδηλη.

Ακούει για χτενίσματα, για αστεία κατοικίδια, για περίεργες εφαρμογές, για συνταγές μαγειρικής.

-Τι ωραία που θα ταν, σκέφτεται, να τα συζητούσαμε  όλα αυτά, αντί να τα δείχνουμε στο κινητό μας.

Σε λίγο  διαισθάνεται ότι πρέπει να φαίνεται λιγάκι παράξενη, μετά από τόσα χρόνια, στα μάτια των υπολοίπων, έτσι  που πηγαινοφέρνει τα χέρια της άσκοπα χωρίς να κρατάει το κινητό της σ αυτά.

Κάποια στιγμή, η Μαρία σηκώνεται και αναγγέλλει την αποχώρησή της.

-Παιδιά, εγώ πρέπει να φύγω. Με συγχωρείτε.

Οι περισσότεροι από την παρέα, την καταλαβαίνουν και, χωρίς να σηκωθούν από τα καθίσματά τους, τη χαιρετούν εγκάρδια. Κάποιοι άλλοι, στο παρά πέντε, αρχίζουν τα πειράγματα μιας ξεχασμένης εποχής.

Ακόμα και μια φίλη της παλιά, αγαπημένη, που ούτε μ αυτή κατάφερε να μιλήσει σήμερα, της λέει, την ώρα που φεύγει, μεταξύ σοβαρού και αστείου:

-Αμάν ρε Μαρία. Συνέχεια εσύ μας ξεσηκώνεις  και πάντοτε είσαι η πρώτη που φεύγεις.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου