Τρίτη 25 Οκτωβρίου 2022

Τα φαντάσματα αναρωτιούνται, αν υπάρχουν ακόμα άνθρωποι

Εκείνο το πρωϊ στεκόταν μπροστά στα παράθυρα του καφενείου κοιτάζονται έξω το φως της μέρας, όταν άκουσε κάποιον πίσω του να ρωτάει: «Είσαι ο Παύλος;»

Η φυσιογνωμία του δεν του έλεγε τίποτα. Ήταν ένας κοντούλης ηλικιωμένος άνδρας που καθόταν στον καναπέ απέναντι με μια εφημερίδα πάνω στο γόνατό του.

-Ναι, εγώ είμαι, είπε ο Παύλος. Εσείς, ποιος είστε;

-Είμαι ο Γιάννης  Ιακωβίδης, ο παιδικός σου γείτονας από την Ιάσωνος.

Το όνομά του δεν του θύμιζε τίποτα, αλλά αμέσως ο Παύλος κατάλαβε ποιος ήταν.

«Έλα Χριστέ και Παναγιά. Είναι ο πονηρός» σκέφτηκε

-Ναι ρε Γιάννη, σε θυμήθηκα. Πόσο χρόνια έχουν περάσει από τότε;

-Δε θα ναι εβδομήντα;  του λέει ο πονηρός.

Ο Παύλος δε θυμόταν καν ποιος του είχε πρωτοβγάλει αυτό το παρατσούκλι. Το μόνο που θυμόταν ήταν ότι κάθε πρωϊ πήγαινε να τον πάρει από το σπίτι του για να κατεβούν κάτω και να παίξουν και κάθε μεσημέρι αυτός και οι υπόλοιποι φίλοι του τον κυνηγούσαν επειδή είχε κάνει κάποια πονηριά. Για την οποία, όταν τον έπιαναν τελικά, και λίγο πριν τις φάει, ζητούσε πάντα μια ειλικρινή συγγνώμη, που όλοι έκαναν ότι την πιστεύουν για να ξεκινήσει την επόμενη μέρα το ίδιο μοτίβο από την αρχή.

Εβδομήντα χρόνια μετά, σκέφθηκε ο Παύλος. Τι απίστευτη έκπληξη!

Τις επόμενες ημέρες, ο Παύλος, ο οποίος ήταν πολύ του περπατήματος καλούσε συνεχώς μαζί του τον Γιάννη τον πονηρό, τον παλιό του φίλο, να τα πούνε λιγάκι, να γνωριστούνε λίγο καλύτερα.

Ο Γιάννης, όμως παρότι δεν είχε πρόβλημα να συγχρονιστεί μαζί του, θα προτιμούσε έναν πιο χαλαρό βηματισμό. Γι αυτό του ζήτησε να συναντιούνται ίσως σε ένα παρκάκι της γειτονιάς, για να μπορούν να μιλούν με την ησυχία τους σαν άνθρωποι.

Εκεί άρχισε να του λέει, διάφορες ιστορίες από το χωριό. Ιστορίες με φαντάσματα, κατά κανόνα.

-Ιστορίες με φαντάσματα; αναρωτήθηκε ένας φίλος του Παύλου στο καφενείο και γέλασε.

Δηλαδή αφήνεις την παρέα σου και την μπάλα για να ακούς ιστορίες με φαντάσματα;

Ο Παύλος του έδωσε μεν όλα τα δίκια του κόσμου, αλλά μάλλον επειδή δεν μπορούσε να τους εξηγήσει πόσο καταλυτικές ήταν αυτές οι αφηγήσεις για το νευρικό του σύστημα.

-Πιστεύεις στα φαντάσματα δηλαδή; τον ρώτησε μια μέρα ένας άλλος.

-Όχι δεν πιστεύω στα φαντάσματα. Αλλά πιστεύω στις ιστορίες.

-Δεν πρέπει να επιτρέψεις αυτές τις ιστορίες να συνεχίσουν να σε αναστατώνουν, του είπε ένα άλλο απόγευμα η κόρη του. «Πολύ πρόσφατα μια φίλη μου έχασε τον πατέρα της από κάτι τέτοια».

 

Έτσι, πέρασε ένας ολόκληρος μήνας γεμάτος ιστορίες με φαντάσματα.

Έβρεχε καθ όλη τη διάρκεια εκείνης της νύχτας και την επόμενη ημέρα συνέχισε να βρέχει αδιάκοπα. Την μεθεπόμενη βγήκε ένας λαμπερός ήλιος που έκανε όλη την παρέα του καφενείου να αποφασίσει ότι την Κυριακή θα πήγαιναν για ψάρεμα.

Ο Παύλος τότε κατάλαβε ότι εκείνη ήταν η καλύτερη ευκαιρία για να γνωρίσουν και οι υπόλοιποι φίλοι του τον Γιάννη τον πονηρό, ή τον πρώην πονηρό τουλάχιστον, και να ακούσουν κι αυτοί κάποιες από τις τόσο πιστευτές ιστορίες του.

Εκείνοι δεν προέβαλλαν καμιά αντίρρηση κι αφού συνεννοήθηκαν μαζί του πήγαν όλοι μαζί πρωϊ πρωϊ να τον πάρουν από το σπίτι του.

 

Όταν ο Παύλος πάτησε  τον αριθμό  που του είχε δώσει ο Γιάννης στο θυροτηλέφωνο,  του απάντησε μια ηλικιωμένη γυναίκα, η οποία γρήγορα κατέβηκε κάτω για να συνεννοηθεί μαζί του.

-Μας περιμένει ο κύριος Γιάννης  Ιακωβίδης, να πάμε για ψάρεμα, της είπε ο Παύλος.

Η γυναίκα συνοφρυώθηκε λίγο, αλλά είπε χωρίς δισταγμό.

-Ποιος; ο κυρ Γιάννης  Ιακωβίδης; Μα αυτός πέθανε εδώ και πάνω τριάντα χρόνια.

Οι τρεις φίλοι κοιτάχτηκαν για λίγο μεταξύ τους καθώς αγριευόντουσαν.

-Το ήξερες αυτό το άτομο; ρώτησε χαμηλόφωνα έπειτα η κυρία.

-Όχι, απλώς έκανα λάθος, είπε ο Παύλος.

-Τον πέρασες για κάποιον άλλο;

-Μόνο για μια στιγμή. Στην πραγματικότητα, δεν έμοιαζε και τόσο.

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου