Αναμένοντας με ελάχιστη αγωνία και ακόμα λιγότερη περιέργεια τα κυριακάτικα αποτελέσματα της εγκυμονούσας κάλπης διαπιστώνουμε με συγκρατημένη έκπληξη ότι κανένας από τους αρχηγούς των δύο ισχυρών πολιτικών κομμάτων δεν προβαίνει σε καινούργιους ισχυρισμούς προκειμένου να πείσει τους ψηφοφόρους να τον αναδείξουν στην εξουσία.
Η ανάγκη για ελπίδα, αλλαγή και πίστη διαδέχεται την ανάγκη για τακτοποίηση, εξυγίανση και εξορθολογισμό και τανάπαλιν. Μάλιστα, αν μελετήσουμε λιγάκι προσεκτικά και κάποιες παλιότερες προεκλογικές ομιλίες δε θα αργήσουμε να διαπιστώσουμε ότι κάθε πολιτικός αρχηγός που διαισθάνεται ότι πλησιάζει στον πρωθυπουργικό θώκο χρησιμοποιεί αδιακρίτως και απαράλλακτες τις ίδιες ακριβώς αναφορές με τον προκάτοχό του. Ίσως διαφοροποιήθηκε λιγάκι φέτος ο κ. Καραμανλής, μια διαφοροποίηση ωστόσο που φαίνεται να είναι προσχηματική και πιστώνεται περισσότερο στην έλλειψη πίστης που καταφαίνεται στο στοίχημα της επανεκλογής του. Άρα δεν πειθόμαστε μόνο από τα ίδια πρόσωπα, αλλά και από τα ίδια συνθήματα, τα ίδια λόγια. Κι αυτή δεν είναι μια αμελητέα παρατήρηση, γιατί από τη μια φανερώνει ότι εκτός των άλλων δεν υπάρχει ούτε καν διαφοροποίηση της φύσης των προβλημάτων μας, που παραμένουν απαράλλαχτα με αυτά του πρόσφατου παρελθόντος μας κι από την άλλη ότι σχεδόν όλοι μας συμβάλλουμε με τους φόβους, τις προκαταλήψεις και τις ανανεώσιμες αντοχές μας στην παγίωση του φαύλου κύκλου της «ημέρας της Μαρμότας».
Έτσι, θα άξιζε πραγματικά τον κόπο να αναρωτηθούμε σοβαρά μια φορά τουλάχιστον τι μας συμβαίνει, σαν άτομα και σαν κοινωνία. Γιατί δεν τολμούμε πραγματικά να αλλάξουμε τα πράγματα, γιατί ανασκευάζουμε πάντα στην πορεία τις πιο ριζοσπαστικές μας αποφάσεις, γιατί στρογγυλεύουμε τις πιο οργισμένες μας αντιδράσεις, διατηρώντας τελικά τα πράγματα έτσι ακριβώς όπως τα βρίζαμε. Γιατί φοβόμαστε τελικά τόσο πολύ την εξέλιξη και την πρόοδο ώστε να εμποδίζουμε με όλες μας τις δυνάμεις την έλευσή της στη ζωή μας; Μήπως πρέπει τελικά να αποδεχθούμε ότι το πάλαι ποτέ αγωνιζόμενο κύτταρο του ελληνικού λαού έχει πια διαμοιραστεί σχολαστικά σε κομματικούς στρατούς και πολιτικά γραφεία, και αμετάκλητα βυθιστεί σε μια νοοτροπία ακραίου μινιμαλιστικού ωφελιμισμού, αναζητώντας πια, όχι μια θέση στο δημόσιο ή μια οποιαδήποτε δουλειά , αλλά απλώς την ελπίδα ότι κάτι τέτοιο είναι δυνατόν να συμβείς.
Εμφανίζουμε, θα έλεγε κανείς, σε τέτοιες περιόδους τα συμπτώματα των ερωτευμένων, όπου οι επιλογές τους εξηγούνται περισσότερο στη βάση χημικών εξισώσεων παρά λογικών κριτηρίων. Μήπως τελικά είμαστε λιγάκι ερωτευμένοι μ αυτή την κατάσταση; Που μας πονάει αλλά και δε θέλουμε να την αποχωριστούμε; Πρέπει όμως, εν κατακλείδι, να παραδεχθούμε ότι ένας από τους παράγοντες που οι πολίτες συνεχίζουν να ενισχύουν το δικομματικό μοντέλο εναλλαγής στην εξουσία, είναι και η έλλειψη κουλτούρας συνεργασιών που διατρέχει την πολιτική μας ιστορία, με συνέπεια να μην εμπιστεύεται το εκλογικό σώμα στα μικρότερα κόμματα την πολλαπλασιαστική ισχύ ενός Δούρειου Ίππου που τρυπώνει στο σχεδιασμό του κυβερνητικού έργου για να του προσδώσει μια ογκώδη πινελιά από τη φωνή της κοινωνίας.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου