Είναι συχνό φαινόμενο στα ελληνικά γήπεδα, η προβολή της εικόνας μιας κερκίδας να παρέχει καλύτερο θέαμα από όλα όσα διαδραματίζονται μέσα στους αγωνιστικούς χώρους. Χιλιάδες άνθρωποι, κάθε ηλικίας, κοινωνικής τάξης, μορφωτικού επιπέδου και προέλευσης κατευθύνονται κάθε Κυριακή στα ελληνικά γήπεδα όχι μόνο για να παρακολουθήσουν κάποιο ποδοσφαιρικό αγώνα, ενισχύοντας την ομάδα τους στην προσπάθεια που θα καταβάλλει να κατακτήσει κάποιο αποτέλεσμα, αλλά πρωτίστως για να αναδειχθούν οι ίδιοι ως συμμέτοχοι στο πλαίσιο μιας ιδιαίτερα ατμοσφαιρικής τηλεοπτικής εικόνας, ως κομμάτι ενός ιδιαίτερα παθιασμένου και ενεργητικού οπαδικού κοινού.
Κατόπιν, μπαίνουν σε μια διαδικασία ανούσιων συγκρίσεων με συναδέλφους τους άλλων ομάδων, επί θεμάτων που δεν θα έπρεπε λογικά να απασχολούν άτομα ηλικίας άνω των 14 ετών. Πολλά πράγματα εδώ έχουν παρερμηνευτεί και μόνο τύποις αφορούν στην πραγματική χαρά του ποδοσφαίρου, που όταν είναι άδολη είναι ακατανόητη απ όλους αυτούς, και δεν είναι τίποτε διαφορετικό από την ουσιαστική εκτόνωση που ο βασιλιάς των σπορ μπορεί σε εβδομαδιαία βάση να προσφέρει σε ανθρώπους που έχουν ανάγκη να νοσταλγήσουν, να θυμηθούν, να πιστέψουν κάπου, να αγαπήσουν κάτι που δεν θα τους προδώσει. Που έχουν ταυτίσει τη χρονολογική διαδοχή των περιόδων της ζωής τους με αξέχαστα παιχνίδια, με τον ίδιο τρόπο που θυμούνται αγαπημένα τραγούδια, ταινίες, βιβλία, προσωπικές στιγμές. Είναι αυτοί που αγάπησαν πρώτα το ποδόσφαιρο και γνώρισαν ότι για να ολοκληρωθεί αυτή η αγάπη και να μετουσιωθεί σε εμπειρία θα έπρεπε να μάθουν να υποστηρίζουν και ένα σωματείο που θα τους θύμιζε διαρκώς ορισμένα στοιχεία της ιδιοσυγκρασίας τους, του αξιακού τους συστήματος, της οπτικής τους για τη ζωή, των καταβολών τους. Με λίγα λόγια η ομάδα που επιλέγουμε να υποστηρίξουμε αντανακλά σε πολύ μεγάλο βαθμό τη φιλοσοφική μας θεώρηση για τον κόσμο. Τις απόψεις μας περί δικαιοσύνης, και κοινωνίας, ποια χαρακτηριστικά πρέπει να έχει η νίκη για να έχει πραγματική αξία και από ποια αφετηρία τη διεκδικούμε.
Εντούτοις, ο τυπικός Έλληνας οπαδός έχει μάθει τόσα χρόνια να τοποθετεί κατά κάποιο τρόπο τον εαυτό του στο ακλόνητο βάθρο του πρωταγωνιστή αυτού του αθλητικού προϊόντος που καλείται ποδοσφαιρικό πρωτάθλημα. Όχι φυσικά σαν μονάδα, αλλά ως μέρος μιας μαζικότητας που προκαλεί το θαυμασμό για την ανυπέρβλητη στήριξη που αφειδώς προσφέρει σε μια ομάδα. Τον έχουν πάρει χαμπάρι και όλοι οι επαγγελματίες του χώρου και του χαϊδεύουν διαρκώς τ αφτιά απ το πρωϊ ως το βράδυ, είτε δηλώνοντας εντυπωσιασμένοι από την ατμόσφαιρα που δημιουργεί στο γήπεδο, είτε εκστασιασμένοι από την τεράστια δυναμική και την τρέλα του για την ομάδα. Πολύ απλά τον δουλεύουν για να δουλεύει. Του καλλιεργούν την ανευθυνότητα για να νιώθουν βασιλιάδες. Κι αυτός παρατάει δουλειές, αφήνει στο περιθώριο κάθε προσπάθεια αναβάθμισης των συνθηκών ζωής του τις υποχρεώσεις και τα όποια ενδιαφέροντά του για να κλειστεί σ ένα δωμάτιο μαζί με άλλους «ομότρελούς» του και να κόψουν χαρτάκια και λωρίδες για το γήπεδο, να προμηθευτούν πυρσούς, να σκαρώσουν συνθήματα, να φτιάξουν πανό. Αποζητώντας μετά τη λήξη των παιχνιδιών μια δήλωση αναγνώρισης λαϊκιστικού περιεχομένου από κάποιο ποδοσφαιριστή, ή ένα τηλεοπτικό πλάνο που να καταδεικνύει στους αντίπαλους οπαδούς το μέγεθος της ιδέας που απασχόλησε ολόκληρη την εβδομάδα τη δημιουργικότητά του. Αν προσθέσουμε σ όλους αυτούς και τους πάσης φύσεως βολεμένους, που δεν είναι ούτε λίγοι ούτε αμελητέοι και αναζητούν στον οπαδισμό , μια διέξοδο από την ρουτινιάρικη καθημερινότητά τους, ένα συμπληρωματικό συναισθηματικά «μεροκάματο» όσο να περάσουν οι ώρες, για να επανέλθουν στον ήπιο τζόγο του στοιχήματος και της αριθμολαγνείας που κυρίως απασχολεί το μυαλό τους, θα καταλάβουμε ότι τα ενδιαφέροντα μιας τεράστιας μερίδας τους ελληνικού πληθυσμού συνοψίζονται σε εκδηλώσεις απόλυτα αντιπαραγωγικές, που δικαιολογούν σε μεγάλο βαθμό το τέλμα που ευδιάκριτα αντιλαμβανόμαστε σε ολόκληρο σχεδόν το φάσμα των δραστηριοτήτων μας.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου