Πέμπτη 12 Δεκεμβρίου 2013

Τα Ελευθέρια: «Σινεμά ο Άδης»

 Τα Ελευθέρια δεν ήταν αυτό που θα λέγαμε ο κινηματογράφος της πρώτης μας επιλογής. Κατείχε όμως πάντα στις προτιμήσεις μας μια πολύ ξεχωριστή θέση. Πρώτα απ όλα επειδή ήταν ένας κινηματογράφος που βρισκόταν σε γωνία και αυτό από μόνο του είχε μια ξεχωριστή σημασία για τους φετιχιστές των γωνιών, σαν την αφεντιά μου. Το πιο σημαντικό όμως απ όλα χαρακτηριστικό του, ήταν και εκείνο που τον καθιστούσε στις συνειδήσεις μας ως ένα μυθολογικών διαστάσεων τοτέμ, δηλαδή η παρακμιακή  αποφορά του.

 Αυτή η μυστηριώδης μυρωδιά που σε έπιανε από τη μύτη και σε βύθιζε ως τα τρίσβαθά των σχισμένων καθισμάτων του, υπνωτισμένο και ανήμπορο να αντιδράσεις, μαζί με το βαθύ μπορντό των φωτισμών του, και την αίσθηση ενός αέρα εγκατάλειψης που δεν ανανεωνόταν ποτέ και που ήταν σα να προσέθετε ο καθένας από εμάς τη δική του μυρωδιά σε μια ομίχλη ιστορική που όσο περνούσε ο καιρός τόσο πύκνωνε.

 Μια από τις πιο χαρακτηριστικές πτυχές της δομής του κινηματογράφου ήταν και το ότι η αίθουσά του βρισκόταν σε υπόγειο. Η δε σκάλα της εισόδου που πλαγιοκοπούσε αυτή την αίθουσα ήταν από τις πιο απόκρημνες σκάλες που θυμάμαι να έχω ποτέ κατέβει και κατέληγε στο βάθος σε ένα μικρό κυλικείο φάντασμα με κιτρινωπό φωτισμό. Εκεί μπορούσες να γευτείς το πιο μπαγιάτικο σάντουιτς με λουκάνικο της ζωής σου, σε ένα συνδυασμό από κάθε λογής ληγμένα συστατικά που τα εκθείαζε με ορμή η παιδική μας αμεριμνησία.

 Αλλά, αν ήθελες να συναντήσεις στα «Ελευθέρια» κάποια από τα πιο ακριβοθώρητα κορίτσια της γειτονιάς σου, εκείνα δηλαδή που βλεφάριαζες πάντα  μ ένα ιδιαίτερα επίμονο τρόπο, μάλλον θα ήσουν χαμένος από χέρι γιατί τίποτα τέτοιο δεν θα μπορούσε να συμβεί σε ένα μέρος αφιλόξενο  για καθωσπρέπει κορίτσια. Να φταίγαν οι μεσοβδομαδιάτικες προβολές  ταινιών πορνό ή η φήμες ότι στον κινηματογράφο κυκλοφορούσε πάντα ένας ανώμαλος που άγγιζε τα παιδιά στα οπίσθια τους; κανείς δεν ξέρει. Το βέβαιο είναι ότι πολύ σπάνια συναντούσες γνωστά σου κορίτσια μέσα σ εκείνο τον Άδη.
 Σε μια εποχή ένδοξων περιπετειών, δεν υπήρχε τίποτα πιο θαυμαστό ή παράτολμο από την επιχείρηση της εισόδου κάποιου από εμάς στον κινηματογράφο, κατά τη διάρκεια μιας ερωτικής προβολής. Ήταν κάτι που πολλοί το είχαν ονειρευτεί, αλλά μονάχα λίγοι παραδέχτηκαν ότι το πέτυχαν , από τους οποίους δε, ας μη γελιόμαστε, μόνο ελάχιστοι το είχαν επιτύχει  πραγματικά. Και όταν αυτό συνέβαινε το μέγεθος του επιτεύγματος ξεπερνούσε ακόμα και τη διέγερση που σου προκαλούσε η ίδια η πράξη.

Από την άλλη μεριά εκείνη η φήμη  με τον δήθεν ανώμαλο που συντηρούνταν για πολλά χρόνια αποτελούσε ένα ακόμα θεμελιώδες κεφάλαιο στη μυθολογία της αίθουσας. Έτσι μπορεί να καθόμασταν στα ίδια καθίσματα που κάποιος είχε εκσπερματώσει μεσοβδόμαδα δύο ή τρεις φορές βλέποντας σε πλήρη δράση κάποιες από τις πιο διάσημες πορνοστάρ της εποχής, τριχωτές γυναίκες που σήμερα μπορεί να έχουν εγγόνια ή και δισέγγονα, αλλά πάντα ο νους μας βρισκόταν και στο ποιος καθόταν στο πίσω από εμάς κάθισμα. Εγώ μάλιστα, όπως και πολλοί άλλοι, συνήθιζα να κάθομαι στην μπροστινή άκρη του καθίσματος μου, για να διαφυλάσσω  τουλάχιστον τα μισά από τα ρούχα μου.

Για πολλούς από εμάς λοιπόν τα «Ελευθέρια» ήταν μάλλον ο ιδανικός προορισμός για να βλέπει κανείς ταινίες με τέρατα και καράτε, και από την άλλη ο «Φάρος»  ήταν μάλλον προτιμότερος για τα πιο βιβλικά δράματα ενώ η Άντα η οποία προσπαθούσε  αρκετά επιτυχημένα να ανταγωνιστεί τους κινηματογράφους του κέντρου ήξερε να κάνει στα κυριακάτικα πρωϊνά τη διαφορά , σε μια άκρως υποβαθμισμένη περιοχή,  με ταινίες που ξέφευγαν από τα αυστηρά πλαίσια του σινεάκ.

Ωστόσο, τα «Ελευθέρια» είχαν μια δικιά τους υπόγεια διαδρομή. Όντας ξεπερασμένα από τότε ακόμα ως αισθητική, διακόσμηση και θεματολογία έμοιαζαν με τον κακό μαθητή της τάξης ή ακριβέστερα με έναν κολασμένο τόπο ελευθερίας, όπου ο καθένας στα διαλείμματα θα μπορούσε να αναπαραστήσει πάνω στη σκηνή κάποιες από τις κινήσεις που είχε ξεσηκώσει από τον Μπρους Λι ή τον Τσάκι Τσαν, αλλά κι έναν τόπο  που είχε εγκαταλειφθεί για κάποιον λόγο από τους κατοίκους του, ενώ για εμάς τους κατοπινούς του κατοίκους έμοιαζε με κάτι που κάναμε ημι-παράνομα προτού να έρθει η ώρα του, κάτι σαν μια επίδειξη ενός εκκολαπτόμενου μικρο-μεγαλισμού, που όμως μας προξενούσε μια λογική δυσκολία στο να νιώσουμε εντελώς άνετα εντός του. Έμοιαζε λοιπόν αυτός ο μυστηριώδης κινηματογράφος μ έναν προθάλαμο ενηλικίωσης, αβυσσαλέα σκοτεινό και περιπετειώδη, απ τον οποίο όταν θα έβγαινες θα συναντούσες τον πιο εκτυφλωτικό και ανακουφιστικό ήλιο που θα είχες δει ποτέ.

Ενώ ήταν επίσης και  μια επιχείρηση χωρίς ορατούς υπαλλήλους. Αν εξαιρούσες δηλαδή τον ταμία του μια μορφή σχεδόν μυθιστορηματική, έναν τύπο αρκετά περιθωριακό, δραματικό και κωμικό συνάμα, που ένιωθες ότι τον συναντούσες με άλλα ρούχα και διαφορετικά μαλλιά σε όλα τα πόστα αυτού του χώρου, τίποτα εκεί μέσα δεν πρόδιδε ανθρώπινη παρουσία . Τίποτα δεν αντανακλούσε  ζωή σ εκείνο τον καταραμένο χώρο που έμοιαζε να έχει πουλήσει την ψυχή του στο διάβολο με μοναδικό αντάλλαγμα ίσως, την οριστική απαλλαγή του από την ορμητική διαδικασία  εκσυγχρονισμού της τέχνης και της κοινωνίας που επερχόταν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου