Πέμπτη, 29 Δεκεμβρίου 2011

Ένας ψύλλος ήρθε απόψε απ τα παλιά


Ο στρατός είναι η δεύτερη μεγαλύτερη εφεύρεση του ανθρώπου. Στη λίστα των μεγαλύτερων επινοήσεων ψηλότερά του είναι μόνο το ασανσέρ σε ουρανοξύστη του Ντουμπάι. Και φυσικά ο Ελληνικός Στρατός, αποτελεί ένα θεμελιώδες κεφάλαιο στην ιστορία των στρατών.

Υπάρχουν βέβαια και άλλες υπέροχες εφευρέσεις, όπως η ψηλοτάκουνη γόβα του Ντα Βίντσι, που προσομοιάζει λίγο ως το αντίστοιχο της σκοπιάς, μόνο που εμείς δε φυλούμε σκοπιά για να νιώθουμε ψηλότεροι ή πιο ερωτικοί, αλλά γιατί μας έπεισαν ότι την απαίτησε,κατά κάποιο τρόπο, ο εξελιγκτιστής Δαρβίνος, ή το φιλί με σφιγμένα χείλη στα παιδικά πάρτι, χωρίς να ξεχνούμε τη «στημένη» μπουκάλα όπου πραγματοποιούσαμε ελεγχόμενες κινήσεις ώστε να φιλήσουμε αυτή που θέλαμε, η οποία τελικά τύχαινε να ήταν αυτή που μας φιλούσε με συνοφρυωμένα χείλη, ή επίσης μια υπέροχη εφεύρεση είναι και η συγχώνευση μεταξύ ανόμοιων προσώπων που ονομάζεται από την εκκλησία και το κράτος, γάμος.

Ο στρατός, από την άλλη μεριά, δεν μοιάζει με τίποτα από όλα αυτά, καθώς είναι θεσμός, ειρηνικός, εικονικός και ανέμελος, που δεν μιμείται την αγριότητα των πλασμάτων της φύσης, αλλά την αναπαράγει ως βελτιωμένη εντύπωση, προάγοντας το πνεύμα του Γκάντι και την αδιαμαρτύρητη υποταγή στην ακινησία, ενώ σου εμφυσάει αξίες, όπως η πρωινή αναφορά στην οποία καταμετρώνται οι επιζώντες από την κραιπάλη της βραδινής εξόδου ή το προσκλητήριο της βραδινής αναφοράς όπου γίνεται ένας απολογισμός της ημέρας διάρκειας το πολύ δώδεκα δευτερολέπτων.
Εκεί, όπου ο αξιωματικός υπηρεσίας, καμιά φορά σε αναζήτηση κάποιας συγκλονιστικής εξέλιξης, λέει: «Ρε παιδιά, πείτε κάτι. Δεν μπορεί να μην συνέβη τίποτα άξιον αναφοράς, ολόκληρη τη νύχτα» λες και αναφερόταν σε πολικές νύχτες διάρκειας κάποιων μηνών. Για να δεχτεί συχνά κάποια απάντηση από τον περίφημο πρόθυμο του στυλ ότι «ολονυχτίς έτριζαν οι σωλήνες της θέρμανσης ή ότι καλό θα ήταν να μην στεγνώνουν στο καλοριφέρ τις κάλτσες τους όταν τις πλένουν».

Η παράδοση μας πληροφορεί ότι ο στρατός, όπως τον γνωρίζουμε, επινοήθηκε από τα πανάρχαια χρόνια, όχι ως μέσο αποτρεπτικής δυνατότητας, άλλωστε τα ξάγρυπνα κάστρα τα κατάφερναν περίφημα σ αυτό, αλλά μάλλον ως μέσο επίθεσης, επιβολής και επικράτησης.

Αν η ιστορία λοιπόν για μια φορά είναι ακριβής ο στρατός ξεκίνησε σαν ένας ανθρώπινος αντιπερισπασμός, ώστε να αποσπάται η προσοχή των μαζών από τα ειρηνικά τους καθήκοντα και την αγάπη και να δράττουν την ευκαιρία να εξασκηθούν στην επιχειρηματικότητα οι ύαινες της κερδοφορίας.

Εξελίχθηκε όμως σε πραγματικό επίτευγμα μόλις στις ημέρες μας, όπου εκτίναξε στα ύψη τη δόξα του ανθρώπινου είδους, αντικαθιστώντας τα μάντρας της ανατολής με ατελείωτες κοπροσυζητήσεις, τη γιόγκα με τη ρέκλα του ΚΨΜ, το μπαρούτι με τις αποθήκες των σιτιστών, την πράξη γενικά από την επίφασή της κι αν η τέχνη κατά Πλάτωνα είναι μίμηση δευτέρου βαθμού, δηλαδή μίμηση της απομίμησης, ο στρατός αυτό το άνθος του πολιτισμένου κόσμου μιμείται μόνο τον εαυτό του, την ώρα που πολλοί θεσμοί προσπαθούν ανεπιτυχώς να τον μιμηθούν.

Εντάξει, καμιά φορά συμβαίνουν και ορισμένα αξιοσημείωτα πράγματα, ας μην είμαστε άδικοι. Όχι, φυσικά του διαμετρήματος που τους προσδίδουν όταν τα περιγράφουν αυτοί που απολύθηκαν, που συχνά συμπεριφέρονται σαν να έχουν μόλις επιστρέψει από έναν κολασμένο τόπο μαζί με τον Τζον Ράμπο, τον οποίο άφησαν ακριβώς στην διασταύρωση όπου ξεκινάει η πρώτη ταινία, μπαρουτοκαπνισμένοι και έτοιμοι για όλα, όταν στην πραγματικότητα το μόνο που απέκτησαν είναι η τεχνογνωσία της ασυνείδητης υπομονής, προσόν απαραίτητο μόνο για όσους περιμένουν το ουίσκι να ωριμάσει σε κάποιο αποστακτήριο του Τέννεσι.

Το καλύτερο κομμάτι λοιπόν του στρατού για εμένα δεν ήταν ούτε οι σανσκριτικές αφιερώσεις αγάπης που κοσμούσαν τους μουχλιασμένους τοίχους και περιέβαλλαν με μια ξεχασμένη και λίγο ακατάληπτη τρυφερότητα τις βιαστικές εκκενώσεις μας στις τουαλέτες της οργής, ούτε η σπαστικότητα 4.000 ετών στρατογκαβλίασης που ξεκινά από τις ατραπούς των πρωτόγονων, άγριων, πυγμαίων και κανιβάλων για να φτάσει στις σύγχρονες μορφές οργάνωσης όπου η διατήρηση μιας παγιωμένης παράδοσης από ευλαβικούς λάτρεις του πρωτοκόλλου, δημοσίους υπαλλήλους, μοιάζουν με τη συνήθεια κάποιων μοναχικών ηλικιωμένων γυναικών που πλέκουν στον αέρα χωρίς βελόνες πλεξίματος και μαλλί, ακολουθώντας με αφοσίωση τα χέρια τους σε μια τυφλή συνήθεια δεκαετιών.

Το must του στρατού δεν είναι άλλο από τον πόλεμο εναντίον των ψύλλων και των κοριών, όπως ξέρουν να τον κηρύσσουν τα σαββατοκύριακα μονάχα αυτοί που έχουν εμμονές με τους κοριούς, που βλέπουν παντού κοριούς, οι κοριολάνοι, οι κοριόγκαβλοι , οι κυνηγοί κοριοκεφαλών που έχουν τάσεις καταδίωξης από κοριούς και που όταν απολύονται συχνά επιστρέφουν στο στρατό ως μόνιμοι για να ολοκληρώσουν το θεάρεστο έργο της εξαφάνισης αυτών των εντόμων, επειδή αποτυγχάνουν να προσαρμοστούν σ ένα κόσμο απαλλαγμένο από κοριούς, σαν σύγχρονοι δον κιχώτες που επιτίθενται σε έναν ανεμόμυλο επειδή είδαν επάνω του έναν κοριό. Κι ακολουθούν, το πετρελαίωμα των κρεβατιών, η παράδοση των μολυσμένων στρωμάτων στο παρανάλωμα της φωτιάς, η διασπορά της μυρωδιάς του καμένου στον αέρα όταν γυρίζεις από τη σκοπιά και διαπιστώνεις ότι μεταξύ όλων των μολυσμένων στρωμάτων έχουν κάψει και το δικό σου που ήδη είχε αρχίσει να παίρνει το σχήμα του σώματός σου και τις σκληρές καμπύλες των σάρκινων επιφανειών σου, αναγκάζοντάς σε να παραβιάσεις την προσωπική σου εκεχειρία με τα έντομα.
Καμιά άλλη εφεύρεση λοιπόν σαν τον στρατό. Μόνο τα ασανσέρ στους ουρανοξύστες του Ντουμπάι την έχουν ξεπεράσει.

Τετάρτη, 28 Δεκεμβρίου 2011

Που πας Παπανδρέου με τέτοιο καιρό;


Πριν από μόλις επτά χρόνια, ο πρώην πρωθυπουργός, Γιώργος Παπανδρέου, αναλάμβανε μια σημαντική αποστολή μέσα στο κόμμα του, να αλλάξει τις παγιωμένες δομές του, το έμψυχο δυναμικό και τις συνήθειες δεκαετιών, να πραγματοποίησει μεγάλα ανοίγματα προς τις άλαλες δυνάμεις του τόπου.

Ήταν η ευγενής φωνή του που έπειθε ανθρώπους διαφορετικών τάσεων για την αποφασιστικότητα που τον διέπνεε και που αναθέρμανε πολιτικές σχέσεις, αναζωπύρωνε πολιτικές πρακτικές, προσκαλούσε πολιτικούς αντιπάλους με συγγενικές πολιτικές ηθικές, οι οποίοι βρίσκονταν στα δειλινά της ιδεολογικής τους περιπλάνησης να δοκιμάσουν την θαλπωρή του νέου κινήματος που υποσχόταν, ενώ την ίδια περίοδο εξηγούσε στα διεθνή φόρα ότι η αδηφάγα φύση των αγορών βρισκόταν ήδη προ των πυλών κι ότι μόνο η ανόρθωση ενός πνεύματος αλληλεγγύης μεταξύ των λαών και κυβερνήσεων θα υψωνόταν ως ανάχωμα στην επέλαση της βαρβαρότητας. Ο ορεξάτος πολιτικός παρουσίασε μ έναν φρέσκο τρόπο ένα αίτημα δεκαετιών: την ανάγκη επικράτησης της κοινωνικής δικαιοσύνης ως μέσου επιβίωσης των κοινωνιών, την αντιμετώπιση της διάλυσης των προνοιακών δομών την αποκατάσταση ενός κράτους δικαίου που θα φρόντιζε να συνδιαλέγεται αρμονικά με όλους τους πολίτες ανεξαιρέτως. Παράλληλα, έκανε έκκληση στους ανθρώπους της διανόησης και της τέχνης, την υγιή επιχειρηματικότητα και τους ανήσυχους επιστήμονες να τολμήσουν να μπούνε στην πολιτική, να πάρουν οι ίδιοι τις τύχες της χώρας στα χέρια τους και να την αλλάξουν. Η λέξη αλλαγή κυριαρχούσε σε κάθε αναφορά του, όπως ακριβώς και στο λεξιλόγιο του πατέρα του. Μίλησε ακόμα για πράσινη ανάπτυξη, δημιουργίες οικονομιών κλίμακας, κάλυψη του χαμένου εδάφους στην κούρσα της τεχνολογικής προσαρμογής και άλλα όμορφα και ελπιδοφόρα πράγματα που δεν έμειναν απλώς στα λόγια, αλλά στις προθέσεις, ένεκα της τρομακτικής ύφεσης αλλά και της ακόμα μεγαλύτερης ατολμίας του. Καταλαμβάνοντας τον πρωθυπουργικό θώκο ο πρώην πρωθυπουργός έκανε εν μέρει πράξη τα υποσχεθέντα και χρησιμοποίησε νέο αίμα στο κυβερνητικό σχήμα αξιοποιώντας όμως παλιούς εξωκομματικούς συνεργάτες και φίλους σε νευραλγικές θέσεις και κρίσιμα πόστα με κριτήριο προφανώς περισσότερο τη γνωριμία και την εμπιστοσύνη παρά την αξιοσύνη.
Και παράλληλα ο τότε ξαναμμένος πολιτικός δεν προειδοποίησε σχετικά καθόλου για την απότομη μεταστροφή της πολιτικής ατζέντας και την εξουθενωτική προσαρμογή του πολιτικού του λεξιλογίου στο ασφυκτικό πλαίσιο της νέας συγκυρίας, έστω και αν η αφετηρία της διακυβέρνησής του τοποθετήθηκε σε χώρο αχαρτογράφητο και βαλτώδη , πολλά χιλιόμετρα ξωπίσω απ όσο ανέμενε. Αναγκαία λιτότητα, περικοπές, αναπροσαρμογή, αναδιάρθρωση, αποφυγή χρεοκοπίας, καταστροφή, μετακύλιση, κούρεμα, συμβάσεις κα είναι μερικά μόνο από τα σχήματα που κοσμούσαν τον νέο του λόγο. Και τελικά, μέσα σε δύο μόλις χρόνια από την εκλογή του τα αποτελέσματα είναι πραγματικά θεαματικά. Εκτίναξη της ανεργίας σε δυσθεώρητα ύψη, εξάπλωση της φτώχειας, μεγιστοποίηση της ανασφάλειας σε πρωτοφανή μεγέθη, επικράτηση της αβεβαιότητας και της απελπισίας, διαιώνιση της τεχνολογικής υστέρησης, εγκατάλειψη των φιλοπεριβαλλοντικών πολιτικών στο όνομα μιας ανάπτυξης δίχως όρους. Και από την άλλη η σωτηρία από τη χρεοκοπία μιας πατρίδας που έχει γίνει ήδη έννοια ενοχλητική για εκατομμύρια ανθρώπων που ζούνε στα όρια τα διαχωριστικών γραμμών μεταξύ αξιοπρέπειας και δουλοφροσύνης στα ληθαργικά μονοπάτια της πολιτικής απραξίας.

Μετά την εκλογή του οι στόχοι του Παπανδρέου συρρικνώθηκαν δραματικά, το όραμα του μετασχηματίστηκε ακαριαίως και εν μία νυκτί έγινε το ίδιο φοβικός και φοβιστικός με αυτούς που κατηγορούσε. Μέσα σε δύο μόλις χρόνια το όραμα για τη δημιουργία της Δανίας του νότου αντικαταστάθηκε από την αποφασιστική δέσμευσή του να μην γίνει η Ελλάδα η Ινδία της Ευρώπης. Αλλοπρόσαλα πράγματα, χωρίς έρμα, αντιθετικά και ανερμήνευτα.

Σήμερα, έρχονται ένας ένας οι πολιτικοί του συνοδοιπόροι για να του αφαιρέσουν όλα τα προσχήματα της μεταστροφής, τις δικαιολογίες που ξορκίζουν την λιτότητα και την ανέχεια. Ναι, θα μπορούσαμε να είχαμε κάνει και διαφορετικά, λένε. Ναι, επιλέξαμε την λάθος κατεύθυνση. Ναι, θα μπορούσαμε να είχαμε προνοήσει να δανειστούμε εγκαίρως, να μην μπούμε στο μνημόνιο να κάνουμε τις αναγκαίες αλλαγές μόνοι μας, να πούμε περισσότερα όχι. Εκμυστηρεύσεις ενώπιον της κομματικής κατάρρευσης και εύκολα λόγια θα πει κάποιος και ίσως να έχει δίκιο. Ή απλώς τα απότοκα μιας δελφινομαχίας με επικαιροποιημένους νοσταλγικούς όρους, που όμως δεν δίνει καμιά πειστική απάντηση στο ερώτημα: πράγματι γλιτώσαμε τα χειρότερα; ή μήπως απλώς μετατρέψαμε μια θεαματική χρεοκοπία σε ένα σύνολο από πολλές μικρότερες πτωχευσούλες; Όπως και να χει όμως είναι εντυπωσιακά να τα ακούς από αυτούς που συναποφάσισαν και υλοποίησαν το καταστροφικό πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής.

Η διετής παράταση του κλονισμού της ελληνικής κοινής γνώμης έχει επιτρέψει να δικαιολογηθεί κάθε οπισθοδρόμηση ως συνέπεια της αναγκαιότητας.
Το απλό γεγονός της επιλογής του όρου «κατάρρευση» δηλώνει πλέον μια ιδεολογική θέση κι η αποφυγή της αναγάγεται σε κεφάλαιο πολιτικής θεωρίας.
Είναι αυτό πια άραγε το μέλλον της ανθρωπότητας; Να εξαντλούμε τους όποιους δυνητικά εφικτούς τρόπους διαθέτουμε για να αποφεύγουμε τα χειρότερα;
Και τελικά, υπάρχει πραγματική διάθεση αποδοχής αυτής της υστερικής θεωρητικολογίας;
Πραγματικά δεν μπορώ να φανταστώ ποια από τα χαρακτηριστικά του Παπανδρέου θα επικρατήσουν στον χρόνο. Με μια γρήγορη σκέψη θα λέγαμε ότι θα μπορούσε ίσως να καταγραφεί ως ο τελευταίος πολιτικός ηγέτης που ωραιοποίησε τόσο ανενδοίαστα μια κατάσταση για να ανέρθει στην εξουσία. Γιατί μετά τον Παπανδρέου τα περιθώρια για ωραιοποιήσεις στενεύουν καταλυτικά και κανείς πια, ούτε λαός, ούτε πολιτικοί δεν θα μπορούν να ισχυριστούν ότι δεν ήξεραν, ότι παρασύρθηκαν ή δεν κατάλαβαν καλά.

Αναρωτιέμαι, όμως, πόσο ανάγκη έχει τελικά η πολιτική τους οραματιστές αυτού του τύπου; Ειδικά αν συνυπολογίσει κανείς ότι ο πολιτικός οραματισμός δεν είναι τελικά τίποτα περισσότερα από την διατύπωση μιας δυνητικής αλήθειας του μέλλοντος.

Σίγουρα, όμως, ελπίζω οι πρόσφατες διεργασίες στο ΠΑΣΟΚ να είναι θετικές για εκείνους από εμάς που ευχόμαστε να λάβει τέλος η πελατειακή διακυβέρνηση, τα πολιτικά ψέματα και παράλληλα η υλοποίηση της πολιτικής χωρίς ευαισθησία, ειδικά εμείς που θεωρούμε το τέλος του πολιτικού συστήματος ως ένα οριστικό χτύπημα στις παθογένειες που μας ταλανίζουν. Σίγουρα όμως, η τάξη των διαμεσολαβητών θα το ερμηνεύσει διαφορετικά.: θα την αποδεχτούν με ικανοποίηση, θα τη χειροκροτήσουν, θα την ονομάσουν οριστικό τέλος της μεταπολίτευσης ή νίκη της δημοκρατίας. Αλλά μακριά από τα μάτια του κόσμου θα επανεξετάσουν τις δυνατότητες μετασχηματισμού και διαιώνισης της συνταγής που έκανε για πολλά χρόνια γι αυτούς, αυτήν την Ελλάδα όχι μόνο υποφερτή, αλλά και αναγκαία.

Κυριακή, 25 Δεκεμβρίου 2011

ΕΦΘΑΣΕ Η ΩΡΑ ΓΙΑ Τ΄ ΑΝΕΙΠΩΤΑ

Παύση ευχών κι υπαινιγμών
για μια ζωή κενή προσδοκιών
παύση ενοχών και προσευχών
αρχή αντεπίθεσης στα σχέδια των εχθρών

έφθασε η ώρα για τα ανείπωτα
φέτος δεν θα ευχηθούμε τίποτα
έφθασε η ώρα να μεθύσουνε
όσοι δεν μεθύσανε ξανά
έφθασε η ώρα να προβάλλουμε
όσα από πείσμα αναβάλλουμε
έφθασε η ώρα για να κλείσουμε
τις πληγές που ανοίξαμε παλιά

παύση οργής κι υποταγής
αρχή αμφισβήτησης σχεδόν καθολικής
παύση γιορτών και στολισμών
αρχή ενός έρωτα στις στάχτες των καιρών

έφθασε η ώρα για τα ανείπωτα
φέτος δεν θα ευχηθούμε τίποτα
έφθασε η ώρα να μεθύσουνε
όσοι δεν μεθύσανε ξανά
έφθασε η ώρα να προβάλλουμε
όσα από πείσμα αναβάλλουμε
έφθασε η ώρα για να κλείσουμε
τις πληγές που ανοίξαμε παλιά

Ο χώρος των ιδεολόγων

Μ αρέσει τρομερά αυτό που κάνεις
άμα θέλεις πέρασε κι εσύ απ το Blog μου
συγχαρητήρια γι αυτά που γράφεις
άμα θέλεις πέρασε κι εσύ απ το Blog μου
Congratulations για ό,τι ανεβάζεις
άμα θέλεις πέρασε κι εσύ απ το Blog μου
πολύ εμπνευσμένο ό,τι σχεδιάζεις
άμα θέλεις πέρασε κι εσύ απ το Blog μου
μ αρέσουν κι ας μη διάβασα ούτε ένα
άμα θέλεις πέρασε κι εσύ απ το Blog μου
μ αρέσει όπως τα βάζεις ένα ένα
άμα θέλεις πέρασε κι εσύ απ το Blog μου
μ αρέσει τρομερά και η γραφή σου
κοινοποίησε με αν θέλεις στην αυλή σου
μ αρέσουν οι γραμμές σου πλάι πλάι
άμα θέλεις πέρασε κι εσύ απ το Blog μου
διαφήμισέ μου όπου η φωνή σου πάει
άμα θέλεις πέρασε κι εσύ απ το Blog μου
αχάριστε, σου είπα τέτοια λόγια
άμα θέλεις πέρασε κι εσύ απ το Blog μου
κι εσύ δεν ήρθες ούτε για μια βόλτα
άμα θέλεις πέρασε κι εσύ απ το Blog μου

Παρασκευή, 23 Δεκεμβρίου 2011

Μ αρέσουνε στο Facebook οι μελαγχολικοί

Μ αρέσουνε στο Facebook οι μελαγχολικοί
οι άνθρωποι που δεν γελούν στ αλήθεια και πολύ
που ό,τι έχουνε να πουν στο λεν ιδιωτικά
μ αρέσουνε οι άνθρωποι που έχουν μυστικά

μ αρέσουνε στο Facebook αυτοί που δεν μπορούν
να γράψουν μια αφιέρωση για να σου ευχηθούν
αυτοί που δεν αγάπησαν την θέα την κοινή
τη φόρα την παρτίδα αυτή, τη γυάλινη ζωή

μ αρέσουνε στο Facebook αυτοί που δεν πουλούν
μονάχα την πραγμάτεια τους γιατί σε «αγαπούν»
αυτοί που παραδέχονται πως είναι μοναξιά
το απόλυτο το μοίρασμα, τα διάφανα κελιά

αυτοί που προστατεύουνε ακόμα τη σιωπή
από τον άδειο θόρυβο που θα μας καταπιεί
αυτοί που δεν φαντάζουνε σπουδαίοι και τρανοί
που πήγαν λες οι άνθρωποι οι καθημερινοί;

αυτοί που προστατεύουνε τα μέτρια της ζωής
από τις διαδρομές μιας κορυφής εικονικής
αυτοί που δεν μπορούν να αισθανθούν χωρίς σιωπή
κι ούτε να κοιμηθούν με την συνείδηση λευκή

μ αρέσουνε στο Facebook αυτοί που αναπολούν
και ψάχνουν έναν άνθρωπο συγγνώμη να του πουν
αυτοί που αντί για γκόμενες να ψάχνουνε παλιές
ψάχνουν γι αυτές που απέρριψαν και κλείνουνε πληγές

Κυριακή, 18 Δεκεμβρίου 2011

Νοσταλγία

Τυλίχτηκα σε μια εφημερίδα
οι μνήμες γύρω μου όλες τυπωμένες
στα πόδια, της δειλίας η ασπίδα
στα χέρια κάτι λέξεις ματωμένες

οι θύμισές μου βρέχουν το κρεβάτι
φεγγάρι σε νυχτερινή κηδεία
δεν κλείνει ούτε στιγμή το ένα μάτι
το άλλο βρήκε δικαιολογία

μου κάρφωσες στα στήθια, κει που ανήκεις
το πιο βαθύ το πιο δικό σου βλέμμα
γυαλάδα μιας κρυφής οστεοθήκης
ζωήρεψε του αρρώστου το άδειο βλέμμα

ολόκληρες οι ώρες δεν περνούνε
μονάχα αν τις λιώσει η νοσταλγία
τα αιώνια που πάντα καρτερούνε
να βρουν μια χαραμάδα στη γωνία

μου σφήνωσε στα δόντια το ένα τρίτο
απ όσα υπολόγισες να φέρεις
το ίδιο ημερολόγιο στον τοίχο
λοξά αν δεν βαδίσεις, θα υποφέρεις

Σάββατο, 17 Δεκεμβρίου 2011

Τριγύρω απ την πηγή όλα στεγνά

Τριγύρω απ την πηγή όλα στεγνά
ξεραίνονται τα ακίνητα του κόσμου
μονάχα ό,τι κινείται ξεδιψά
αυτός ειν της ζωής ο ορισμός μου

τριγύρω απ την πηγή όλα στεγνά
κι ας τρέχει το νερό σ ένα αυλάκι
οι πέτρες και τα δέντρα τα ψηλά
της φύσης περιμένουν το χεράκι

τριγύρω απ την πηγή όλα στεγνά
το δίκαιο που αφέθηκε στην τύχη
στον άνεμο απαντούνε τα κλαδιά
κοντόφθαλμοι των ακινήτων οι ήχοι

Τετάρτη, 14 Δεκεμβρίου 2011

Φθηνή κινέζικη ζωή μου

Κοιτάς δεξιά και αγριεύεις
στα αριστερά σου αγναντεύεις
τον Μάο καπιταλιστή
δεν εμπιστεύεσαι και θέλεις
δελτίο ψεύτικης θυέλλης
πριν κοιμηθείς να εκφωνηθεί

φθηνή κινέζικη ζωή μου
ούτε αλλουνού, ούτε δική μου
κάποτε σ έσερνα μαζί
μα έχω μπουχτίσει την ψυχή μου
και μού χει λείψει το κορμί μου
πες μου, τι τρέλα είναι κι αυτή

χιλιόμετρα έξω απ τη Σαγκάη
κάποιος στα χέρια κουβαλάει
μία καινούργια συσκευή
που εργαζόμενους θα φάει
κι η Γερμανία εκεί το πάει
άριο-κινέζικη φυλή

φθηνή κινέζικη ζωή μου
ούτε αλλουνού, ούτε δική μου
κάποτε σ έσερνα μαζί
μα έχω μπουχτίσει την ψυχή μου
και μού χει λείψει το κορμί μου
πες μου, τι τρέλα είναι κι αυτή

Παρασκευή, 9 Δεκεμβρίου 2011

Αλήθειες δεν θα πούμε

Το φεγγάρι δεν θα στολιστεί
τα Χριστούγεννα αυτά
η ζωή δεν θα ολοκληρωθεί
μαγαζιά κλειστά

συγγενείς δεν θα βρεθούν
γύρω απ την φωτιά
τα παιδιά δεν θα χαρούν
ξέρουνε πολλά

κι εμείς θα υποκριθούμε
πως η Ελλάδα ζει
αλήθειες δεν θα πούμε
γιατί είναι γιορτή

τα δώρα θ ανοιχτούνε
να τρέξουν τα παιδιά
κρυφά θα κοιταχτούμε
«που πάει αυτή η δουλειά;»

ο Βασίλης της Ελένης
έγινε άγιος θαρρείς
μεροκάματα της χλαίνης
συμφωνίες της ντροπής
ένας άγιος Βασίλης
που γελάει στα παιδιά
στις πλατείες της Βαστίλης
που αντέχει για καλά

κι εμείς θα υποκριθούμε
πως η Ελλάδα ζει
αλήθειες δεν θα πούμε
γιατί είναι γιορτή

τα δώρα θ ανοιχτούνε
να τρέξουν τα παιδιά
κρυφά θα κοιταχτούμε
που πάει αυτή η δουλειά;

Απόσταξη διπλή

Τα πατητήρια κλείνουν το βράδυ
και στα τσαντίρια καίνε το λάδι
την πρώτη είσαι παιδί
την δεύτερη είσαι γη
αυτή είναι η ζωή
απόσταξη διπλή

μαύρα σταφύλια φλούδες της λύπης
στα παραθύρια τρέμει ο σπουργίτης
την πρώτη είσαι αυγή
την δεύτερη, σιωπή
αυτή είναι η ζωή
απόσταξη διπλή

κάτω απ το δένδρο δυο νέοι λιώνουν
βρήκανε κέντρο κι όλο σιμώνουν
την πρώτη είσαι βροχή
την δεύτερη σκεπή
αυτή είναι η ζωή
απόσταξη διπλή

ποιοι σε πατούνε για να σε πιούνε
ποιοι θα μεθύσουν, ποιοι θα χαθούνε
την πρώτη είσαι εσύ
την δεύτερη στροφή
αυτή είναι η ζωή
απόσταξη διπλή

Τετάρτη, 7 Δεκεμβρίου 2011

Ανθρωπισμός χωρίς σύνορα


Χαμηλοσυνταξιούχοι που ξαφνικά σήμερα ενεργοποιούνται για να προσφέρουν ένα κομμάτι από τον κουτσουρεμένο οβολό τους σε κάποιον οργανισμό, από αυτούς που συντρέχουν τους ευάλωτους πληθυσμούς του κόσμου, παιδιά που ελέγχουν τους γονείς τους όταν αυτοί αποδεικνύονται ενεργειακά σπάταλοι ή άνεργοι που αξιοποιούν τον χρόνο τους για να γιατροπορέψουνε κάποιον μοναχικό συγγενή τους και ενεργοί επαγγελματικά πληθυσμοί που στρέφονται στον ελεύθερο χρόνο τους προς την τέχνη, τον πολιτισμό, το περιβάλλον και τα ζώα, την ολόπλευρη αυτοβελτίωση και την ακτιβιστική δράση για να αντιπαρέλθουν στην μιζέρια της εποχής αποτελούν ένα ζωντανό οχυρό που ορθώνεται απέναντι στην επέλαση της βαρβαρότητας.

Μιας βαρβαρότητας που εκπορεύεται επίσης από ανθρώπινα όντα σαν κι αυτά που θυσίασαν τον ανθρώπινο χαρακτήρα τους για να πλουτίσουν, να αναρριχηθούν και να εξουσιάσουν τον κόσμο, γυάλινοι και πλασματικοί σαν τους γυάλινους τοίχους που τους περιβάλλουν. Άνθρωποι που βρέθηκαν την κατάλληλη ώρα στο κατάλληλο μέρος, στη χοάνη που συγκεντρώνεται ο πλούτος ολόκληρου του πλανήτη και που μονοδρόμησαν όλους τους σημαντικούς δρόμους της ζωής, κατέρριψαν τις προσανατολιστικές σημάνσεις και όρθωσαν ανυπόστατα αδιέξοδα, αφιερώνοντας ολόκληρη την ύπαρξή τους στην προσπάθεια δημιουργίας ενός ανθρώπου ασύνειδου, μηχανικού και ενστικτώδους, και παράλληλα συγχυσμένου, φοβισμένου και ατελώς πληροφορημένου, προκειμένου να καρποφορήσει η σπορά τους και να κατακτήσουν τον κόσμο τα ζιζάνια των επιδιώξεών τους.
Είναι οι ίδιοι που παγκοσμιοποίησαν την οπτική τους, τις ληθαργικές εμμονές τους, το σιδερόφρακτο πλάνο τους για τον κόσμο και μετέτρεψαν τις πιο ζοφερές ασκήσεις επί χάρτου σε πράξεις που ματώνουν καθημερινά τον πλανήτη.
Είναι αυτοί που σήμερα χρησιμοποιούν τα επιτεύγματα της τεχνολογίας για να ακυρώσουν τα εργασιακά δικαιώματα, να αποκαταστήσουν την ανθρώπινη συμμετοχή στην παραγωγή πλούτου με την ευφυΐα των μηχανών, να αφαιρέσουν ανεπιστρεπτί θέσεις εργασίας, να θεσμοθετήσουν ένα ανώτατο επίπεδο αξιοπρέπειας, να εξοικονομήσουν για να αποθησαυρίσουν περισσότερο να φτάσουν την ανθρωπότητα στα όριά της: στην διαχειρίσιμη εξαθλίωση, στον έλεγχο των συνειδήσεων και των κοινωνικών δομών στην πλήρη αντικατάσταση της ανθρώπινης προσπάθειας, στην παραγωγή πλούτου και ανέσεων με μεθόδους που δεν προϋποθέτουν την ανθρώπινη συμμετοχή.
Γι αυτό τα πάσης φύσεως οχυρά είναι περισσότερο επίκαιρα από ποτέ. Όπως και η ανάγκη παγκοσμιοποίησης των αξιών του ανθρωπισμού και της αλληλεγγύης με όποιον τρόπο μπορεί ο καθένας.
Για να δώσουμε ξανά στον κόσμο την χαμένη του ευφυΐα να θεωρήσουμε ξανά χρήσιμους τους καλούς επιστήμονες, τους φωτισμένους δασκάλους και τους ταλαντούχους καλλιτέχνες να πολεμήσουμε για την εξασφάλιση της επιβίωσης του συνειδητοποιημένου ανθρώπου, να ανασχέσουμε τις επιθέσεις που δέχεται και να αντιστρέψουμε την κατάσταση.

Δευτέρα, 5 Δεκεμβρίου 2011

Δημιουργία συντομεύσεων ζωής


Προσπαθώντας να δώσω ένα πρόσωπο, μια σχηματική μορφή, στην άοσμη ουδετερότητα των αγορών, που επιτίθενται σήμερα κατά κύματα στην Ευρώπη και στους πολίτες της, το πρώτο που μου έρχεται στο νου είναι οι κάθιδρες και εναγώνιες μορφές των χρηματιστών απανταχού, την ώρα που παρακολουθούν με πυρετώδη ένταση και ανησυχία την ευμετάβλητη διακύμανση των αριθμών στις τεράστιες χρηματιστηριακές οθόνες τους.

Σκέφτομαι, όμως, ότι αυτού του είδους- ο άνθρωπος της οικονομίας- τελικά δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα χρήσιμο εργαλείο στα χέρια της μονεταριστικής παντοκρατορίας, αυτών που μεταφέρουν κεφάλαια κατά το δοκούν και κινούν την άυλη πραγματικότητα μέσα από τα νήματα του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος.
Παρόλα αυτά, κάπως έτσι, θα φανταζόμουνα την αγορά προσωποποιημένη.
Αντανακλαστική, ενστικτώδη, νευρωτική, διχασμένη ,και χειμαρρώδη χωρίς ειρμό και λογική τάξη, παραδομένη στις παρορμήσεις της που την εξωθούν πρώτα να ενεργεί και έπειτα να σκέφτεται. Πανίσχυρη και φοβισμένη ταυτόχρονα Άρα εξαιρετικά επικίνδυνη. Συνηθισμένη στην ανεξέλεγκτη κερδοσκοπία και άμαθη σε οποιαδήποτε μορφή ελέγχου, ανέγγιχτη από κανόνες και πλαίσια, εξαρτημένη από την αεικίνητη φύση της, κακομαθημένη σαν ξεροκέφαλο παιδί που οι φωστήρες γονείς της οικονομικής θεωρίας του επέτρεψαν να ρυθμίσει την κοινωνική ζωή, επηρμένη και υβριστική απέναντι στους ανθρώπους και τις ηπείρους.

Ένας μικρός πλανήτης, πλάι στον αληθινό, που πια λειτουργεί σαν δορυφόρος του, ελάχιστα μακιγιαρισμένος, συχνά καμουφλαρισμένος και προσωρινά επικυρίαρχος και δεσποτικός που επεκτείνει διαρκώς τον ζωτικό του χώρο σε πεδία όπως η πολιτική, η κοινωνία και ο πολιτισμός.

Ενδιαμέσως, -σχεδόν τυραννισμένος- παραδομένος στην ευλαβική μοιρολατρία που τον διακατέχει, και εγκλωβισμένος στα διαχρονικά αδιέξοδά του, περιορισμένος στους τέσσερις τοίχους της υπαρξιακής του αγωνίας που τον αλυσοδένουν πισθάγκωνα: τη φθορά, το φόβο, τον έρωτα και το θάνατο, με το κεφάλι του διαρκώς ματωμένο από τα χτυπήματα και τις παλινωδίες, ο άνθρωπος της καθημερινότητας ανεπίδεκτος από τα διδάγματα της ιστορίας, διακατέχεται από άγνοια των στοιχειωδών και εξακοντίζει το στιγμιαίο πάθος του για ευημερία και ασφάλεια σε μια διαρκή διαδρομή παράλυσης, μια λεωφόρο οπισθογυρίσματος.

Σ αυτές τις δήθεν ελεύθερες κοινωνίες, όπου ο φόβος και η εμπορευματοποίηση των σχέσεων τις έχουν αναγάγει σε αποκυήματα αλλοτινών ψευδαισθήσεων, οι επισφάλειες γίνονται τεράστιες όσο οι μεγάλες αξίες, τα παραδοσιακά υποστυλώματα κι οι αρμοί των κοινωνικών αρθρώσεων μοιάζουν πια με απλές, βολικές συντομεύσεις, που όμως δεν παραπέμπουν σε καμιά ουσιαστική συνθήκη. Μόνο ο άνθρωπος του χρηματιστηρίου μοιάζει να διαπνέεται από κάποιο πνεύμα αληθοφάνειας, τον κυνικό ορθολογισμό, προσπαθώντας να εναρμονιστεί με τους αριθμούς που επισκιάζουν κάθε ίχνος πραγματικής αναζήτησης.

Εκεί, λοιπόν, στο ναό του χρήματος, είναι που όλα τα συστατικά της οικονομίας ισορροπούν σε μια εύθραυστη αρμονία: την έλλειψη διαύγειας, ανθρωπιστικής αίσθησης, την ζωή κάτω από το πρίσμα πραγματικών ή φανταστικών απειλών, τις νοσηρές χρηματιστηριακές φοβίες, την εγκατάλειψη της εμπιστοσύνης στον άνθρωπο, την απουσία αναπαραστατικής ικανότητας, την ενίσχυση της πρόσοψης και την μείξη των πιο ευφάνταστων παραδοξοτήτων για την δημιουργία ενός σήματος παγκόσμιας εμβέλειας.

Κυριακή, 4 Δεκεμβρίου 2011

Οι απόψεις ενός κλόουν (του Χάινριχ Μπελ)


«Οι απόψεις ενός κλόουν» του Χάινριχ Μπελ είναι ένα από τα σημαντικότερα μυθιστορήματα της νεότερης γερμανικής λογοτεχνίας γύρω από τα οφέλη και τις οδύνες της απελευθέρωσης από τα δεσμά της σύμβασης και της αστικής υποκρισίας, γύρω από την επαναστατική παιδικότητα των αδέσμευτων χαρακτήρων και ακόμη γύρω από την μετεξέλιξη που υπέστησαν οι άνθρωποι και οι κοινωνίες κάτω από το άγρυπνο βλέμμα της θρησκείας και του δυτικού πολιτισμού, που προάγει την οικιστική αποχαλίνωση και την ηθική ασβεστοποίηση των αξιών.
Ο πρωταγωνιστής της ιστορίας ο κλόουν Χανς Σνιρ, έχοντας εγκαταλείψει τις ανέσεις, τις παροχές και την καλβινιστική ασφάλεια που του προσέφερε η εύπορη οικογένειά του και έχοντας εγκαταλειφθεί από την μοναδική γυναίκα που κατάφερε ποτέ να αγαπήσει την Μαρί, ζει λιτά και περιεκτικά, άλλοτε περιδιαβαίνοντας εντός του και άλλοτε στα υποφωτισμένα σοκάκια της μεταπολεμικής Γερμανίας, αναζητώντας διακαώς το επόμενο νούμερό του, επιθυμώντας να συμφιλιωθεί με τις νευρώσεις του, να χαλυβδώσει την ευαισθησία του, να τιθασεύσει την οργή του και να αντιπαραβάλλει την αδιαπραγμάτευτη και αφοπλιστική ειλικρίνειά του έναντι της απροσμέτρητης υποκρισίας των καιρών του.
Είναι ένας κλόουν, αρκετά ταλαντούχος και έξυπνος, που απεχθάνεται το στημένο στυλιζάρισμα και τις καλοσχεδιασμένες πόζες των διανοουμένων της εποχής, και παράλληλα ένας φανατικός αγνωστικιστής με συνείδηση δύσκαμπτη και ανορθολογική, που αδυνατεί να διατυπώσει το μονοδιάστατο ορθό λόγο της εποχής του χωρίς να στραμπουλίξει τη γλώσσα του.
Η κοινωνία που τον περιβάλλει είναι γεμάτη τρύπες και ο ίδιος επιχειρεί να ανορθώσει ένα ηθικό ανάστημα που δεν γίνεται κατανοητό από τους σύγχρονούς του.
Έτσι, ο μοναχικός Χανς, είναι ένας ήρωας που δεν φοβάται ούτε την κατάπτωσή του, ούτε και την σωματική του φθορά, καθώς είναι απαλλαγμένος από τα βαρίδια των προκαταλήψεων ή και από την ανάγκη να είναι οπωσδήποτε συμβατός με το περιβάλλον του, παραμένοντας ακόμα και στις πιο δύσκολες στιγμές, ένας άνθρωπος της επιλογής και της ευθύνης έστω και αν οδηγείται έξω από το σύστημα, έξω από ολόκληρο τον κόσμο του.
Η γραφή του Χάινριχ Μπελ είναι καυστική, πνευματώδης και έντονα σαρκαστική με συνέπεια να μην ενδιαφέρεται να προσεταιριστεί με αμφιλεγόμενα αφηγηματικά μοτίβα το κοινό του, και να μην αναζητά ούτε χρυσές ισορροπίες, ούτε μαγικούς συγκερασμούς. Αντίθετα, η αβίαστη ροή του λόγου του έχει βρει ένα πολύ άνετο κανάλι επικοινωνίας πάνω σ ένα σταθερό σκελετό σύνθεσης που βασίζεται στην πυκνότητα του αφηγηματικού του ύφους, την οξυδέρκειά του και την αυτοσχεδιαστική του διάθεση.

Ο ήρωάς του δεν ταυτίζεται ούτε με τα προνόμια αλλά ούτε και με τις προοπτικές της μεταπολεμικής Γερμανίας που αναζητά με πυρετώδη ακρίβεια μια ταυτότητα αποδεκτή από τον υπόλοιπο κόσμο, ισορροπώντας μεταξύ της μεταφυσικής επούλωσης των πληγών και της καπιταλιστικής αναδιάταξης.
Με μοναδικό μπούσουλα τον καθρέφτη του παρόντος και τις μνήμες να μην ξεχωρίζουν από τις παραισθήσεις και τα ιδεογράμματα της αναδυόμενης επιχειρηματικής τάξης, ο Μπελ απεικονίζει καλλιτεχνικά έναν κόσμο που έρχεται για να αναγάγει την αμνησία σε μέγιστη αξία και την ασυνέπεια λόγων και πράξεων δηλαδή την ευέλικτη συνείδηση σε ηθικά αναγκαία συνθήκη επιβίωσης και εξέλιξης.
Γι αυτό και ο ήρωάς του, ο υπερευαίσθητος και ανεξάντλητος Χανς Σνηρ, σε όλη τη διάρκεια του καθημερινού του βίου αναγνωρίζει στα βαθιά ανεξίτηλα τραυματικά ίχνη που του εμπιστεύεται η ζωή, τους οιωνούς μιας εποχής που ανατέλλει για να προσφέρει ανεπανάληπτες ευκαιρίες σε όσους επιθυμούν να εγκιβωτιστούν σε ένα σύστημα που εξευτελίζει την διαφορετικότητα και καταδυναστεύει τη ροπή προς την ευαισθησία και τη σκέψη, προτάσσοντας τους πλέον δραστικούς τρόπους για την μεταμόρφωση του ανθρώπου από έλλογο πλάσμα σε αναζητητή της επίγειας και υπέργειας εξουσίας και του χρήματος.

Παρασκευή, 2 Δεκεμβρίου 2011

Δυο μέρες δίχως σήμα

Τα ζάρια στάθηκαν ανάμεσα στο πέντε και το έξι
κι εσύ αντί να καταλάβεις πως σου μίλησε η στιγμή
παίρνεις μια κάμερα και θέλεις στο Youtube αυτό ν ανέβει
και η σελίδα σου αρκούντως να φανεί

σε ερεθίζουν πιο πολύ οι απομιμήσεις
και πως βαριέσαι την αληθινή ζωή
αναπαράγεις ότι παίζουν οι ειδήσεις
παρακαλώ αυτούσιο να μεταφερθεί

φτιάχνουνε τώρα μια εφαρμογή της ώρας
που θα μπορεί με το μυαλό να κατεβεί
οι πιο ηλίθιοι της κάθε μίας χώρας
θα σε καθοδηγούνε για το καθετί

την ζύμη πέταξες ψηλά και έχει μείνει στον αέρα
κι εσύ αντί να καταλάβεις πως κάτι έχει να σου πει
κολλάς την κάμερα στο μάτι και μας κάνεις όλους πέρα
αυτό στο Facebook δεν έχει λες ακόμα ειπωθεί

καλά που υπάρχει και η Vodafone κι αντέχεις
την ομορφιά και την αξία πού χεις βρει
δυο μέρες δίχως σήμα είσαι και απέχεις
κι η ερωτική μου μπαταρία εξασθενεί

Σε μια αυτοσχέδια κουζίνα

Απ το φελλό φαινόταν καθαρά η μάρκα η ακριβή
απ το μπουκάλι του κονιάκ πού χε αφήσει
σε μια αυτοσχέδια κουζίνα, σ ένα αραχνιασμένο πι
με την φωτιά ακόμα να μην έχει σβήσει

φτυστός ο γέρος της, βαμμένη σαν τη μάνα της ξανθιά
μια καγκελάριος χωρίς καμιά εξουσία
σαν τις μαντόνες του Μπαρόκ
σαν homo sapiens που γερνά
σχολνάει απόψε πιο νωρίς η λειτουργία

και κάπου κάπου κοκκινίζει
με κάτι ανέκδοτα φθηνά
που εκείνος βάζει τα προσόντα του στην πρίζα
μα πάντα τον υποστηρίζει
όσο πολύ κι αν την πονά
που τ όνομά της έχει βγει απ την μαρκίζα