Κυριακή, 28 Φεβρουαρίου 2010

ΚΟΥΚΛΑΡΑ


Βγαίνω ραντεβού με μια θεογκόμενα, αλλά δε μου δίνει καμιά απολύτως σημασία. Τελικά, γυρνώντας σπίτι μου, αναρωτιέμαι, αν αυτό μετράει για ραντεβού με μια κουκλάρα ή όχι.
Πως λένε κάποιοι ηθοποιοί, επικαλούμενοι το βιογραφικό τους, ότι κάποτε «έκαναν έναν Αγγελόπουλο;» Κάτι τέτοιο.

ΤΡΟΧΑΙΟΣ ΠΑΡΑΛΟΓΙΣΜΟΣ


Σε κάθε συνοικία της Αθήνας υπάρχει μια οικογένεια που θρηνεί για την απώλεια ενός ανθρώπου που κάποτε άφησε τη ζωή του ή την αρτιμέλειά του στην ελληνική άσφαλτο. Νέοι άνδρες και γυναίκες, που καθημερινά πέφτουν θύματα της λανθασμένης αντίληψης περί χρήσης αυτοκινήτου και οδήγησης, συμπληρώνουν κάθε χρόνο τον πληθυσμό μιας μικρής κωμόπολης που εξαϋλώνεται θλιβερά και αθόρυβα από το χάρτη της χώρας.

Κάποιες φορές εξαπατούνται από την υπερβολική εκτίμηση που τρέφουν στις δυνατότητές τους. Παρότι πιωμένοι, νυσταγμένοι, κουρασμένοι ή άπειροι υπολογίζουν ότι διαθέτουν την απαιτούμενη δεξιοτεχνία και εμπειρία για να οδηγήσουν το όχημά τους πίσω στον προορισμό του. Σε εξάρσεις μιας ιδιότυπης αυτοπεποίθησης, που μοιάζει με μια φούσκα έτοιμη να σκάσει αγγίζοντας μια αιχμηρή γωνία, πραγματοποιούν ριψοκίνδυνους ελιγμούς , βάζοντας σε κίνδυνο τη σωματική τους ακεραιότητα και τις ζωές άλλων.

Συχνά γνωρίζουν τις ανεπάρκειές τους. Αφού, όμως, πιάσουν τα κλειδιά τους στο χέρι, αυτομάτως μετατρέπονται σε ανθρώπους που αισθάνονται ικανοί να κάνουν τα πάντα. Στο τιμόνι του ο Έλληνας βρίσκει την αυτοεκτίμηση, το κουράγιο και την αυτοπεποίθηση που αδυνατεί να κτίσει στην καθημερινότητά του. Εντός του αυτοκινήτου δοκιμάζει τη γεύση ενός γοήτρου, και δεν επιτρέπει σε κανέναν να του αμφισβητήσει την εικόνα υπεροχής που έχει δημιουργήσει για τον εαυτό του. Με λίγα λόγια αισθάνεται πως είναι «κάποιος». Κάτι περισσότερο από αυτό που αισθάνεται μη «εποχούμενος».

Υπάρχει μια παραδοσιακή εθνική ευθύνη σχετικά με τον τρόπο που οδηγούμε. Έρχεται από πολύ μακριά κι αν δεν την προσέξουμε θα ξεφύγει με σφοδρή ταχύτητα προς το μέλλον. Είναι η αίσθηση που απέκτησε ο Έλληνας, ότι δεν μπορεί να μπει σε καλούπια, να περιοριστεί σε όρια, να εγκιβωτιστεί σε κανόνες, που τον έκανε τελικά πιο μαλθακό από τους πειθαρχημένους λαούς, λιγότερο σκεπτόμενο και αρκετά ανεύθυνο. Άλλωστε, η έννοια της άγνοιας κινδύνου βασίζεται αποκλειστικά στην έλλειψη γνώσης, περισυλλογής και παιδείας. Αν όμως η έλλειψη παιδείας κάπου αλλού οδηγεί σε επαγγελματικές αστοχίες, σε τέτοιες περιπτώσεις διακυβεύει θέματα ζωτικής σημασίας.

Η πολιτεία κατά καιρούς δείχνει κάποια δείγματα ενδιαφέροντος για την αντιμετώπιση του φαινομένου των τροχαίων δυστυχημάτων, αλλά συνήθως η προσέγγισή της αποδεικνύεται μάλλον προσχηματική και αποσπασματική και ουσιαστικά εξαντλείται σε μια καλοφτιαγμένη διαφημιστική καμπάνια που πολύ γρήγορα ξεχνιέται για να επανέλθουμε και πάλι στις κακές μας συνήθειες.
Κι εδώ δεν αναφέρομαι στις ευθύνες της πολιτείας απλώς για να μετατοπίσω τις δικές μας, αλλά διότι χρειάζεται πάντα ένας κεντρικός, διαρκής και σοβαρός σχεδιασμός για να αντιμετωπιστεί ένα κακό στη ρίζα του. Ιδιαίτερα όταν αυτό προέρχεται από την έλλειψη παιδείας και την καλλιέργεια βαθύρριζων στερεοτύπων ενός λαού που έχει αποξεχάσει σε μια άκρη της ιστορίας του την έννοια της ατομικής ευθύνης.

Ως κατακλείδα, θα αναφερθώ σε μια προσωπική μου εμπειρία.

Ήταν μόλις πριν από λίγες ημέρες που συνάντησα έναν παλιό γνωστό μου που έπεσε θύμα αυτοκινητικού ατυχήματος. Έχοντας χάσει την ακοή του από το αριστερό του αυτί και σχεδόν ολοσχερώς το ηθικό του προσπαθεί σήμερα να προσαρμοστεί στις νέες συνθήκες, οι οποίες απαιτούν από αυτόν να καταβάλλει διπλάσια προσπάθεια προκειμένου να έρθει σε συνεννόηση με κάποιον. Η νέα του κατάσταση του προκαλεί ένα διαρκή εκνευρισμό. Στο πρόσωπό του δε διακρίνω κάποια ευγνωμοσύνη για τη ζωή που τον γλίτωσε από τα χειρότερα, αντιθέτως ένα παράπονο, από εκείνα που ψάχνεις πάντα μια αφορμή για να εμπιστευτείς σε κάποιον.

Μου λέει επί λέξη: “ Έφευγα από νυχτερινό κέντρο διασκέδασης. Όλοι ήξεραν πόσο πολύ είχα πιει, αλλά ούτε ένας δεν μου πήρε τα κλειδιά από το χέρι. Δεν τους συγχωρώ. Ευτυχώς που έριξα το αυτοκίνητό μου σ ένα χαντάκι και δεν πήρα και άλλον στο λαιμό μου”.

Για την κατάστασή του λαμβάνει πλέον ένα μικρό επίδομα, ωστόσο μέσα από τη συζήτηση καταλαβαίνω ότι αντιλαμβάνεται ως μέρος της αναπηρίας του και το γεγονός ότι δεν πρόκειται ξανά να οδηγήσει. Στην πραγματικότητα στέκεται πολύ περισσότερο σ αυτό, παρά στην χαμένη του ακοή. Είναι μια διαπίστωση που μου προκαλεί παράλληλα συμπόνοια και θλίψη μέχρι το μεδούλι.

Παρασκευή, 26 Φεβρουαρίου 2010

ΤΟ ΟΡΑΜΑ ΤΗΣ ΕΠΟΜΕΝΗΣ ΗΜΕΡΑΣ


Το διατύπωσαν πριν από πολλά χρόνια , εκατοντάδες άνθρωποι του πνεύματος, της βιοπάλης, των στόχων. Συχνά-πυκνά το διαπιστώνουμε όλοι μας, μέσα από την πρακτική μας εμπειρία. Αναφέρομαι στην άποψη που λέει ότι μόνο με δράση και ενεργητική συμπεριφορά μπορεί κανείς να βελτιώσει τις συνθήκες που επικρατούν γύρω του, να αντιμετωπίσει την απογοήτευση και να κερδίσει την απαισιοδοξία που τον περιβάλλει. Αντίθετα, δεν ενδείκνυται για θεαματική βελτίωση μιας θέσης η μοιρολατρική αντιμετώπιση της εκάστοτε συγκυρίας.

Τα ίδια, σε γενικές γραμμές, ισχύουν και για τους λαούς. Για την πορεία των εθνών μέσα στον χρόνο, που περνάει από μεγάλες διακυμάνσεις. Κατά τον ίδιο τρόπο, όποτε οι λαοί αντιμετώπισαν τα προβλήματα που τους πολιορκούσαν με αδύναμο αίσθημα πίστης στις δυνατότητές τους, δεν κατάφεραν και σπουδαία πράγματα. Αντίθετα, όλες οι λαμπρές περίοδοι στην ιστορία των ανθρωπίνων επιτευγμάτων χαρακτηρίζονταν από την λάμψη της αυτοεκτίμησης που διέθεταν οι λαοί που μεγαλουργούσαν. Αλλά κυρίως από την σωστή και ορθολογική εφαρμογή των βασικών συστατικών στοιχείων κάθε επιτυχίας: την οργάνωση, την γνώση, την λογική και τη φιλοδοξία.

Στην παρούσα συγκυρία, η Ελλάδα πρέπει να συγκεντρωθεί στην επίτευξη ορισμένων μικρών στόχων με πολλαπλασιαστική όμως ισχύ. Όπως, η δημιουργία, ενός μικρού, καλά οργανωμένου και δίκαιου κράτους που είναι εφικτή και μπορεί να αποτελέσει το όραμα της επόμενης ημέρας για τους Έλληνες. Η ανάγκη αλλαγής των αντιλήψεων και των νοοτροπιών με πρώτη και καλύτερη αυτή του «ελληνικού» τρόπου για να γίνονται τα πράγματα, που πρέπει να ενσωματωθεί στο εκπαιδευτικό σύστημα, με παράλληλη προσπάθεια όσων έχουν εξέλθει οριστικά από αυτό να προσαρμοστούν στις απαιτήσεις της εποχής, θα ήταν μια πολύ καλή προτεραιότητα.

Σε γενικές γραμμές, όμως, για να συντονιστούμε με τις προηγμένες κοινωνίες πρέπει να μάθουμε να σεβόμαστε το περιβάλλον μας, τη χώρα μας, τους ίδιους μας τους εαυτούς. Και για να συμβεί αυτό απαιτούνται εφόδια, συνέπεια, εργατικότητα και διάθεση για πρόοδο. Να αντιμετωπίσουμε το μηδενισμό που ισοπεδώνει τα πάντα μέσα μας και γύρω μας. Να στρέψουμε την συναισθηματική μας ενέργεια σε δημιουργικούς δρόμους, να ανακαλέσουμε από εκεί που αφήσαμε την τελευταία φορά, τη λογική σκέψη, να ανακαλύψουμε τις απεριόριστες δυνατότητες που προσφέρει η μεθοδολογία, η τεχνογνωσία, η αγάπη για τη ζωή και τη δημιουργία.

COLOR (2009) (ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 2' 29΄΄)

To Video Art σε κάνει πιο στοχαστικό. Η ενασχόληση μαζί του μοιάζει σαν μια προσπάθεια μονταρίσματος των καρέ που περισσεύουν από τα βασικά καδραρίσματα της ζωής. Μπορεί, όμως, να γεννήσει, τόση ομορφιά μέσα σου, αυτή η περισυλλογή, τόση έκπληξη και συναίσθημα όσο λίγες τέχνες. Και το κυριότερο, παραμένει ακόμα ταπεινό και παράξενο, όσο και η αίσθηση που προκαλεί. Εδώ, το χρώμα σταλάζει μέσα στο ακίνητο νερό κι ο θεατής αναγκάζεται να εξερευνήσει τον προσωπικό του ρυθμό. Του φαίνεται φυσιολογική όλη αυτή η διαδικασία; Πρέπει να επιταχυνθεί ο ρυθμός, ή μήπως ο χρόνος μέσα στον οποίο ολοκληρώνεται το “τελετουργικό” ταυτίζεται με το χρόνο που επωάζει μέσα του το περίγραμμα ενός συναισθήματος. Κράτησα την κάμερα ακίνητη, χρησιμοποίησα ευρυγώνιο φακό και τέσσερα ποτήρια ελαφρά παραμορφωμένα , γεμάτα νερό, και δημιούργησα τεχνητό βάθος πεδίου. Όλα μαζί συνθέτουν μια εικόνα που διερευνάει την πληρότητα του νοήματος και την κατανόηση του εσωτερικού ρυθμού.
video

ΑΝΑΣΤΡΟΦΗ

Τη στιγμή που είναι βέβαιοι σχεδόν για σένα
και νομίζουν πως σε ξέρουν από την καλή
πως βαδίζεις μ ένα πλάνο, προγραμματισμένα
κάνεις μια στροφή επιτόπου, που τους προκαλεί

Ξεχωρίζεις σαν τυφλός στο αντίθετο το ρεύμα
που ελίσσεται με το ένστικτο και την οργή
σε κορνάρουν οι οδηγοί, σε βρίζουν μ ένα νεύμα
«ξεκουμπίσου από το δρόμο και τη λογική»

Ένα όργιο με τέρατα η λιποψυχία
σαν κουβάρι ξεμπερδεύεται η απαντοχή
είναι ο θάνατος μια πρόσκαιρη πανωλεθρία
και αναφορά επιζώντων είναι η ζωή

Είμαι ο αγαπημένος ασθενής μου
λίγο πριν το τέλος της αναστροφής μου
κάποιος θα με βρει απότομα μπροστά του
στην ακμή των «πάντων και του αοράτου»

24

Μια κουβέντα κουβαλάει προσμονές
που σκαλώνουν στην ζωή του ρημαγμένου
καραβάνια είναι οι στίχοι στις ψυχές
που ζητούν τις εξορίες του στημένου

μια κουβέντα είναι λόγια και φωνή
που ταξίδεψαν για χρόνια προκειμένου
να γυρέψουν τη γλυκιά υποδοχή
του βιβλίου, της σελίδας, του κειμένου

μια κουβέντα, πως γυαλίζει αν την πεις,
πόσο αξίζει, αν τολμήσεις να την γράψεις
24 οι νότες της γραφής
και ατέλειωτες του ονείρου οι χαράξεις

BOY GEORGE

Το βράδυ αυτό παντρεύονται
ο Μάκης με τον Σπύρο
η Τζούλια με την Αργυρώ
κι ο Φώτης με τον Κύρο

Στο δημαρχείο οι πρώτοι δυο
στην Ολλανδία οι άλλοι
τέτοια ακούει κι η Μυρτώ
και μ έχει περιλάβει

Τι άντρας είσαι συ που δεν
μπορείς να απαιτήσεις
για το μισθό σου δυο μηδέν
χωρίς να υποχωρήσεις;

Ξέρεις που θα τον πάει
o Λευτέρης τον Ανδρέα;
τον Αύγουστο, στον Boy George
και έπειτα Κορέα

Νιώθω μια σύγχυση διπλή
ποιον πρέπει να φοβάμαι
το γείτονα με την ακμή;
ή την ξανθιά του ΠΑΜΕ;

Να δεις που αυτή μου τα φορά
με τη χοντρή από πάνω
όχι ότι με αφορά
μα το ενοίκιο χάνω

ΓΚΡΑΦΙΤΙ ΕΠΕΙΓΟΝΤΩΣ

Τα λουλούδια της πόλης, που φυτρώνουνε στους στύλους της ΔΕΗ
πλάι στη σκουπιδιάρα, στην πρασιά που περικλείνει η οικοδομή
φέρνουνε την άνοιξη, φέρνουν τον χειμώνα
όπως ανασταίνονται και φυλλορροούν

Γκράφιτι επειγόντως, άλλαξέ μου τη θωριά, πιτσιρικά
κάτι αλλάζει όντως, από μια «ξετρελαμένη» ζωγραφιά
Γκράφιτι και κλαίω, φτιάξε μου δυο δέντρα στη σειρά
πόση φύση λέω, θα χωρέσει σε δυο τετραγωνικά

Η χλωρίδα της πόλης, πάνω στου αδιεξόδου την κοιλιά
και στους μαύρους τοίχους, μιας βιοτεχνίας που γερνά
μάτια πράσινα και μπλε, οροπέδια κυριλέ
και καστανομάτικα της βρεγμένης γης

Γκράφιτι επειγόντως, άλλαξέ μου τη θωριά, πιτσιρικά
κάτι αλλάζει όντως, από μια «ξετρελαμένη» ζωγραφιά
Γκράφιτι και κλαίω, φτιάξε μου δυο δέντρα στη σειρά
πόση φύση λέω, θα χωρέσει σ ένα φράχτη όλο σκουριά

ΑΔΙΕΞΟΔΟ

Είσαι το στέμμα της πιο γλυκιάς παρακμής
εσύ Αφροδίτη, του άσκημου χνώτου αγέρι
το ψευτοφέγγαρο μιας χρόνιας λοβοτομής
και το κερένιο δεξί, της αγάπης το χέρι

Σκούφους μαζεύει ο λύκος της ανακωχής
πίσω από βάρκες που ρίζωσαν πάσσαλοι μαύροι
φτύνω μια λέξη στην άκρη της δεξαμενής
και πλημμυρίζει νερά τ΄ ουρανού το καράβι

Ποιος γέμισε το ταξίδι, θεριά αχινούς;
και πινακίδες με όνειρα δίχως αξία
πώς να διαλέξεις σε τόσες μυριάδες οδούς
που σου υπόσχονται όλες ατέλειωτη ευθεία

Στον μόνο δρόμο που πίστεψα αληθινά
ήταν σ αυτόν που κατέληγε στ αδιέξοδό μου
ήταν μια πρόφαση ειρήνης σε χρόνια σκληρά
για να αρχίσω να σκάβω τον υπόγειό μου

ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΓΗ

Πόσους μικρούς πολέμους χωρά η ειρήνη
πόσες γενιές ειρήνης μια στιγμή φονικού
σκοτάδι πέφτει πάνω στο χωριό και το κρύβει
απ τις αλλήθωρες διόπτρες του εκτουρκισμού

Αμπντούλ, με Τούρκο μοιάζει το παιδί που οπλίζει
έχει φωτιές στα μάτια και καημό κουρδικό
ρίξτου ή θα σου ρίξει, κάθε σκέψη στοιχίζει
δως του ένα κόκκινο θάνατο πατριωτικό

Στο φέρετρο αρχίζει η ζωή που επιτάσσει το έθνος
κι οι ρίζες της μέσα στα δάκρυα του στρατηγού
λασπώνουν και γίνονται φύτρες που εξυψώνουν το έπος
του ελέφαντα που περπατά στην κοιλιά μυρμηγκιού

ΑΡΜΑΤΩΣΙΕΣ ΤΗΣ ΑΝΟΙΞΗΣ

Στη σκόνη των γκρεμισμένων νησιών σ ανακτώ
στην γέρικη λάμψη των χρυσαφένιων κροτάφων τους
στα νερά που εφοδιάζουν οι μυστικές υδρορροές τα πηγάδια
που ξεραίνονται όπως οι γέρικοι θάμνοι των καφενείων

Είσαι το πιο τραχύ μήλο του παραδείσου
κι η μοναξιά του βράχου στο βοσκοτόπι
κάθε άστοχο βλέμμα συνοψίζει τη ρώμη σου
σ ένα σύννεφο που λιώνει σαν αιθέριο χρυσάνθεμο

Φλοίσβοι, σκιές και αρματωσιές της άνοιξης
ξεδοντιάζουν της λύτρωσης τα αρμυρίκια
σ αγαπώ και σε νοιώθω σα στάρι στο νύχι μου

Ματόκλαδα ριγμένα στου καρβουνά το άστραμμα
λαμποκοπά του θηκαριού σου η έξαψη
σαν περπατάς, ματαιόσπουδη, σε μια γη που μπαλώνει τις φλέβες της

ΕΙΚΟΝΕΣ

Στο σκοτάδι, της πρώτης ανοιξιάτικης οχλοβοής
οι μοίρες του χειμώνα ξεπλένουν τα νέφη τους
κι ο μαΐστρος μοιρολογά ένα εμβατήριο οπισθοχώρησης
χιμώντας ερωτικά, στα σύννεφα που απομυζούν την ψευδαίσθηση των σχημάτων τους

Εκεί, η πρωινή αντηλιά σου, και το μακάριο βλέμμα του βράχου
εμπλέκονται έντρομα στα γαλάζια ρυάκια σαν άυπνες πετρούλες
που ξεπροβοδίζουν τα νερολούλουδα του θλιμμένου χιονιά
ως τις λίμνες των αγγέλων της πλήξης και της αφόρητης παθητικότητας

Το άσθμα της αχόρταγης φύσης ξεσπάει στα ματοτσίνορα σου
λευτερωμένη στέρνα από τη ματιά του επισκέπτη
το σύνθετο όνειρο τεμαχίζεται στα συστατικά του
εδώ που, ό,τι κελαρύζει, με τους ήχους της ροής συναντιέται

Το φτερούγισμα ενός πρόσφυγα αετού της πόλης ακολουθείς
την ώρα που οι ψωμωμένοι αστοί ξεπεζεύουν τα μουλάρια τους
για να γλυκάνουν με την κούραση τα πέλματά τους
κι εγώ ξεβράζω τις εικόνες του περιττού
για να σε χωρέσω ολόκληρη στη μνήμη της θλίψης μου

ΕΛΑΧΙΣΤΟ ΕΓΓΥΗΜΕΝΟ

Ξυπνάω με μια θλίψη στοργική
μια πράσινη ομίχλη στο μυαλό μου
μα δείχνω μια εικόνα μαγική
στον κόσμο, στη δουλειά, στον άνθρωπό μου

Να φοβάσαι μην απολυθείς
από μια δουλειά που δεν σου αρέσει
είναι το άκρον άωτο της κραυγής
του κωφάλαλου που έχει πονέσει

Δουλεύω μια συνάρτηση που αν βγει
θ αλλάξω ριζικό και πεπρωμένο
μ’ αρνείται η καρδιά να ονειρευτεί
χωρίς ελάχιστο εγγυημένο

Να φοβάσαι μην απολυθείς
από μια δουλειά που δεν σου αρέσει
είναι το άκρον άωτο της κραυγής
του κωφάλαλου που έχει πονέσει

ΕΜΠΝΕΥΣΗ

Έμπνευση, φυλακή των αγγέλων
πόσα κοράλλια αλλάζουν φόρεμα στο παραβάν σου
σιτοβολώνα της πείνας που δεν ζύγωσε
αγέρωχη μαινάδα των αισθήσεων

Για πόσα απροσμέτρητα υμνήθηκες
χωρίς να έχεις έννοια καμία
άραγε είσαι ακόμα εδώ
ή ανεμο-γκαστρώθηκα στην προσμονή σου;

Είσαι φεγγάρι, είπα κάποτε, κι ενίοτε
το ροδόχρωμο κοίλο του απείρου
μα όσο κυλάει ο καιρός στα έντερα
γίνεσαι το αντιφέγγισμα σου, στη σγουρή λίμνη

Χωρίζεις μ ένα χάρτινο μαχαίρι
τις μεγάλες ιστορίες, απ τα επιτεύγματα
είσαι μια άγια νοικάρισσα του πνεύματος
που σαι παρούσα μοναχά σαν λείπεις

Η ΠΗΓΗ ΤΟΥ ΟΡΦΕΑ

Έρωτας, πόσες βροχές αντηχούν στο νεκρό κογχύλι/ μία μόνο για το τριαντάφυλλο που πλέει όταν λικνίζεσαι,/ θέλεις να σκορπάς σαν χρυσόσκονη το στάχυ στ αγριόχορτα/ και το γέλιο σου να πνίγεις στον καταρράκτη της πίσσας του Ορφέα
Ένα ασημένιο δάκτυλο από δάκρυα, λιώνει στη γη/ περιστέρι του αλμυρού κλωναριού και φεγγαράκι του νόστου/ ράθυμα μάτια, αβαθούλωτα, πριν τον πολλαπλασιασμό του κοιτάγματος/ κι ύστερα, αρχαία αγάλματα να κινούν το κάθε βλέμμα σου
Τρίχορδο σφεντάμι της άνοιξης στη ροδόφυλλη επιφάνεια/ πάντα αρχίζει η ιστορία σου απ τη δύση/ πολυσπόνδυλο κοίτασμα του πόθου μου
Να ζήσουμε ξανά μαζί, τα χρόνια σου προς τα πίσω / σαν δυο κεριά που τα ανάβει ο μοναχός άνεμος, με καλείς/ να γίνω μια διψασμένη πηγή που το νερό της ρουφάει αχόρταγα

Η ΣΚΟΠΙΑ

Πριν την πρώτη μου σκοπιά
στα βυτία του Αυλώνα
ένιωσα μια μοναξιά
που διαρκεί η ίδια ακόμα

Ένα πλάσμα στο στρατό
μαντρωμένο πολεμούσα
κι ένα κλείστρο στο μυαλό
αντί οίστρο κουβαλούσα

«Αλτ τις ει;» με μιας φωνάζω
κι απαντάει: «Η ζωή σου…»
«παρασύνθημα», διατάζω
και απαντά: «…είναι μαζί σου;»

Το κρεβάτι του σκοπού
είχε ένα καρφί στριμμένο
και ο ύπνος του παλιού
ένα βάθος κολασμένο

Δεκανέα αλλαγής
δεν σου στέλνει η ευτυχία
την σκοπιά μόνος να βρεις
που για σένα έχει αξία

«Αλτ τις ει;» με μιας φωνάζω
κι απαντάει: «Η ζωή σου…»
«παρασύνθημα», διατάζω
και απαντά: «…είναι δική σου»

ΤΑ ΣΤΟΜΑΤΑ ΞΕΧΝΑΝΕ

Τα στόματα ξεχνάνε τα πρόσωπα μιλούν
τα δάκρυα κυλάνε σε μάγουλα που ακούν
τα στόματα κι αν πνίγουν γλυκές παραδοχές
κερκόπορτες ανοίγουν οι χαμηλές ματιές

μέχρι ένα σημείο πάμε κι ύστερα το αδύνατο
μ ένα καημό γερνάμε, φλογερό κι ανίατο
μέχρι ένα σημείο πάμε κι ύστερα επιστρέφουμε
σ όσα ζήσαμε γυρνάμε και τα καταστρέφουμε

τα χείλη μου γελούν, το πρόσωπό μου κλαίει
ρυτίδες που τολμούν όσα η μιλιά δε λέει
πηγάδια των ματιών στα πράσινα νερά σας
νεράιδες των φρυδιών μεθούν στο κοίταγμά σας

μέχρι ένα σημείο πάμε κι ύστερα το αδύνατο
μ ένα καημό γερνάμε, φλογερό κι ανίατο
μέχρι ένα σημείο πάμε κι ύστερα επιστρέφουμε
σ όσα ζήσαμε γυρνάμε και τα καταστρέφουμε

Η ΜΗΤΕΡΑ ΤΟΥ ΙΟΥΔΑ

Τη συμβουλεύει πώς να σφίξει την πλεξούδα
να βγει στο φως να ανασάνουν τα μαλλιά
η παναγιά λέει στη μητέρα του Ιούδα
πως η φιλία της, της μένει τώρα πια

η μάνα του Ισκαριώτη απαντάει
πως δε θυμάται τον πατέρα του παιδιού
μα ένα κρίνο μαύρο να μοσχοβολάει
και να γεμίζει η κοιλιά φτερά αϊτού

γριές κι οι δύο μα πιο γέρικη η βεντάλια
που τη μοιράζονται στις ζέστες τις σφικτές
φορούν τις νύκτες των καρπών τους τα σανδάλια
κι αναβιώνουν τα καρφιά και τις θηλιές

Η ΦΑΝΤΑΣΙΑ

Ο ήχος της χορδής που σπάει, είναι ένα FA πλατωνικό
της έμπνευσης που αναζητάει, πολιορκητικό κλοιό
λουστρίνια φόρεσε η σκιά μου, για να διευθύνει τη σιωπή
που γλίστρησε απ τα δάχτυλά μου, σαν την διαύγεια του μπεκρή

Πτώμα, βαθιά σου αναβλύζει μια λαβωμένη αστραπή
κι ανταρσία ξεκληρίζει την όψιμη απογραφή
έσφιξε ο ναύτης τα ζεμπίλια φύσηξε βρώμα στο βοριά
στο κόκκινο έσβησε η καντρίλια, μ ακούστηκε το μαύρο 7

Όσα μπαρκάρανε βαπόρια χωρίς του χάρτη τον μπελά
φύγανε άγουρα αγόρια και επιστρέψανε πουλιά
Πάνω στην άγκυρα φωλιάζει η φαντασία του πτηνού
κι ο καλλιτέχνης καμπουριάζει, κάτω απ το βάρος του φελλού

Στη φυσαλίδα που μου κρύβεις, ξεχνιέται ένα πειστήριο
θεέ, ποιους άραγε αμείβεις με το βασανιστήριο
να ψάχνουνε ρωγμές στους κόσμους με μια αγχωμένη αναπνοή
τους «γιακαδιάζεις» σαν τους δυόσμους, που αρωματίζουν τη ζωή

ΚΟΡΑΚΙΑ

Κοράκια αδίψαστα ζώσανε
της χάρτινης μνήμης βωμούς
μια πόλη κυρτή μπαγλαρώσανε
και χίμηξε ο αμνός στους αγρούς

Σερφάρισμα στο Μαυροβούνιο
στη βούτα του Δούναβη ελιές
γυναίκας κορμί τον Ιούνιο
οι έχθρες οι βαλκανικές

Κοντύνανε δρόμοι και πέλαγα
για να στριμωχτούν στο πανί
εφτάστερα σάπια συμφέροντα
κανόνας που θα εξαιρεθεί

Σαν σκιάχτρο η σημαία ανέμιζε
τρομάζοντας την λευτεριά
η έρημος μέσα του ανέβλυζε
μια ασχημονούσα ομορφιά

Ελεύθερος σαν δεσμοφύλακας
χορτάτος σαν βροχοποιός
του άγονου θεματοφύλακας
ο ύπουλος Οργανισμός

Αν δεις διπλωμάτη στον κόρφο του
να πεις πως η Πρίστινα ζει
ποτάμι που χάνει το δρόμο του
γυρνά σιωπηλά στην πηγή

ΕΜΠΑΤΗ ΠΕΠΡΩΜΕΝΟΥ

Ξεραΐλα και μαυρίλα μια στυφή ανατριχίλα/ χάδια στέρφα, σαν ξαδέρφια σαν θανάτου μαύρα ντέφια/ τα παιδιά, και τα εγγόνια ζουν στο σπέρμα σου ακόμα/ πνίγεις την αμφιβολία σε μια άδολη εμπειρία

Τ ουρανού το φιλέτο στου καφέ σου το σκέτο/ τα κλισέ χαμουρεύεις με το Νίτσε χορεύεις/ σε περίοπτη θέση αετό έχεις δέσει/ Προμηθέα δεσμώτη και του τρως το συκώτι

Μα αυτό που μας τσακίζει σαν πλίνθινα διώροφα και μας εξασθενίζει σπαρακτικά ομοιόμορφα/ είναι η "έκρηξη" που μοιάζει με ορατότητα τυφλού και να μετέχουμε προστάζει στην έκπληξη του διπλανού

ένα ψήγμα αγάπης ροκανίδι απάτης/ το ναό σου γκρεμίζεις και μια έπαυλη κτίζεις /φιλαρέσκεια νιότης δε μεθάει ο πότης/ το φευγιό σε λιανίζει και το μέσα σου ερίζει

Μια σταλιά παρακάτω ξύσε κι άλλο τον πάτο/ ορυκτό η αγάπη που πλουτίζει το γιάπη /τα μαλλιά σου σαπίζουν και τα μάτια σου ασπρίζουν /εμπάτη πεπρωμένου το φτερό του ανέμου

Μα αυτό που μας τσακίζει σαν πλίνθινα διώροφα και μας εξασθενίζει σπαρακτικά ομοιόμορφα/ είναι η "έκρηξη" που μοιάζει με ορατότητα τυφλού και να μετέχουμε προστάζει στην έκπληξη του διπλανού

ΜΗΔΕΝ

Κάνε γέρο λίγη υπομονή
το μηδέν σου να ολοκληρωθεί
το κυκλάκι να συμπληρωθεί
και να σ αγκαλιάσει

κάνε γέρο λίγη υπομονή
το μηδέν σου ν απασφαλιστεί
γέροντα παλιέ μηδενιστή
τέλειωνε τη φράση

το μηδέν, το μηδέν, το μηδέν
μας γεννάει και μας παίρνει το μηδέν
σε Οδύσσειες μας σέρνει το μηδέν
και σε άγριες παύσεις

το μηδέν, το μηδέν, το μηδέν
στο κατάρτι κι αν σε δέσει το μηδέν
της σειρήνας το πιο όμορφο ρεφρέν
θέλεις ν απολαύσεις

κοίτα γέρο, τρέμει η ζωή
όταν παίρνει ο αγρότης το στουπί
για να κάψει χόρτα στην αυλή
και να σβήσει δάση

κοίτα γέρο μιαν ανατολή
κλείσε την κουρτίνα, μη σε βρει
έφτασε η βάρκα σου στη γη
στρογγυλεύει η πλάση

ΜΠΟΡΕΣ

Η προσμονή, σαν κεραυνός ξεχύθηκε απ το κέρατο της πένας
σαστίζοντας μια κρύα πεδιάδα χαρτιού. Νυκτεγερσία.
Ο ουρανός ξίνισε απ τα χαράματα, σάπιος ο αέρας
και το έναστρο γραμματοκιβώτιο αποχαιρέτησε ένα ανορθόγραφο γράμμα σιγής

Δώσε στο δρόμο που ζητάς τo όνομα μιας παλινωδίας
κι ας είναι χωμάτινος, δρόμος χωριού, ταπεινός
πες τον: λεωφόρο της στέρνας, φιλί της αγίας
δώστου μια θέση στους ένδοξους βαφτιστικούς

Χρυσά κλωνάρια σιωπής τυλίγουν τον ύπνο μου
είμαι μια πέτρα, που γλυκά ζεματάει στον ίσκιο
κι ένα μπουκέτο με άγριες θωριές που έσφιξε μια περιστέρα

Η θλίψη φέγγει σαν τη σκόνη που κυλά στους ώμους
όταν γέρνεις μπροστά και τινάζεις τις ώρες
ξυπνά τώρα, σε προφταίνουν της επίγνωσης μπόρες.

ΞΥΛΙΝΗ ΜΑΤΙΑ

Τα ξύλα της ματιάς σου τσουρουφλίζουν στη φωτιά
γεννήθηκαν δυο άστρα από δυο μικρά καρφιά
ασήκωτη η εικόνα στο τραπέζι του παπά
κι αυτή η λιτανεία πάντα αυτόματα γυρνά

Κατέναντι ροκάρει μία μπάντα εθιμική
σου πήρα απ το παζάρι μια νησιώτικη κραυγή
το φέρυ μποτ ζυγώνει στο σαγόνι μου μπροστά
και το νερό θολώνει μια μπλεγμένη πετονιά

Αχ το σ αγαπώ αυτό που εύκολα θα πούμε
σημαίνει περισσότερα απ όσα εννοούμε
αχ το σ αγαπώ αυτό που εύκολα τ ακούμε
σαν τρύπιο είναι σωσίβιο βαθιά σαν κολυμπούμε

Βαλσαμωμένο δάκρυ στο πιθάρι μου κρατώ
αν θέλεις, πιάσε άκρη, μη μου κρύβεις το κενό
χωρίς τα ναρκοπέδια κάθε δρόμος είναι αργός
του δύο την προπαίδεια ανασαίνει ένας σαργός

Ακρίβυνε η λαχτάρα να ντυθούμε απλοϊκά
βραχήκαν τα τσιγάρα στα δημόσια λουτρά
σε ξέρω απ το απέναντι μπαλκόνι πιο καλά
σ αρέσει να σαι μόνη για να ζεις συντροφικά

Αχ το σ αγαπώ αυτό που εύκολα θα πούμε
σημαίνει περισσότερα απ όσα εννοούμε
αχ το σ αγαπώ αυτό που εύκολα τ ακούμε
σαν τρύπιο είναι σωσίβιο βαθιά σαν κολυμπούμε

ΤΑ ΝΕΡΑ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΛΙΜΝΗΣ

Ρηχή η λίμνη, αθεράπευτη, ξανθή και στερημένη
τα νερά, θα ναι του μέλλοντος, η ωραία Ελένη
ομπρέλες ανάποδες βροχή πως μαζεύουν
τα φυτά στις άγονες εσχατιές χυμούς θα σπέρνουν

Στα παλιά κουκλόσπιτα, πετρωμένη φτέρη
μια σταγόνα έφερε, αντί κλαδιού, το περιστέρι
μαθημένος κύκνος λες στη στεριά τρελά χορεύει
τα νερά της άδειας λίμνης του, πίνουν γι αλκοόλ, στη Γενεύη

Λύτρωσε ο Εφράτης, μια ομάδα προφητών
έφερε κι ο Μπάτης μυρωδιά παλιών βροχών
ξύλινες καμήλες καρφωμένες στις πόλεις
γέμισε μαντίλες ο ουρανός στο χρώμα ασβόλης

Ο ΚΗΠΟΣ

Βαθιά στον κήπο της ζωής
χωλαίνει ένα αγγελούδι
μιας ιδιαίτερης οσμής
ψάχνοντας το λουλούδι

τριάντα χρόνια γέρναγε
χωρίς να υποχωρήσει
κανένα δεν το μέθαγε
δεν το χε συγκινήσει

η χειμωνιάτικη οροφή
ξεκλείδωσε μια μέρα
«είναι η ύλη Κυριακή
και η ψυχή Δευτέρα»

του λέει: «γέρασες πολύ
κι έμαθες τόσα λίγα
νόημα είναι η στροφή
που τρέλανε την πυξίδα

το άθροισμα των μυρωδιών
είναι αυτό που ψάχνεις
κι η αλληλουχία των καιρών
ο οίστρος μιας αράχνης

ο χρόνος που μας έσπειρε
δεν έρχεται, ούτε φεύγει
απλώνεται σα θάλασσα
που ένας τυφλός αρμέγει…»

Ο ΚΗΠΟΣ

Βαθιά στον κήπο της ζωής
χωλαίνει ένα αγγελούδι
μιας ιδιαίτερης οσμής
ψάχνοντας το λουλούδι

τριάντα χρόνια γέρναγε
χωρίς να υποχωρήσει
κανένα δεν το μέθαγε
δεν το χε συγκινήσει

η χειμωνιάτικη οροφή
ξεκλείδωσε μια μέρα
«είναι η ύλη Κυριακή
και η ψυχή Δευτέρα»

του λέει: «γέρασες πολύ
κι έμαθες τόσα λίγα
νόημα είναι η στροφή
που τρέλανε την πυξίδα

το άθροισμα των μυρωδιών
είναι αυτό που ψάχνεις
κι η αλληλουχία των καιρών
ο οίστρος μιας αράχνης

ο χρόνος που μας έσπειρε
δεν έρχεται, ούτε φεύγει
απλώνεται σα θάλασσα
που ένας τυφλός αρμέγει…»

Ο ΚΙΝΕΖΟΣ

Ο Σεγκγιουάν, ο Κινέζος
διαβάζει τα βράδια στο θεό, ένα παραμύθι
από τη ανίερη μυθολογία των παγωμένων σοδειών του Απρίλη

ο Σεγκγιουάν ο Κινέζος
ξεφλουδίζει εδώ και αιώνες ένα στυφό σταφύλι
για να φτάσει στις φλέβες των κουκουτσιών του
και τα χέρια του κολλάνε στις γιορτές από το ρετσίνι της προσμονής
αντικρίζει κάθε μέρα, έναν εξωμότη αϊτό, κρεμασμένο στο ταβάνι της παράγκας του
που έρχεται για να του υπενθυμίσει,
πως η ελευθερία είναι μια ελλειπτική τροχιά
που ωριμάζει μονάχα μέσα στην αέναη κίνηση ενός ξεθυμασμένου δωματίου
κοιτά τα σπαρτά, που γέρνουν σαν γριούλες στην αποφορά της φαντασίας
και αφορίζει πικραμένος την στείρα του μάνα .
Ο Σεγκγιουάν ο Κινέζος
λατρεύει το πρωινό ξύπνημα, γιατί του δίνει
την ψευδαίσθηση ότι δεν γεννήθηκε ακόμα
τότε που, οι αισθήσεις του, του επιτρέπουν
να μετράει αντίστροφα τον αριθμό των κτυπημάτων
μιας φλόγας που κυνηγιέται ανάμεσα από τις γρίλιες των επιθυμιών
στη μικροσκοπική μήτρα της γριάς μάνας του
τότε που, τίποτα δεν τον εμποδίζει να γερνάει εκούσια
για τρία σοβατισμένα δευτερόλεπτά
και που, λίγο προτού χτυπήσει το ξυπνητήρι του ανυπόμονου αυγινού φωτός
για να του ρίξει προκαταβολικά το χαστούκι του οριστικού ξυπνήματος
απάγει από τον ασκό των παραδόσεών του
ένα θεό δερβίση, δρομέα του σύμπαντος
που έχει χάλκινα θιβετιανά βουνά μες στα πλεμόνια του
και ταϊβανέζικα φτερά αρκούδας στα πέλματα
σαν προσχέδιο καρικατούρας
μιας πολύ προσωπικής παράκλησης.

Ο ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΓΡΑΦΟΣ

Στο απόγειο της δόξας του να μη σε ξέρουν
κρύβεται ο θεός της λόξας κι όσοι τον λατρεύουν
με διατρέχει όταν γράφω ένα υπόγειο τέρας
με ψευδώνυμα υπογράφω σαν θετός πατέρας

Τα τραγούδια μου ολογράφως κατοχυρωμένα
μα ο συμβολαιογράφος μου χει κλέψει ένα
συμβολαιογράφε πρίζα είσαι χαλασμένη
κι άμα κλέψεις την κορνίζα το πτυχίο μένει

Μού χεις κλέψει ένα τραγούδι, σού χω κλέψει την σφραγίδα
δως μου πίσω το αγγελούδι να σου δώσω την ελπίδα
Δεν γεννά προκοπή η πνευματική κλοπή

Εγώ απ τον Φοίβο έτρεμα κι από τον Καρβέλα ο βλάχος
μα τελικά με έκλεψε ο συμβολαιογράφος
δε ξέρω ποιον να εμπιστευτώ πια και ποιον να πλησιάσω
στην Αφρική πειρατικό κριθάρι θα μοιράσω

Τα τραγούδια μου ολογράφως κατοχυρωμένα
μα ο συμβολαιογράφος μου χει κλέψει ένα
συμβολαιογράφε πρίζα είσαι χαλασμένη
κι άμα κλέψεις την κορνίζα το πτυχίο μένει

Μού χεις κλέψει ένα τραγούδι, σού χω κλέψει την σφραγίδα
Δώσ μου πίσω το αγγελούδι να σου δώσω την ελπίδα
Δεν γεννά προκοπή η πνευματική κλοπή

Ο ΧΑΡΤΟΚΛΕΦΤΗΣ

Βραδιάζει, ο δρόμος με φωνάζει
στου χαρτοκλέφτη το στενό
απελπισία η πόλη στάζει
κι όλοι οι άσσοι στο κενό

Με πνίγεις, τσιγάρο που με στρίβεις
και απ την καρδιά με ξεφυσάς
κι εγώ στις γόπες που αφήνεις
βλέπω τα χρόνια μου σ ανφάς

Αυγή, του φωνογράφου εγγραφή
που νότες μηρυκάζει
αιματηρή μαρμαρυγή
η αγάπη που δικάζει

Στρωτό, το ναρκοπέδιο των καρό
και πίσσα στα μανίκια
κάθε «σουλτάνος» που τραβώ
πενθεί για τα επινίκια

Νεκρά, της χειραψίας τα φτερά
και στων μαρκών τη σούρα
όποιος νικά στα σκοτεινά
έχει στο φως χασούρα

Μεθάς, για νά χεις όνειρο να πας
με τις αναθυμιάσεις
μα ούτε στα όνειρα ξεχνάς
αν δεν ξεχαρμανιάσεις

ΟΙ ΡΩΓΜΕΣ ΤΟΥ ΤΑΥΡΟΜΑΧΟΥ

Την ιστορία μας δεν γράφουν/ τα χρόνια, οι μέρες, τα γραπτά
μα οι ρωγμές του ταυρομάχου/ μπροστά στον ταύρο που ορμά
την ιστορία μας δεν σώνουν/ τα "μπράβο", η δόξα, τα λεφτά
μας οι στιγμές που συμπυκνώνουν/ δυο-τρεις ζωές σε δυο λεπτά

Μα έρχεται πάντα μια στιγμή/ που το μηδέν γίνεται ένας
με τι υλικά να αποδειχτεί/ είναι φτιαγμένος ο καθένας
μα έρχεται πάντα μια στιγμή/ που η δειλία μηδενίζει
μία ολόκληρη ζωή/ που από θάρρος ξεχειλίζει

Στην ιστορία μας αξίζουν/ μέρες χωρίς επιστροφή
που μ ένα νόημα γεμίζουν/ μέρα που θα επαναληφθεί
στης ιστορίας μας τα χνώτα/ σκάνε του νου οι κεραυνοί
και της ψυχής τα βαρελότα/ στο χορτασμένο το κορμί

Μα έρχεται πάντα μια στιγμή/ που το μηδέν γίνεται ένας
με τι υλικά να αποδειχτεί/ είναι φτιαγμένος ο καθένας
μα έρχεται πάντα μια στιγμή/ που η δειλία μηδενίζει
μία ολόκληρη ζωή/ που από θάρρος ξεχειλίζει

ΟΥΔΕΙΣ ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΣΤΟΝ ΤΑΦΟ ΤΟΥ

Πέρα από τις σκέψεις μου να φτάσω δεν αξιώθηκα
στο λασπωμένο δρόσισμα της τριμμένης σάρκας
στην περιστροφή των ρήσεων της πόρτας
που ανατέλλει προς τα μέσα. Στο καψικό

που οδηγεί στη μουσική που δεν καταλαβαίνω
σαν μέρμηγκας που χρημάτισε αρχηγός των κοτσυφιών
κάθε στιγμή σχεδόν διαπράττω μια προδοσία

η πλήξη γεννήθηκε ένα βράδυ με κόκκινο φεγγάρι
και τα αμέτρητα αστράμματα του ουρανού δεν έκαναν τίποτα γι αυτό
ένας άχραντος ημίθεος λειχηνιάζει τον ήλιο
με κινήσεις καιροσκόπου, καλοβαλμένου γραφειοκράτη

τα πάντα γεννιούνται και πεθαίνουν σε όμορφα γραφεία
κι όταν βγω από το λήθαργο θα σταματήσω και γω να πεθαίνω
και θα χορέψω τον πρώτο μου χορό με τη σπουδαιότητά μου

η αγάπη δεν είναι φτιαγμένη από σύμφωνα
μα από λέξεις και ήχους που κανείς δεν καταλαβαίνει
κι όμως όλοι προφέρουν ομοιοκατάληκτα

η πρώτη αληθινή χαρά μοιάζει να είναι και η τελευταία,
μετά γεννιούνται οι ελπίδες και τα ερωτήματα. Φερ ειπείν:
Ποιος έκοψε τα χόρτα από τον τάφο μου;
Ποιος έπλυνε το μνήμα;
Ποιος θέλησε να μου δώσει αυτή την καταραμένη πυξίδα
Και πως σκέφτηκε ότι τη χρειάζομαι
Τα σκουλήκια δεν σεβάστηκαν το σπαρμένο κουφάρι
Του νεκρού ποιητή
Ουδείς προφήτης στον τάφο του

ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ

Δε μου είπες τελικά
μες στη φούρια σου να πας
άξιζε να μ αγαπάς;
ή μετάνιωσες πικρά;

δε μου είπες τελικά
τι αξίζει στη ζωή
η χαρά ή η πληγή
το παρόν ή το μετά;

μαζί με μια συγνώμη
στα μέσα των τριάντα
σε αγαπώ ακόμη
θα σ αγαπώ για πάντα

δεν μου είπες τελικά
πως μπορείς να αναστηθείς
αν βαριά δεν ηττηθείς
από λάθη σου παλιά

δεν μου είπες τελικά
αφού είσαι αλλουνού
γιατί βρίσκεσαι παντού
γιατί έρχεσαι ξανά;

μαζί με μια συγνώμη
στα μέσα των τριάντα
σε αγαπώ ακόμη
θα σ αγαπώ για πάντα

ΚΟΥΡΕΙΑ ΤΗΣ ΔΕΥΤΕΡΑΣ

Μπαρμπέρικο της θλίψης, μπαρμπέρη της γωνιάς
στ αλήθεια θα μου λείψεις με όσα κουβαλάς
το κούρεμα που κάνεις το σοβιετικό
ανθρώπους ίδιους φτιάνεις χωρίς εγωισμό

αλλάξανε οι μόδες, αλλάξανε οι βαφές
του κόσμου σκάσαν ρόδες, κλατάρανε ζωές
κουρεία της Δευτέρας γιορτές των ψαλιδιών
κουρδίζεται ο αέρας στο FA ξυριστικών

συγχώρα με που άργησα να φτιάξω την ουρά
αργά επαναστάτησα μια σκέτη συμφορά
συγχώρα με μπαρμπέρη που δε ξέρω τι μου πάει
μου λείπει η σοφία κείνης που θα μ αγαπάει

αλλάξανε οι μόδες, αλλάξανε οι βαφές
του κόσμου σκάσαν ρόδες, κλατάρανε ζωές
κουρεία της Δευτέρας γιορτές των ψαλιδιών
κουρδίζεται ο αέρας στο FA ξυριστικών

ΠΑΡΑΝΟΜΕΙΣ

Στη Μάγχη, τώρα δε θα με ακούς
μπορεί να χει φουρτούνα στο ταξίδι
ο άνεμος θα μπαίνει στους ασκούς
κι ο έρωτας θα ουρλιάζει σαν αγρίμι

θα έχεις όσο χρόνο θες να δεις
πιο ψύχραιμα το θέμα και νηφάλια
μα δώσε μου μια ελπίδα επιστροφής
γιατί με σφίγγει ο πόνος σαν τανάλια

Υποχωρείς, λόγω σιωπής
αδικαιολόγητης στη μοίρα υποταγής
υποχωρείς, λόγω ανθρωπιάς
στ όνομά μιας αξιοπρέπειας φωτιάς
υποχωρείς, λόγω καρδιάς
υπό το φόβο μιας ακόμα μαχαιριάς
υποχωρείς και με πετάς
μες στα λιοντάρια μιας αρχαίας μοναξιάς

τα μάτια που μου είπαν: «Ξεκινώ
για τα όνειρο» δεν ήταν τα δικά σου
μα εγώ σε αθωώνω και τολμώ
να δω την συγκυρία από την πλευρά σου

θα έχεις όσο χρόνο θες να δεις
πιο ψύχραιμα το θέμα και νηφάλια
μα δώσε μου μια ελπίδα επιστροφής
γιατί με σφίγγει ο πόνος σαν τανάλια

ΠΕΤΡΕΛΑΙΑΔΩΝ ΝΟΜΟΙ

Και ξαφνικά μια τρύπα
μια τρύπα στο άδειο φύλλο
ξεπέταξε από τις ΗΠΑ
την πιο θλιμμένη υφήλιο

του Κρόνου η αβουλία
γεννά γεράκια χρόνια
και η αδιαφορία
λιμάρει τα σαγόνια

και ξαφνικά μια τρύπα
στο ρου της ιστορίας
λευτέρωσε μια σφίγγα
μηδενικής αξίας

του δόρατος η μύτη
με το IQ των «Ντάλτον»
πλασάρισε τη φρίκη
μίας ομάδας σάπιων

κηρήθρα ο πλανήτης
και οι μελισσοκόμοι
ρημάζουν την ψυχή της
πετρελαιάδων νόμοι

και ξαφνικά μια τρύπα
μία κλεμμένη ψήφος
μας βύθισε στην ήττα
και στο βενζινο-ημίφως

σπέρνουνε κι οδηγούμε
θερίζουν μας δεν τρέφουν
γνωρίζουν ότι ζούμε
για πράγματα που ελέγχουν

απ την τρομοκρατία
στα βιοκαύσιμά τους
φόβος και αγωνία
συνθέτουν την μαγιά τους

πλουτίζουν απ τον τρόμο
και την ψυχολογία
κλείσαν καλά τον δρόμο
προς τη Δημοκρατία

ΦΡΟΝΙΜΙΤΗΣ

Να μπορούσα να κάνω έτσι μια
τον πονόδοντο πού χω στιχάκι
μα πονά την καρδιά πιο σκληρά
κι από δόντι το ποιηματάκι

Φρονιμίτης που είναι να βγει
σκαρφαλώνει για χρόνια και σκάβει
το ρεφρέν του πονόδοντου ζει
στην ψυχή που με πόνο ανάβει

Των φρονίμων τα παιδιά πάντα καιν τα φαγητά
γιατί δίχως να πεινούν τη μαγειρική ασκούν

Σου χαράσσει του χρόνου τη γη
λίγο λίγο σαν μέγιστη ευθύνη
πως χειμώνα και άνοιξη ανθεί
η παλιά εφηβική σου οδύνη

Φρονιμίτη, σχολειό της ζωής
δυο τρεις μέρες για κάθε μια τάξη
της αγάπης στενός συγγενής
και του έρωτα πού χει αλλάξει

Των φρονίμων τα παιδιά
πάντα καιν τα φαγητά
γιατί δίχως να πεινούν
τη μαγειρική ασκούν

ΠΟΣΕΙΔΩΝΙΑ

Στο υπόγειο που κρύβονται οι ξένοι
όταν πόλεμος ή έρωτας ξεσπά
ξεφουσκώνει ένα δύσοσμο μελτέμι
στα ρουθούνια που ανασάνανε βουνά

Στα ναυάγια που θάψανε ιστορία
στα λιβάδια των γδαρμένων δελφινιών
γη καινούργια σπέρνει η Ποσειδωνία
με την αίγλη των χαμένων των μαχών

Στο υπόγειο που κρύβεται το αύριο
στους βαθμούς της μυωπίας του εχθρού
ανατέλλει το καινούριο απ΄το μακάβριο
ροκανίδι κάποιου εξωραϊσμού

Στα ναυάγια που θάψανε ιστορία
στα λιβάδια των γδαρμένων δελφινιών
γη καινούργια σπέρνει η Ποσειδωνία
με την αίγλη των χαμένων των μαχών

ΠΡΟΑΓΓΕΛΟΙ

Λίκνο, πουκάμισο, λινό, απλωμένο στο βυζαντινό ξεσπόριασμα της άνοιξης
μέσα στη γαλήνη της απέραντης θλίψης. Όμορφα ξεσπάσματα
του πέτρινου δειλινού, που ξεχωριστά ακροάται το ρετσιτατίβο των τριζονιών της πρώτης
μαγιάτικης σποράς, από εκείνο του έρημου νότου. Και οι σκιές των πλατανιών, άναρχες, σαν κιγκλιδώματα που πέφτουν από την ορμή
των πρώτων αιτημάτων της νιότης, για ελεύθερη διακύμανση των παραπτωμάτων, βαθαίνοντας τα χαράγματα των νεφαρίων προσδοκιών που γεννά η φύση

Ωστόσο, μια ζωγραφιά, πάνω στην πράσινη άμμο, που σχεδιάζει η άδρομη
σκιά ετούτου του σπιτιού,
και μαγνητίζει για την ώρα το κύμα στους πρόποδες της θάλασσας, μοιάζει να έχει εντός της, δυο απόρθητες αποστεωμένες μορφές.

Δυο επισκέπτες, με κατάμαυρα μαλλιά και κίτρινα φουλάρια σφιχτά δεμένα
στους σβέρκους που αχνίζουν. Δυο παραβάτες της πλήξης τους, που ρεμβάζουν,
κοιτώντας την προοπτική της κατηφόρας από τα παράλια της κουρτίνας που παραμέρισαν.
Αυτήν την κορυφογραμμή του νόστου, που ακολουθεί παντού τις σκιές της σαν να γυρεύει για κάποια αδιάσειστη απόδειξη της σάρκας τους.

Λαμπιόνι, καταμεσής της αυγουστιάτικης κασέλας, γεννάει το
αστραφτερό πολειφάδι μιας σκούνας, που λοξοδρόμησε απόψε
για να γίνει μια από τις φτερούγες που φτάνουν αχάραγα στην καρδιά της θεράπαινας νύχτας και ομονοούν,
προτού την πρώτη συνεδρίαση των φυλάρχων του σκότους:

Τα γεγονότα είναι προάγγελοι των προαισθημάτων.

ΘΑ ΡΙΞΩ ΦΟΛΑ ΣΤΟ ΣΚΥΛΑΚΙ ΤΩΝ WINDOWS

Μωρό μου έξυπνο οι αλήτες σε παιδεύουνε
θέλουν να πάρουν τα λεφτά σου και σε κλέβουνε
επτά φορές μου λες σε κόψαν στην οδήγηση
δεν έχουν τσίπα χαρακτήρα και συνείδηση

Την πρώτη σού παν ότι άγγιξες το κράσπεδο
την άλλη έπεσες επάνω σ έναν άστεγο
την τρίτη έπεσες σε μία τζαμαρία
γιατί χαιρέταγες τη φίλη σου τη Ρία

Στο υπουργείο είχε φίλο ο πατέρας σου
και σου το έφερε το δίπλωμα στα χέρια σου
μα εσύ αισθάνθηκες παράξενα κι αλλόκοτα
σαν μια ανάθεση σκληρής δουλειάς στην Μπόκοτα

Απολογείσαι και μου λες «δεν τα κατάφερες
με την αξία σου» ντροπή σου που τ ανάφερες
και βρίσκεις για τον εαυτό σου τιμωρία
μια νέα πιο «πραγματική» δοκιμασία

Μου λες “θα πάρω ECDL” κι εγώ αγριεύομαι
μα θα το λέω στην παρέα να παινεύομαι
περνάς αέρας απ τις έξι τις ενότητες
μα στα Windows σε πιάσανε σεμνότητες

Τέσσερα χρόνια σε παιδεύουν τα «παράθυρα»
τον Μπίλι Γκέιτς βλέπεις σ όνειρα παράφορα
μου λες πως «είναι ο καπετάνιος στην υφήλιο»
αυτή η σύγκριση κατάντησε μαρτύριο

Θα ρίξω φόλα στο σκυλάκι των Windows
για να μπορέσεις το πτυχίο σου να πάρεις
Θα ρίξω φόλα στο σκυλάκι των Windows
να γίνει πάλι ο καπετάνιος σου βαρκάρης.

ΣΤΗ ΔΥΣΚΟΛΗ ΩΡΑ

Στη δύσκολη ώρα, όλοι αναζητούνε τον ποιητή
για να σμιλέψει τις φορβάδες του Διομήδη
με δυο απύθμενες συμβουλές, αιθέριες
κι ένα ασύμμετρο σαν κόλαση, κοπίδι

Το λάθος άτομο, κατάλληλο, στη λάθος ώρα
μια ενζενί, σ αρχαίο θέατρο, αδέσποτη
φτιάχνει αγάλματα από μουχλιασμένη κόρα
και μια λατρεία σαν πηγάδα ατελεύτητη

Άνθισε πεύκη, στου Αυγεία τον κοπρώνα
κι ας την ξερίζωσε ο ήρωας γυρεύοντας
ένα ξαπόσταμα στης δόξας το χειμώνα
μίας ξεριάς του ονείρου που ζησε φυτεύοντας

Κλείνει ο μαρνέρος της αλμύρας το προσχέδιο
κι αναστενάζει από αγάπη ο κουπολάτης
γεμίζει ο θάνατος κενά σαν ιντερμέδιο
μίας ζωής γεμάτης ζόφους κι αποστάσεις

ΣΤΟ ΘΙΒΕΤ

Στο Θιβέτ, ο Δαλάι αυτή την άνοιξη δεν μίλησε
κι η σοδειά από ακρίδες δεν πλημμύρισε
κι ούτε γεύτηκε ζιζάνια η φωτιά

Στο Θιβέτ, το θυμάρι, δίχως κόνξα μοσχομύρισε
κι ο πιο άγριος καπιταλισμός ξεπήδησε
απ του Μάο τα πρωτότοκα παιδιά

Στο Θιβέτ, θάνατος, διχόνοια ή μετεμψύχωση;
πρόοδος σταθερή ή επιδείνωση;
του λαού που για ελευθερία διψά

Στο Θιβέτ, μολυσμένη από καημούς παρανυχίδα
άγιος τόπος, αθεράπευτη νησίδα
κι η αντίσταση αιώνια σταθερά.

ΑΠΟ ΤΟ ΤΙΠΟΤΑ

Κοιμήσου πίσω από τα βράχια ορειβάτη
και πιάσε πάλι την αξίνα το πρωί
η χιονοθύελλα σε έβαλε στο μάτι
και με βροχές σε πολεμάει η κορυφή

αν δεν ανέβεις τα βουνά του εαυτού σου
κι άμα στα βράχια τους δεν γκρεμοτσακιστείς
θα είσαι μια ζωή σκιά του εγωισμού σου
θα εγκαταλείπεις λίγο πριν ανταμειφθείς

με υλικά ασήμαντα να φτιάξεις μια πορεία
να χάνεις τα στοιχήματα κερδίζοντας σε ουσία
να ζεις χωρίς να πρέπει σ ένα στόχο να διαπρέψεις
να ξέρεις απ το τίποτα να φτιάχνεις ευτυχία
και πάλι από το τίποτα μεγάλη επιτυχία
και να μπορείς στο τίποτα με θάρρος να επιστρέψεις

ΣΤΟ ΚΕΝΤΡΟ ΤΩΝ ΣΩΜΑΤΩΝ

Στο κέντρο των σωμάτων
βαθιά ένα χιλιόμετρο
μετράει των σφαλμάτων
το ύπουλο χρονόμετρο

Γι αυτούς που περιμένανε
στη στάση λεωφορείο
αυτό που όλοι τους λέγανε
περνά κατά τις δύο,

Πήγαινε τέσσερις παρά
λέγανε “άστο δεν περνά”
σαράντα μέτρα μακριά
το βλέπαν να τους προσπερνά

ΣΥΡΜΑ

Καμιά φορά, η ζωή που ακούς,
να σου ζητά να κάνεις
δυο τρεις μικρούς συμβιβασμούς
είν η ζωή που χάνεις

Καμιά φορά το όνειρο
είναι μωρό της θλίψης
κι όποιος βαριέται όλο γεννά
θαύματα και εκπλήξεις

Στον Άγιο Πέτρο έγραψα
ο Βούδας τι μου τάζει
τον θάνατό μου έθαψα
και ζω μ ότι αλλάζει

Στον Αϊ Γιάννη των Σερρών
παντρεύτηκε η σκιά μου
ένα κριάρι των αγρών
απ τα ωροσκόπιά μου

Του ωροσκόπου μου ο Κριός
βαθιά μου πως βελάζει
μα ο Τοξότης σταθερός
δυο βέλη και τον σιάζει

Και τώρα, σύρμα ο καιρός
που σχήματα αλλάζει
πάνω που ανοίγει ο ουρανός
η λίμνη συννεφιάζει.

ΤΟ ΚΕΝΟ

Μου μαθες να σπέρνω απαντήσεις
και την άνοιξη π ανθίζουν οι ερωτήσεις
να κρατώ μικρό καλάθι, να μαζεύω από τα λάθη
τους καρπούς και τις αναζητήσεις
"ό,τι πίστεψες" μου λες "ν αμφισβητήσεις

Μού μαθες να βλέπω στο μυαλό μου
πως ανήκει και σ άλλους το δικό μου
κι ότι όλα είναι ένα, από πείσμα χωρισμένα
κι εξαρτάται κι απ τους γλάρους το καλό μου
"Στο κενό βρήκα που λες το δάσκαλό μου"

Μού δωσες αλχημιστή το θεμέλιο λίθο σου
Και από αρχιληστή μ έβαλες στο μύθο σου
Πώς να φτιάχνω από χρυσό, ξύλο, σίδερο, πηλό
Κι από αιώνια ζωή, πώς να φτιάχνω μια στιγμή

Ο αντίπαλος του Ανθρώπου
είναι η έλλειψη αντιπάλου
ικανού και πιο μεγάλου
απ τα όρια του πρώτου….

ΤΟ ΣΒΗΣΙΜΟ ΤΟΥ ΦΑΡΟΥ

Μια αύρα στην ψυχή μου, που μοιάζει με αλήθεια
ουρά της αναπνοής μου, φινάλε στα καρδιοχτύπια
λιβρέα του υπηρέτη, σκισμένη στον αγκώνα
το θάρρος μου υποκλέπτει, διακύβευμα του αγώνα

Στης σκέψης ψάχνω τα στρωσίδια ανακυκλώσιμα σκουπίδια
κι όπως γυμνά τα ξεδιαλέγω με τον καθαριστή αντιλέγω
Ο χρόνος είναι σκουπιδιάρης που μας σαρώνει σαν Βαρδάρης
και καθαρίζει τις οσμές μας από τις βρώμικές φυγές μας

Μια αύρα στην ψυχή μου, ζεστή και αυγουστιάτικη
χιονίζει στο κορμί μου, μια λάμψη χειμωνιάτικη
σκελέα του φαντάρου, του μακροκάνη σώμα
το σβήσιμο του φάρου μας έκρυψε το πτώμα

Στης σκέψης ψάχνω τα στρωσίδια, ανακυκλώσιμα σκουπίδια
κι όπως γυμνά τα ξεδιαλέγω, με τον καθαριστή αντιλέγω
Ο χρόνος είναι σκουπιδιάρης, που μας σαρώνει σαν Βαρδάρης
και καθαρίζει τις οσμές μας από τις βρώμικές φυγές μας

ΤΟ ΤΑΒΑΝΙ

Για πολλούς η οροφή
μοιάζει με καταστροφή
το “ταβάνι” σ ότι κάνουν
είναι ο Άδης εν ζωή

Θέλει πάντα υπομονή
κι από πέτρα αντοχή
για να σπάσεις το ταβάνι
και να βγούνε οι ουρανοί

Το ταλέντο σου δε φτάνει
για να σπάσεις το ταβάνι
για να σπάσεις το ταβάνι
πνιξ το ΕΓΩ σου στο μελάνι

Για πολλούς η οροφή
μοιάζει με μιαν εκδοχή
του θανάτου του Οδυσσέα
στης αγάπης το κλουβί

Μα όταν είχε βαρεθεί
της Ιθάκης το πουλί
έκλεψε "Ωραία Ελένη"
την ελεύθερη ζωή

Το ταλέντο σου δε φτάνει
για να σπάσεις το ταβάνι
για να σπάσεις το ταβάνι
πνιξ το ΕΓΩ σου στο μελάνι

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΕΦΑΓΕ ΠΟΡΤΑ

Το ξυπνάει ο μπαμπάς του/ και του λέει να ντυθεί
με την ενορχήστρωσή του/ και τον τίτλο τον «πολύ»
τα στιχάκια έχουν ιδρώσει/ και κομπιάζει η μουσική,
αν ξανά τα θαλασσώσει/ θα “νερώσει” το κρασί!

Το τραγούδι έφαγε πόρτα/ απ τα βήματα τα πρώτα
το τραγούδι έφαγε πόρτα/ αχ!, το Μίνωα Μάτσα ρώτα

Πρόσεξε τη διατροφή σου/ τραγουδάκι μου χοντρό
έχει λίπη η μουσική σου/ και οι στίχοι σου ψαχνό
πώς να παίξουν σαν εσένα/ τα ραδιόφωνα που ασκούν
“life style” στα ιδρωμένα/ τα αφτιά που δεν ακούν;

Το τραγούδι έφαγε πόρτα/ απ τα βήματα τα πρώτα
το τραγούδι έφαγε πόρτα/ αχ!, το Μίνωα Μάτσα ρώτα

ΤΡΕΞΕ

Τρέξε, μοιράζει περίσσευμα απόψε η αγάπη
πάρε και μία γωνία αν θέλεις για μένα
κι αν χορτασμένη σε βρίσκει ο σεφ πες «σπολλάτη»
κράτα καβάντζα γιατί θά ρθουν χρόνια σφιγμένα

Όσα σου δίνει ο καιρός τα χρωστούσε σε άλλον
δέξου τα κι ας μην τα αξίζεις, χωρίς απορία
είσαι αλμυρή αντανάκλαση ήπιων υφάλων
κι ένα δοξάρι απ του σύμπαντος την αρμονία

Πόσα σου κρύβω αν ήξερες θα μ αγαπούσες
για τους αδίστακτους σκλάβους που πνίγω βαθιά μου
άγριο δικτάτορα μ είπες, κρυφά το εννοούσες
κλίβανος για ομοιώματα μοιάζει η καρδιά μου

Σώπασε, αγάπη μου, κλαίνε πουλιά σιτεμένα
πάνω στα σύρματα κόβουν στα δυο το σπυρί
και μεις ζητάμε το πέρα από «σένα και μένα»
και μελλονύμφων σουίτα σε μια φυλακή

ΦΟΥΓΚΑ Ή ΥΠΟΜΟΝΗ;

Στο κοίλο της κιθάρας, ακριβώς, που κάθεται στο πόδι
σαλεύει της λαχτάρας ο ιστός, του πόθου το χταπόδι
η μελωδία ρόγχος που γερνά, προτού να ξαστερώσει
το χάραμα, στα δάχτυλα «ξυπνά», του οίστρου η πρώτη δόση

Έλα, γράψε μουσική/ τρέλα καθημερινή
πόσο μοιάζουν οι ψυχές/ παρτιτούρες αδειανές
κοίτα εκείνο το κλουβί/ Φούγκα ή υπομονή;
με την πόρτα ανοιχτή/ πως κρατάει, πως κρατάει, πως κρατάει το πουλί;


Σιρίτια αδιόρατα τσιμπούν τους ώμους του συνθέτη
που επωμίζεται να τον ακούν με την υπόνοια κλέφτη
Επτά μονάχα οι νότες του ουρανού και δύο της φοβέρας
χιλιάδες τα ημιτόνια του στερνού, στερέματος μιας «στέρνας»

Έλα, γράψε μουσική/ τρέλα καθημερινή
πόσο μοιάζουν οι ψυχές/ παρτιτούρες αδειανές
κοίτα εκείνο το κλουβί/ Φούγκα ή υπομονή;
με την πόρτα ανοιχτή/ πως κρατάει, πως κρατάει, πως κρατάει το πουλί;

ΚΑΝΕ ΟΣΑ ΣΟΥ ΕΛΕΙΨΑΝ

Το μαγιάτικό σου φρύδι
είναι λίγο πιο ψηλό
σαν αψίδα που ανοίγει
δρόμους δίχως γυρισμό

στη ματιά η περισπωμένη
δεν έχει καταργηθεί
κι όταν πέφτει θυμωμένη
κάποιος τρέχει να κρυφτεί

τρέξε, φύγε, να γνωρίσεις
τη ζωή που σου έκρυψαν
για να την αναγνωρίσεις
κάνε όσα σου έλειψαν

τρέξε, φύγε, να γνωρίσεις
όσα δεν προσπάθησες
κι όταν τα κατανοήσεις
γύρνα σ όσα τσάκισες

Το πηγάδι της φωνής σου
αναβλύζει ξιπασιά
βρήκες το άστρο της αυγής σου
και διαλέγεις μοναξιά

παχυλές ζωές ταιριάζουν
σε λιπόσαρκα μυαλά
επιφάνειες σου τάζουν
καθρεφτίσματα λειψά

ΧΑΛΚΙΝΑ

Μια τσιγγάνικη ορχήστρα
μ έναν famous αρτίστα
αλωνίζει τα Βαλκάνια
και ληστεύει μουσικές

στα υπαίθρια τα στούντιο
στήνει αυτί στο αζιμούθιο
μουσική γενοκτονία
με πλαστές υπογραφές

δεν περνά ο καιρός των νάνων
των ανίσχυρων τσιγγάνων
που ακούνε την ψυχή τους
να χτυπά σ άλλες ζωές

δεν υπάρχουν δικαστήρια
όταν λείπουν τα πειστήρια
και τα χάλκινα ονομάζουν
σάουντρακς οι πειρατές

είναι οι γέροι μας το μέλλον
το αιώνια ανατέλλων
τα παιδιά το παρελθόν μας
και το σήμερα οι σιωπές

ΧΕΙΜΩΝΑΣ ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΑΝΟΙΞΗΣ

Ακέφαλο άτι, σε ουράνιο λιβάδι της Θήρας
στερνή στροφή, της λάμπας του φάρου των αισθήσεων
πέπλο της φρίκης, ουρανέ των εκδικήσεων
πως μετανοείς για το άρωμα που θάβουν οι λέξεις;

Κάθε μέρα αντικρίζεις τη χαμένη αμετροέπεια
με τα μάτια των οπλών σου τριποδίζεις
ποιος σου έμαθε «στο γόνατο» να ελπίζεις
πως θα έχει η δυστυχία σου συνέχεια;

Ποια αυγή, ποια ουτοπία σε κυβέρνησε
γιατί τρέμει σαν το πάπλωμα η καλύπτρα
ποια αρχαία τυραννία σε ξεγέννησε
βασιλιά, χωρίς βασίλειο και σκήπτρα;

Τώρα ορίζω την ώρα της άφιξης
κάθε συνάντηση και μια υπόσχεση οδύνης
που είτε την κρατάς είτε την δίνεις
γεννά απρόσκλητα ξεβράσματα της άρνησης

ΨΑΡΑΣ

Τα άφησε όλα να γίνει ψαράς
και μπήκε βαθιά του να βγάλει τραγούδια
ψαράκια της μνήμης και της λησμονιάς
που κρύβονται μες στα θαλάσσια λαγούμια

Κι αν δεν τσιμπάει ούτε ψιλό και λίγο πριν να «σπάσει»
κάπου περνάει ένα μικρό και ρίχνει να το πιάσει
τα πιο γλυκά δολώματα, τα πιο μεγάλα δίχτυα
κοντά στα ξημερώματα, στα πιο σκληρά ξενύχτια

Τα άφησε όλα να γίνει ψαράς
με μια σάπια βάρκα γεμάτη από λύπες
καρφώνει στο αγκίστρι, ψωμάκι χαράς
και ρίχνει να μπει στις ψυχής του τις κρύπτες

Κι αν δεν τσιμπάει ούτε ψιλό και λίγο πριν να «σπάσει»
κάπου περνάει ένα μικρό και ρίχνει να το πιάσει
τα πιο γλυκά δολώματα, τα πιο μεγάλα δίχτυα
κοντά στα ξημερώματα, στα πιο σκληρά ξενύχτια

ΑΝΑΤΡΟΦΗ

Όπως ανατρέφεις το παιδί
να προσέχεις τον εαυτό σου
να κάνεις πράγματα για εκείνο
και για σένα παράλληλα
να φροντίζεις τις ανάγκες σου
όπως και τις δικές του
να συγχωρείς τα λάθη σου
όπως και τα δικά του
να σέβεσαι το χρόνο σου
και να του δίνεις χρόνο
για να μην κάνει τίποτα
κι αυτό θα τον γεμίζει
γιατί τα περισσότερα
θα μάθει απ’ το παιχνίδι
και σαν παιχνίδι θ’ αγαπά
στο μέλλον ό,τι κάνει

να του λες: «κάνε λάθη»
και θα κάνει συνήθως το σωστό
να του λες πως πέρασες καλά
και θα το δεις να ωριμάζει σα λουλούδι
και να το μάθεις να συντρέχει
όποιον χρειάζεται βοήθεια
και να είναι ο εαυτός του
σαν και σένα που δεν άφησες
τον δικό σου να απαλείψει η μητρότητα
για να μεγαλώσετε καλά
κι οι δυο μαζί
σαν τ’ αστέρια πού’ ναι πάντοτε στη θέση τους
όταν πια φεύγει η βροχή για άλλους γαλαξίες

ΑΝΩΝΥΜΟ

Γιατί ζητάς την καταιγίδα
όταν ο ήλιος είναι τόσο δροσερός
γιατί κλείνεις την πόρτα στο φως
και γράφεις “σε μισώ” στη σκόνη της ψυχής
γιατί προτιμάς την κλεισούρα της κακίας
από το γέλιο στο ξέφωτο της χαράς
γιατί αναζητάς αιτίες ξένες
προς την αλήθεια της ζωής;
γιατί δεν ακούς τ’ αστέρια
που σου προτείνουν την ήρεμη
αλλαγή των πραγμάτων
γιατί κοιτάζεις την πληγή
κάτω απ’ το ωραίο δέρμα
όταν τα ράμματα έχουν
βγει από καιρό
γιατί μοιράζεσαι το δρόμο σου μ’ αυτούς
που ζούνε ανυπόφορα με φίλους
κι αισθάνονται καλύτερα μ’ εχθρούς;

ΒΟΥΛΙΜΙΑ

Ας πούμε από σήμερα τη θλίψη τρικυμία
και την ψυχή που δένεται με τ αδειανό στομάχι
ας βρούμε μια παράλληλο που να την ξεχωρίζει
γιατί δεν είναι όμοια το σώμα και το πνεύμα

κι όταν το πνεύμα σου διψά δεν του αρκούν ποτήρια
κι όταν το σώμα σου πονά δεν ξέρει από λόγια
γιατί λοιπόν τα έμπλεξες στο ίδιο φαγοπότι,
γεμίζοντας καυσόξυλα την άδεια αγκαλιά σου;

ανοίγοντας παράθυρα στα σκάρτα κομπλιμέντα
και ρίχνοντας τις γέφυρες στου δρόμου την ουσία
που είναι όσα πράγματα αρκούνε και γεμίζουν
τον κόσμο από μόνα τους, χωρίς περίσσια λάμψη

το αίσθημα, το όραμα, η πίστη κι η αγάπη
αυτά που όταν λείπουν δεν είσαι ο καπετάνιος
αυτού του σαπιοκάραβου που το γεμίζεις στάρι
που όταν πια ξεχύνεται από τα φινιστρίνια

ανοίγεις με τα δάχτυλα την πόρτα του εμετού σου
και η τροφή αχώνευτη απλώνεται στο μπάνιο
μαζί με όσα άκουγες ολόκληρη βδομάδα
για νά σαι πάλι έτοιμη ν ακούσεις άλλα τόσα

γιατί ο κόσμος σ έμαθε σαν άρρωστο ζωάκι
και συ, μ αυτόν συνήθισες τον τρόπο να χλευάζεις
το ένα, διευρυμένο σου βαθύ ψυχο-στομάχι
κι η πείνα που δε γνώρισες θα σου κρυφογελάει
που βλέπει πάντα ένα κενό βαθιά σου να πεινάει

Η ΑΠΟΓΟΗΤΕΥΣΗ

Όταν η απογοήτευση
σαν ατέλειωτο πυκνό σκοτάδι
και σα μαύρη θαλασσινή ομίχλη
καλύψει την απέραντη στεριά της ψυχής σου
μέχρι εκεί που φτάνει το μάτι της θέλησης
και μέχρι εκεί που τα όνειρα
ξεχνιούνται σα μικρά παιδιά
μέσα στη νύχτα
και τα ψάχνεις όπως
η ανήσυχη γιαγιά τα εγγόνια της
είναι ώρα να ξεχάσεις τις σκέψεις σου
και να ζήσεις απλώς για να χαμογελάς
να ξυπνάς και ν’ αποδέχεσαι τη ζωή
χωρίς αυτά που ονειρεύεσαι
γιατί απογοήτευση είναι ο φόβος
πως δε θα μας συμβεί
αυτό που θέλουμε να γίνει
Κι όταν η νύχτα αρχίζει
να κουρνιάζει στην άκρη του ορίζοντα
ίσως καταλάβεις πως όταν
κυνηγάς τα όνειρα τα τρομάζεις
και κάποιες απλές ενέδρες
είναι αρκετές για την εκπλήρωσή τους.
Κι όταν ακόμα κυνηγάς
ένα μονάχα θήραμα
μπορεί να μη το βρεις ποτέ
ή να ταλαιπωρηθείς τόσο
μέχρι να το αποκτήσεις
που η χαρά με την οποία περίμενες
να πλημμυρίσει η ψυχή σου
όταν αυτό θα συνέβαινε
να είναι μικρότερη από τις χαρές
που πάντα υποτιμούσες

Η ΠΙΣΤΗ

Η πίστη είναι ο Θεός
η πίστη στη ζωή είναι η ευλογία
η πίστη στη φύση είναι ο παράδεισος
η πίστη στον εαυτό σου είναι η δύναμη
η πίστη στο τέλειο είναι η έμπνευση
η πίστη στην ίαση είναι η θεραπεία
η πίστη στο αύριο είναι το ξημέρωμα
η πίστη στο άπιαστο είναι ο έρωτας
η πίστη στον άνθρωπο είναι η ειρήνη
η πίστη στο θάνατο είναι ο πόλεμος
η πίστη στα μάτια σου είναι η ομορφιά
η πίστη στο χρόνο είναι η ακρίβεια
η πίστη στο όνειρο είναι η ελπίδα
η πίστη στην ιστορία είναι η πιθανότητα
η πίστη στο άγνωστο είναι το ταξίδι
η πίστη στο ξάφνιασμα είναι το παιχνίδι
η πίστη είναι ο Θεός
η πίστη είναι ο Θεός

VIRTUAL ΚΑΡΙΕΡΑ

Σ ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης εικονικό
για μουσικούς και στιχουργούς με πληγωμένο εγώ
αναζητάμε της ασφάλειας την παραίσθηση
το χειροκρότημα, το σχόλιο, την ψευδαίσθηση

Αφού ο κόσμος έξω δεν μας δίνει αναπνοή
ας καταπίνει ο καθένας του άλλου την πνοή
κι ας λειτουργούμε σαν κοινότητα αυτιστικών
με μια επίπλαστη ταυτότητα δημιουργών

Αρχαιολόγοι, ιστορικοί του μέλλοντος Δρυίδες
στου ίντερνετ θα σκάβουνε τις μουσικές σελίδες

Θα παίξω εγώ το ρόλο σήμερα του στιχουργού
κι εσύ να βάλεις το μπλουζάκι του πιστού κοινού
κι όταν θα έρθει η σειρά σου για να εκφραστείς
θα γίνω με την άδειά σου μέγας θαυμαστής.

Αυτό που θέλω για εμένα, ήχε της σιωπής
να γίνω διάσημη περσόνα κι όχι ποιητής
είναι ο στίχος η αφορμή για να αναδυθώ
να πάρω πόζα καλλιτέχνη, να φωτογραφηθώ

Αρχαιολόγοι, ιστορικοί του μέλλοντος Δρυίδες
στου ίντερνετ θα σκάβουνε τις μουσικές σελίδες

Η αρχαία Ελλάδα ξεθυμαίνει μέσα στην σιωπή
στο αρχαίο ίντερνετ, θα λένε, οι μελλοντικοί
έκαναν Virtual καριέρα με αποδοχή
"ήτανε πράγματι οι αρχαίοι στο ίντερνετ σοφοί"

ΞΕΧΑΣΜΕΝΑ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΑ

Σπίτι παλιό ερειπωμένο
των παιδικών μου χρόνων
που όταν έπιανε η νύχτα
πάντα εγώ θα σε πλησίαζα

όταν ησύχαζε η γειτονιά
απ’ των παιδιών τα κλάματα
με τα γόνατα ψημένα
από του δρόμου την τριβή

σα μυρωδιά κτισμένη
με σκόνη κι άλλα πνεύματα
που δε μίλαγαν για ώρα
όταν μ’ έβλεπαν να κρύβομαι

κάτω απ’ το κάδρο του παππού
και της γιαγιάς το κέντημα
ώσπου να δω σε μια γωνιά
δύο γαλάζια βλέφαρα

ένα κορίτσι που ποτέ
τα μάτια μου δεν άγγιξαν
και ο θυμός της μοιρασιάς
έγινε αγάπη αμόλυντη

που στρίγγλισε σαν άγγιξε
βαθιά μου ερωτήματα
τι γίνανε οι άνθρωποι
που κρέμονται στους τοίχους;

κι αν τούτα τα περάσματα
θυμούνται ακόμα άνθρωποι
που ζούνε κι αναπαύονται
σε σπίτια δίχως σκόνη

κι αν μόνο το εγκατέλειψαν
ή έχουνε πεθάνει
και τό’ χουνε σα στέγη τους
φαντάσματα του δρόμου

κι αν είναι επικίνδυνο
πως λένε οι μανάδες
γιατί κοιμούνται μέσα του
ανώμαλοι και ξένοι

ή είναι απλά η καλύτερη
κρυψώνα στο κρυφτό τους
και σ΄όλα αυτά απάντησα
με μια φωτογραφία
που μ’ έδειχνε πεντάχρονο
μπροστά σε μία λεύκα

στο κομοδίνο πού’ μαθα
να πιάνω το μολύβι
και μέχρι εκεί δεχόμουνα
να φτάσω για την ώρα

στην άγρια ερώτηση
“γιατί δεν τη μαζεύεις;”
απάντησε σαν όνειρο
βαθύ απ’ την πλατεία

μία φωνή μακάρια
να λέει ξελευθερία
κι αυτό που αισθανόμουνα
το ξέθαψαν τα λόγια
όταν μετά συνήθιζα
ν΄αφήνω ξεχασμένα
ασήμαντα αντικείμενα
για να ξαναγυρνάω
γιατί υπάρχουν άρρωστες
πτυχές της ιστορίας
κεφάλαια απόκληρα
γραμμένα σ’ άσπρη σκόνη
σαν κάποια απ’ τα ζητήματα
που δεν ξεκαθαρίζουν
γιατί σου δίνουν μέθοδο
οι χαμένες υποθέσεις

Ο ΣΦΟΥΓΓΑΡΑΣ

Οι γέροντες στο Βόσπορο
σου μύριζαν τα χέρια
αν ήσουν άνθρωπος της γης
και της αιώνιας τριβής
ή αν σκεφτόσουνα πολύ
κοιτάζοντας τ’ αστέρια
γνωρίζοντας πολύ καλά
τη γλώσσα της σιωπής.
Μ’ έναν λυγμό και μια ρακή
γίνονταν δράκοι και σοφοί.
Και γω, χαρά μου, εγνώρισα
μια νύχτα έναν τέτοιο
που λόγια μου εμπιστεύτηκε
σοφά και αλμυρά
αφού στα μάτια μου έψαξε
φουρτούνες και ταξίδια
σε παγωμένες θάλασσες
και σε ζεστά κορμιά.
Οι γέροντες στο Βόσπορο
σου λένε την αλήθεια
γι αυτό οι νέοι σκιάζονται
το γέρο σφουγγαρά
που τού’ πα: «καλοστέκεσαι,
δε δείχνεις ούτε εξήντα»
κι αυτός γοργά απάντησε
με μια μεταφορά
σαν μού ΄πε: «γιε μου πράγματι,
δεν είμαι ούτε πενήντα
μα βούταγα απ’ τα δέκα μου
στα μαύρα τα νερά».

ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ ΜΟΥ

Στην ανάσα σου γέρασα κόμισσα τυφλή
σε έναν καλόγερο κρεμάστηκα ζωής
στις στροφορμές, της ανάμνησης, το ερείπιο
πάλι σε αγγίζω με μιας μέλισσας ψυχή

Μωβ συνταγές στο κρυστάλλινο δάπεδο
απαλλαγών και απαρέγκλιτες δεσμεύσεις
φυλλοβολή στο σκαμμένο σου ηλιοτρόπιο
κάψε το όπιο, να πάψουν οι κραυγές

Πέρνα όπως φεύγεις, όπως πεθαίνεις, κι ότι ώρα θέλεις εσύ, να αγκαλιαστούμε, να σκορπιστούμε
στις τέφρες του ζεστού χειμώνα,
κάθε νεκρός, πάντα μαζί του σέρνει, τον αρχαίο βασιλιά της Αιγύπτου και πέντε έξι ακόμα αγαπημένους υπηρέτες της απουσίας του, ζωντανούς, ζωντανούς- νεκρούς, νεκρούς-ζωντανούς, που πρώτοι ανασταίνονται κάθε πρωϊ και το βράδυ πάλι αργά, πρώτοι υπηρετούν την ασημένια σκονισμένη πέτρα στο υπόγειο ατομικό ακρωτήρι...

Με βαραίνουν πεπραγμένα που δεν σηκώνονται
και πεπρωμένα από άρρωστο αιώνα, αμίλητο, ακούνητα πεπρωμένα,
μέτρα μου τον πυρετό της άνοιξης, στο φαιό μαντήλι σου
και σφούγγισε τη θλίψη απ τα μέτρια τα ύψη, του δίχως εσένα
Φως, βουνά, καμένα ελάφια,
φυτρώνουν πεταλούδες στα χωράφια, όλο σάρκα
και δελφίνια από κρέας σόγιας, χοροπηδούνε στους ωκεανούς,
σώζοντας από τους κυνηγούς, καρχαρίες και σελάχια
Ο κόσμος περιδιαβαίνει σαν ελεγεία που δεν μπορεί να βυθιστεί
με δόντι αστραφτερό από την άγρια σαπίλα του φόρου πολυτελείας
Υποτονικά περάσματα, ξεπερασμένα, ελλόγιμα, φωτισμοί
που λιγοστεύουν την ανούσια απόγνωση
και νοστιμίζουν τους σαρκώδεις χυμούς των σκουπιδιών
οι κυρτές των μαχαιριών, αυτό είναι το μέλλον του θανάτου μου
Για του ανθρώπου, ποιος μπορεί να φανταστεί;

Να είσαι ναύτης σ ένα όνειρο νεκρού στα 1930
ή ένας φυλακισμένος στρατιώτης στην αφανισμένη Μαδρίτη;
και να ξεγελάς λίγο την επιστήμη ;
ή, μήπως, να σε βοηθάει
ένας πλαστικός επιστήμονας να γερνάς,
προσθέτοντας σου ρυτίδες, εκεί που δεν είχες
και ονειρευόσουν πάντα να αποκτήσεις;

ΤΟ ΣΑΛΙ

Υπάρχεις μέσα μου ακόμα
σαν το κόκκινο σάλι
που αφήνει ενέχυρο
ο ήλιος στον ουρανό όταν δύει
και χαρτοπαίζει με τους πλανήτες
σ’ ένα σκοτεινό τραπέζι
για να το πάρει πάλι πίσω
ρισκάροντας αυτό που αγαπάει
για να το αποκτήσει περισσότερο
και σαν αφιέρωμα που επιστρέφεται
σ’ έναν αμαρτωλό πιστό
κι εκείνος το πετάει θυμωμένος
στο δαίμονα που ζητιανεύει
μπροστά στην πηγή του ναού
ψιθυρίζοντας, πως το μόνο που
του απομένει πια είναι
το βαρετό φως του μεσημεριού .

FUCK OFF ΓΚΟΡΜΠΑΤΣΟΦ

Έλα ν ακούσουμε μαζί την ιστορία, Βλαντιμίρ
να βρούμε που είναι η προβοκάτσια κι η αλήθεια
εσύ που το άπειρο σχεδίασες κοιτώντας το ναδίρ
μου λες πως δικαιώνει ο αγώνας τα συντρίμμια;

Έλα ν ακούσουμε μαζί την ιστορία, Ιωσήφ
μα με ντροπιάζουν τα αγάλματα, οι δίκες και οι διώξεις
ευθύνεσαι που σήμερα έχει συσχετιστεί
η πρώτη επανάσταση με δικτατόρων όψεις

Έλα ν ακούσουμε μαζί την ιστορία, Μιχαήλ
κερνάω πίτσα, κόκα κόλα και συμπόνια
λένε πως έβαλες μια μπούργκα στην καινούργια απειλή
και πως παρέδωσες την μάχη την αιώνια

ΠΑΡΕ ΦΟΡΑ ΚΑΙ ΠΗΔΑ

Δεν είναι μικρό, αυτό που πετούν
δεν είναι μεγάλο, αυτό που λατρεύουν
κι αυτό που τα πλήθη συχνά υποτιμούν
το παίρνουν οι λίγοι και το εκτοξεύουν

της διαδρομής σου να γίνεις το τέρμα
γιατί είσαι η μόνη που έχεις ελπίδα
γι αυτό… να σε σπρώξει αν δεν έχεις κανένα
κλείσε τα μάτια, πάρε φόρα και πήδα

Δεν είναι γκρεμός, αυτό που κοιτάς
και ρέμα δεν είναι αυτό που φοβάσαι
το στοίχημα είναι να ξέρεις που πας
χωρίς να λυγίζεις και ν αυταπατάσαι

της διαδρομής σου να γίνεις το τέρμα
γιατί είσαι η μόνη που έχεις ελπίδα
γι αυτό... να σε σπρώξει αν δεν έχεις κανένα
κλείσε τα μάτια, πάρε φόρα και πήδα

ΑΛ ΓΚΟΡ

Φαντάζομαι τον Μπους να χάνει για μια ψήφο
στις εκλογές του 2.000
και να αρχίζει μια καμπάνια με ένα στίχο
για του πλανήτη τους μπελάδες

Να μας μιλάει για τους πάγους, νά ναι Μάης
και για του Κιότο τους καυγάδες
να έχει πλάι του, τον Ράμσφελντ και την Ράις
και τους πιο διάσημους ροκάδες.

Να μας φωνάζει ο Μπους: "Ξυπνήστε κοιμισμένοι
σε λίγο χάνεται η γη μας"
και μεις από το διοξείδιο εθισμένοι
να λέμε: "Μπράβο είσαι μαζί μας"

Φαντάζομαι τον Μπους με πράσινο γιλέκο
και τη γροθιά του στον αέρα
με μια κονκάρδα Τσε Γκεβάρα στο ένα πέτο
και τους U2 λίγο πιο πέρα

Να εκλιπαρεί να περιορίσουμε τους ρύπους
και τις σπατάλες τις μεγάλες
να λυπηθούμε τα δελφίνια και τους λύκους
μα όχι τις πλούσιες κουφάλες

Φαντάζομαι τον Μπους να χάνει για μια ψήφο
τις εκλογές του 2.000
και να αρχίζει μια καμπάνια με ένα στίχο
για του πλανήτη τους μπελάδες

Μπορώ ακόμα με λιγάκι δυσκολία
να φανταστώ μια νέα τάξη
να κατεβαίνεις για καφέ στην παραλία
χωρίς να παίρνεις το αμάξι

Μα δε μπορώ να φανταστώ ούτε γι αστείο
έναν ευαίσθητο Αλ Γκορ στο οβάλ γραφείο
μα δεν μπορώ να φανταστώ, ούτε γι αστείο
έναν ευαίσθητο Αλ Γκορ στο οβάλ γραφείο

ΣΤΗΝ ΑΚΡΗ ΤΟΥ ΔΡΟΜΟΥ

Το καλό και το κακό
θα υπάρχουνε μαζί
στον αγώνα του αιώνιου αντιπάλου
το καλό και το κακό
θα υπάρχουν στη ζωή
σαν απόδειξη κι εξήγηση του άλλου

Στην άκρη του δρόμου που τρέχει να μείνεις
μονάχα η ζωή θα σου πει τι θα γίνεις
να ψάξεις βαθιά σου να βρεις ηρεμία
να βγεις απ το πλήθος, ν αλλάξεις πορεία

Το καλό και το κακό
είναι πόρτες πλαϊνές
που ανοίγουνε η μια πάνω στην άλλη
το καλό και το κακό
είναι δυο επιλογές
που δεν έχουνε απόσταση μεγάλη

Στην άκρη του δρόμου που τρέχει να μείνεις
μονάχα η ζωή θα σου πει τι θα γίνεις
να ψάξεις βαθιά σου να βρεις ηρεμία
να βγεις απ το πλήθος, ν αλλάξεις πορεία

ΒΡΩΜΙΚΟΣ ΥΠΝΟΣ

Πλάι στο κύμα δες γεννάει η ελπίδα
δυο κουταβάκια μισότυφλα
το ένα η αγάπη, το άλλο του μήνα
τα προς το ζην, βγήκαν σώνικα

Βούλωσαν οι υδρορροές του μυαλού μου
κι έχουν μπλοκάρει τα αδιέξοδα
βρήκα ζωή και νερό στου κενού μου
τα μικροκβάζαρ τα ατελέσφορα

Βρώμικος ύπνος, φαύλος κύκλος ζητιάνων
το χρονικό ψευδής κατεύθυνσης
όρμηξε ο λύκος πα στο αίμα των ταύρων
της πληγωμένης χειραφέτησης

Ώσπου να πεις "ταχυδρόμος" σε φτάνει
τα άγριο μαντάτο της απόλυσης
ευελιξία, το καρότο φυντάνι
το υποκείμενο είσαι όχλησης

Τίποτα δε σου απαντούν, δε σου δίνουν
κι όμως αισθάνεσαι υποχρέωση
σου κόβουν κλήση για να δεις πως στη σβήνουν
όταν ζητούν επιβεβαίωση

COLLEGE


Για περίπου δύο ημέρες, ένα ελαφρύ εγκεφαλικό επεισόδιο παρέλυσε μεγάλο μέρος του σώματος του κυρίου Μ. Πιο συγκεκριμένα, παρέλυσε το δεξί του αυτί, το δεξί του μάτι, το δεξί του χέρι, το δεξί του πόδι, όλη τη ΔΕΞΙΑ του πλευρά με λίγα λόγια. Μάλιστα, για 48 ώρες έγινε και πολέμιος της αναγνώρισης των ιδιωτικών κολεγίων στην Ελλάδα!

Πέμπτη, 25 Φεβρουαρίου 2010

ΓΕΦΥΡΟΠΟΙΟΣ

Η μάνα του, καθάριζε τη νύχτα το τραπέζι
Χριστούγεννα του 68 , μ ένα ρομάντζο ανοιχτό, και το πικάπ να παίζει

Ο πιτσιρίκος έβρεξε και πάλι το κρεβάτι,
"ποτέ ξανά", ορκίστηκε και απ την ντροπή βυθίστηκε σε άγρυπνο εφιάλτη

Κοντά στα ξημερώματα φωτιές τον πλησιάσαν
του Φρόιντ τα κυκλώματα, σαδομαζοχιζόματα, τυφλές τον ξεματιάζαν

Ο πιτσιρίκος τρόμαξε απ την καιροσκοπία
που έκρυβε το όνειρο, και λούστηκε στο κώνειο, του ιδρώτα τη χημεία

Προσπάθησε χαράματα τα μάτια του ν ανοίξει
μα εκείνα λες σφραγίστηκαν, σαν ύπνο να ορκίστηκαν, αιώνιο να σφίξει

Κλεισμένος στο αμπάρι , του μισάνοιχτου μυαλού του
ο πιτσιρίκος φώναξε: "ξυπνήστε με", και όρμηξε, στη θάλασσα του νου του

"Τα κάστρα των ονείρων μας γκρεμίζονται από μέσα"
μία φωνή του μήνυσε, μα ο μικρός κοκκίνισε, και κρύφτηκε στην πρέσα

Στην εφηβεία χάλαγε του σύμπαντος προσμίξεις
και στο στρατό κατάλαβε, πως ότι κι αν μετάλαβε του έφερνε αντενδείξεις…

Επαναστάτης ένιωσε κι ο γεφυροποιός
που δυο πατρίδες ένωσε και από φαρμάκι εκκένωσε τις μνήμες των Κολχόζ

Παντρεύτηκε και σκόρπισε στον κόσμο του γουρούνια
που υπηρέτησαν φετίχ και μια αρχέτυπη Ιουδήθ με κοφτερά τακούνια

Σαν γέρασε τον πέταξαν οι γιοι του σε μιαν άκρη
και τον μυρίσανε οι εχθροί, λίγο πριν αποσυντεθεί, στο νεκρικό κρεβάτι

Με αγωνία ανέλυσε τον θάνατο σαν έλος
μα η πόρτα που άνοιξε, μικρό, τον έβγαλε στο 68, των Χριστουγέννων τέλος

Αυτό που ζούμε σήμερα δεν έχει ιστορία
μας ονειρεύεται ο θεός, κι όσοι πεθαίνουνε στο φως, ξυπνούν των 13

ΓΙΑΤΙ ΚΛΑΕΙ Ο ΔΗΜΟΣΚΟΠΟΣ;

Γεια σου φίλε δημοσκόπε
φοβερέ ερευνητή
το σφυγμό μου ήρθες να πάρεις
μα από χρόνια έχει χαθεί

Είχα κάποτε ένα φίλο
δεξιό κομμουνιστή
που τα έφτιαξε με σκύλο
κι από τότε έχει χαθεί

Γιατί κλαίει ο δημοσκόπος
κάθε βράδυ με λυγμούς;
μήπως φταίει αυτός ο τόπος
ή του Έλληνα ο νους;

Είχα κι ένα θείο Χιώτη
παπαντάμ Βασιλικό
που τον έλεγε προδότη
η γυναίκα του η Σμαρώ

Μα όταν ήρθε το 80
και μεγάλωσε η βουλή
τα σκυλιά τους βγάλαν βόλτα
και ψηφίσαν αλλαγή.

Γιατί κλαίει ο δημοσκόπος
κάθε βράδυ με λυγμούς;
μήπως φταίει αυτός ο τόπος
ή του Έλληνα ο νους;

Εγώ ψήφιζα Ανδρέα
και μετά Συνασπισμό
μα με έπεισε η παρέα
κι είπα: ζήτω στον ψηλό.

Όταν βγήκε ο Σημίτης
είπα: να, ένας ευθύς
τον ψηφίζω μέχρι νά ρθει
πάλι ένας Καραμανλής

Γιατί κλαίει ο δημοσκόπος
κάθε βράδυ με λυγμούς;
μήπως φταίει αυτός ο τόπος
ή του Έλληνα ο νους;

Άσε πέρα τα χαρτιά σου
έχω τόσα να σου πω
δε μ αρέσει η δουλειά σου
και θα σου εξηγηθώ

Με ρωτάς κι αμέσως δίνεις
την απάντηση εσύ
ξέρεις τι να μου προτείνεις
και τι θέλεις ν ακουστεί

Γιατί κλαίει ο δημοσκόπος
κάθε βράδυ με λυγμούς;
μήπως φταίει αυτός ο τόπος
ή του Έλληνα ο νους;

ΒΡΙΚΟΛΑΚΕΣ

Δύο πούλμαν σταμάτησαν στο ίδιο φανάρι
κι οι σοφέρ τους ξεκίνησαν κουβέντα μικρή
στο ένα, καλεσμένοι γάμου, χόρευαν κεφάτοι
στο άλλο, μάρτυρες κηδείας πριν την τελετή

Λίγο πριν ανάψει πράσινο ξανά κοιτάχτηκαν
Σα να λέγανε: πως τα φέρνει βρε έτσι η στιγμή
οι "δικοί" μου, το γλεντούν, που απ το θάνατο σκιάχτηκαν
κι οι δικοί σου τρομαγμένοι απ τη χαρά της ζωής

Τόλμησε να πεις κουβέντες που δεν εξαρθρώθηκαν
να πληγώσεις τις πατέντες που έχουν γραφτεί
πάνε ένα βήμα πέρα απ όσα ειπώθηκαν
και από όσα ο αρχαίος δεν είχε σκεφτεί

Μην αφήσεις τον θεό, να μιλήσει απ το στόμα σου
ούτε τον σοφό του κόσμου που φλύαρα ζει
ζω, σημαίνει ξεχωρίζω, σε μια θάλασσα "γνώριμου"
την σχεδόν αλλοιωμένη δική μου φωνή

Δεν θα αφήσω να μιλήσει κανείς απ το στόμα μου
πεθαμένος ποιητής, του "αιώνιου" χαφιές
σαν βρικόλακες που ζουν από την σταγόνα μου
πίνοντας αντί για αίμα τις δικές μας φωνές…..

ESPERANZA

Το βλέμμα ψάχνει στους αγρούς τη άρπα μιας κοπέλας
και συναντά τους ξυλουργούς της ηλιακής ομπρέλας
ξεβράζει η θάλασσα αρμούς και χνώτα περιστέρας
τελειώνει ο αιθέρας και εφιάλτες φτιάχνει ο νους

Στων αγγέλων της πόλης, τα μαλλιά,
μπλέχτηκε μια ακτίνα υπέρυθρη
στη Σαμπάλα βουίζουν τα νερά
και ο αφέντης θέλει τη λίμνη ανέγγιχτη

Οι σταγόνες της, ραντίζουν, τώρα, τον ουρανό
ξέχασαν τη βαρύτητα και το θεό
για λούτρινα αρκουδάκια είχαν καιρό
αγάπησαν και ξέχασαν το βάρος τους
αγνάντιο από παράθυρο κρυφό, κοίτα, γιαλός, το θάρρος τους

Σαλπάρει στις εννιά το μαύρο πλοίο
μα ο καπετάνιος, με οιωνό, μήνυμα τρόμου έλαβε
ένα γεράκι στοιχειωμένο το ναυάγιο ανέβαλε
με πτήση χαμηλή, κάτω από τα κονκόρντ

Στο κατάστρωμα μαζί μου ξενύχτισε
κάτω από το καθρέφτισμα των άστρων,
κοίταξε τα μαύρα φύκια των καημών
στων δελφινιών το ράστερ και είπε:

"'Άκου μαζί μου της ψυχής τη σιγαλιά
η Αμερική κοιμάται, το Λονδίνο ξυπνά,
επίγνωση ή τρέλα; δόξα τω θεώ, που φύλαξα σ ετούτη τη σκοπιά
η θέα της καταστροφής, είναι το νόημα της ζωής, ξανά".

Τα καμάκια της μνήμης κι οι ψησταριές τις επιστήμης
Ρίξτε αλάτι στις αποθήκες, βγάλτε του μέλλοντος τις ωοθήκες

Τι κέρδος φέρνει η ασχήμια
Νεκρά, κρεμάμενα δελφίνια
μαρτύρια σπέρνει ο άτρωτος στη γη
κι άστρο νεκρό μας οδηγεί

Ακούω ξανά τη θάλασσα και την οικολογία
σαν μια σοφή γερόντισσα να ορίζει την αξία:
"να φτάνεις στο αδύνατο, στην τέλεια ευτυχία
πατώντας σε μια ανύπαρκτη, μηδαμινή ευκαιρία"

Η ΑΙΡΕΣΗ

Μου λες πως είσαι μέλος σε μιαν αίρεση
που δεν σου επιτρέπει να ερωτεύεσαι
μαζί μου όμως θα κάνεις μιαν εξαίρεση
να μάθεις τη ζωή σου να τη χαίρεσαι

Μου λες πως είσαι μέλος σε μιαν αίρεση
και την Καινή Διαθήκη που "βλεφάρισα"
μου κάνεις δώρο με μιαν αφιέρωση:
"να σβήσω κάθε πάθος" και "σαλτάρισα"

Πες μου τι πιστεύεις, να το ασπαστώ
πες μου ποια θρησκεία να απαρνηθώ
σε ποιαν αυθεντία να υποχρεωθώ
δως μου μια ευκαιρία να σε ξαναδώ…

Εγώ σε βλέπω ερωτικά κι εσύ προσηλυτιστικά
εγώ σε βλέπω αμαρτωλά κι εσύ με μάτια παιδικά……


Μου λες πως είσαι μέλος σε μιαν αίρεση
που κάθε Κυριακή εξαϋλώνεται
μωρό μου, αν έχω κάνει, μια υπεξαίρεση
γνωρίζεις, αν αυτό, κάπως μπαλώνεται;

Μου λες πως είσαι μέλος σε μια αίρεση
που λέει ότι: ο θεός βαρέθηκε
και η ξεκούραση από εξαίρεση
θα γίνει ο κανόνας, προφητεύθηκε

Πες μου τι πιστεύεις, να το ασπαστώ
πες μου ποια θρησκεία να απαρνηθώ
σε ποιαν αυθεντία να υποχρεωθώ
δως μου μια ευκαιρία να σε ξαναδώ…

Εγώ σε βλέπω ερωτικά κι εσύ προσηλυτιστικά
εγώ σε βλέπω αμαρτωλά κι εσύ με μάτια παιδικά…….

Η ΒΟΛΤΑ

Πως αναβοσβήνουνε τα φώτα
των μεγάλων πολυεθνικών
μία προσφορά αυτή η βόλτα
των ξενυχτισμένων χορηγών

Βλέπω τον περιπτερά σκυμμένο
σαν φαντάρο πριν την αλλαγή
σαν να τον ξεχάσαν νυσταγμένο
γι άλλο ένα νούμερο σερί

Η μάνα μου ήτανε να δεις μια θάλασσα υπομονής
που οι συμβουλές της, μ άφηναν εκτός της εποχής
ο γέρος μου απ την αρχή, ένα ποτάμι ανοχή
τα λόγια του, όμως, είχανε, στο χρόνο αντοχή

Μάζεψε ο Δήμος τα αποφάγια
και ο νταβατζής τα χρονικά
μέσα στις αγάπης την ορφάνια
λάτρεψα μια πόρνη που γερνά

Τσίριξαν με λύσσα τα γεράνια
στρέβλωσε το βλέμμα μου η χαρά
γέμισα το πάτωμα κοτσάνια
και την αρετή με κοπριά

700

Αν σε πιάσει ένα συνάχι
έξω απ το χρηματιστήριο
να το κρύψεις γιατί θά χει
επιπτώσεις στην υφήλιο

Αν σε βλέπει στο Παγκράτι
μία κάμερα με νόημα
η πουτάνα έχει ένα μάτι
που ματιάζει και το φρόνημα

Στον ελεύθερό μου χρόνο
τείνω δάχτυλο στο διάστημα
κατασκόπους φακελώνω
δορυφόρους κι άλλα βλάσφημα

Βλέπω φως στις εκκλησίες
και φυσάω το κεράκι μου
σβήνω φλόγες κι αγωνίες
κι απ τους άγιους το φιλάκι μου

Για να μη με κοροϊδέψει
της βενζίνης ο χονδρέμπορος
λέω έξι έξι έξι
ήταν πάντα χοντροκέφαλος

Στων δισκάδικων τα ράφια
κάνω μάρκετινγκ και έλεγχο
κι όσα παίζουνε τα ράδια
κρύβω πίσω από το έντεχνο

Στην γενιά των χρεωμένων
βασιλεύει ο κοντόφθαλμος
οικογένειες διχασμένων
και ανένδοτος υπόγειος

Λέω δυο φορές τη μέρα
Θερμοκήπιο, Γκουαντάναμο
σαν τρελό, στα ξεχασμένα
εγερτήριο στο θάλαμο.

Την ψυχή του μου κολλάει
αντί ένσημα ο διάβολος
ξανανιώνει όταν γερνάει
και ασφαλίζεται αρχάγγελος

Αν μπορέσεις να μου δώσεις
μια ελπίδα, σ ερωτεύομαι
μα αν γυρεύεις αποδόσεις
υψηλές, διαπραγματεύομαι

Η ΔΙΑΘΗΚΗ ΕΝΟΣ ΚΟΜΑΝΤΟ

Τα στιχάκια που διαβάζεις είναι σαστισμένα
σαν διαθήκη ενός κομάντο πριν το θάνατο
θα ζωστώ με τα τραγούδια μου τ απελπισμένα
και θα μπω σε μια εταιρεία ν ανατιναχτώ

Θα διακόψουνε το πρόγραμμα και την ταινία
για ένα έκτακτο δελτίο, μια καταστροφή
οι ρεπόρτερ θα φροντίσουν για την υστερία
για το φόβο που καλύπτει ό,τι πρέπει ν ακουστεί

Θα κληθούν εμπειρογνώμονες από τα ξένα
δημοσιογράφοι, κήνσορες, παραγωγοί
στα ευρήματα θα βρούνε λόγια στοιχειωμένα
και θα πουν: "ήτανε πράξη τρομοκρατική"

Θα αρχίσουνε εφόδους στα συννεφιασμένα
νοικιασμένα διαμερίσματα των ποιητών
τους εχθρούς θα συλλαμβάνουν ένανε προς έναν
των ανόητων ασμάτων των "πολιτικά ορθών"

Τα προβλήματά μου είναι κατοχυρωμένα
με μια πράξη συμβολαιογραφική
όμως άμα μου τα κλέψεις θα χαρώ για σένα
θά χεις κάνει μία πράξη εξαιρετική….

Η ΜΑΣΕΡ

Μου τα είπαν στο ασανσέρ
για τη νέα την μασέρ
πως τα χέρια της αγγίζουν σαν μαχαίρια
κουβαλάει τεχνική
απ την πρώτη εθνική
και κοντέψαμε να έρθουμε στα χέρια

βρε κορίτσι μου σιγά
θα μου σπάσεις τα πλευρά
εγώ θέλω μουσική, ρυθμό και χάδι
θέλω άγγιγμα ζεστό
κι όχι θεραπευτικό
έχω "αγώνα" σήμερα το βράδυ

Μου τα είπαν στο ασανσέρ
για τη νέα τη μασέρ
που από χθες στο γυμναστήριο δουλεύει
μα δεν ξέρει ο εραστής
και ο ποδοσφαιριστής
που διαφέρουν κι ο καθένας τι γυρεύει

βρε κορίτσι μου σιγά
θα μου σπάσεις τα πλευρά
εγώ θέλω μουσική, ρυθμό και χάδι
θέλω άγγιγμα ζεστό
κι όχι θεραπευτικό
έχω "αγώνα" σήμερα το βράδυ

ΜΠΑΛΑ

Χάρισαν μια μπάλα
σ ένα μικρό παιδί
και την ερωτεύθηκε
έγινε η δασκάλα
η μάνα κι αδελφή
και μαζί της κλέφτηκε

Τού φερνε αγάπη
κλώτσαγε καλά
μα όταν ξεμαγεύτηκε
του άνοιξε βαθιά του
ένα σωρό κενά
κι απογοητεύτηκε

Δεκαπέντε χρόνια
λάθος διαδρομή
κι όμως διορθώνεται
αν αυτό το δώρο
πάλι επιστραφεί
η παρτίδα σώζεται

Γέμισε εμπειρίες
έμαθε πολλά
ξαναερωτεύθηκε
μα έτρεμε να δώσει
δώρα σε παιδιά
Δαναών που δέχτηκε

Το πρώτο βήμα είναι ο μισός ο πόνος
το δεύτερο ο άλλος ο μισός
μα σαν τελειώσει η διαδρομή αρχίζει ο δρόμος
του ταξιδιού που περιμέναμε αλλιώς

Το όνειρο που ήταν μία αυταπάτη
ένα παιχνίδισμα απ τα τόσα του μυαλού
καλοστημένη από μέσα μας απάτη
μία Οδύσσεια στα πέριξ του γραφτού

Η ΠΙΟ ΜΕΓΑΛΗ ΤΙΜΩΡΙΑ

Άραγε ζω μες στη ζωή μου
ή κάποιου άλλου έχω κλέψει;
κι εκείνος μέσα στη δική μου
ποιον προσπαθεί να κοροϊδέψει;

Μήπως κρατάει τα κλειδιά μου
και μπαίνω πάντα απ το μπαλκόνι;
μήπως γουστάρει τη δουλειά μου
κι αυτά που ήθελα πληγώνει;

Ή μήπως έπεσα για ύπνο
κάπου κοντά στα 18 μου
γιατί δεν άντεχα να εκλείπω
και να μου κλέβουν τα όνειρό μου;
ή μήπως έπεσα για ύπνο
κι όταν πεθάνω θα ξυπνήσω
στης εφηβείας μου το δείπνο
που τόσο ήθελα ν αφήσω;

Άραγε ζω μες στη ζωή μου
ή κάποιο ζάρι μου χαμένο
έχει αλλάξει την τροπή μου
και της ψυχής μου το γραμμένο;

Κι άμα ποτέ τη συναντήσω
σε κάποιου άλλου την ανία
θα χω αλλάξει ή θα ζήσω
την πιο μεγάλη τιμωρία;

Η ΞΑΝΘΗ ΤΗΣ ΒΡΟΧΗΣ

Απόψε θα φουμάρω
το πρώτο σου τσιγάρο
σαν τον παλιό φαντάρο
στο άδειο ΚΨΜ

Μαζί σου θα σαλπάρω
ταξίδι ως την Πάρο
που έφτασε το τέλος
στην εξεταστική

Στου Γκαϊφύλλια έψαχνες να βρεις
τραγούδια από τη "Σκάλα του Μιλάνου"
και σού λεγε στην "Ξάνθη της Βροχής":
"χωρίς τον Καζαντζίδη δεν μπορείς
να μπεις με στην ψυχή του Άκη Πάνου"

Απόψε θα αγιάσω
αν δεν σε αγκαλιάσω
στα σύννεφα θα φτάσω
στ αστέρια να δεθώ

Χρειάζεται φεγγάρι
για να μου γίνει η χάρη
θα στείλω τον Βαρδάρη
ν' ανοίξει ουρανό

Στου Γκαϊφύλλια έψαχνες να βρεις
τραγούδια από τη "Σκάλα του Μιλάνου"
και σού λεγε στην "Ξάνθη της Βροχής":
"χωρίς τον Καζαντζίδη δεν μπορείς
να μπεις με στην ψυχή του Άκη Πάνου"

Η ΣΤΙΓΜΗ

Όσα φέρνει, φίλε μου, η στιγμή
δεν τα φέρνει ολόκληρη η ζωή
«πυρ, γυνή και θάλασσα « μου είπες «να φοβάσαι»
μα εγώ φοβάμαι μόνο αυτή

Τόλμησαν και είπαν σ αγαπώ
δύο φίλοι στο ίδιο θηλυκό
δίχως να γνωρίζουμε, τον καημό του άλλου
δέσαμε τον «γόρδιο δεσμό»

Μπροστά σε έναν έρωτα αυτοσχέδιο
παλέψαμε κι οι δυο τις ενοχές μας
διασχίσαμε το ίδιο ναρκοπέδιο
μα σώθηκε η φιλία κι οι αρχές μας

Όσα φέρνει , φίλε, το φιλί
δεν τα φέρνουν χίλιοι κεραυνοί
στον θεό που πίστευες, παύεις να πιστεύεις
και στην μετά-έρωτα ζωή

Τόλμησαν και είπαν «ως εδώ»
δύο φίλοι στο ίδιο θηλυκό
κι αν ερωτευτήκανε, σφίξαν την καρδιά τους
κι έβαλαν ψηλά τον αδερφό

Μπροστά σε έναν έρωτα αυτοσχέδιο
παλέψαμε κι οι δυο τις ενοχές μας
διασχίσαμε το ίδιο ναρκοπέδιο
μα σώθηκε η φιλία κι οι αρχές μας

ΒΑΝΕΣΑ

Πάντα επιστρέφω εδώ πριν το ξημέρωμα
για την κρυφή χαρά που πέφτει λιγωμένη
από το βίαιο της ανάγκης το ημέρωμα
μ ένα φορτίο από φροντίδα επωμισμένη

θαρρώ και θάνατος κι αγάπη σε συντρόφευσαν
δύο πηγές αντικριστές δροσιά σκορπούσαν
η μια στα μάτια που οι πόνοι δεν ενόθευσαν
η άλλη στ άδυτα που ελεύθερα πατούσαν

διψώ το βλέμμα σου, τα χείλη μας που σμίγουνε
κι αναβοσβήνουν τον αόρατο αναπτήρα
φυσώ αγάπη στα πνευμόνια σου που ανοίγουνε
ό,τι σου δίνω από εσένανε το πήρα

θαρρώ πως φεύγω για να νιώσω ότι δένομαι
και επιστρέφω για να σε υποχρεώσω
Βανέσα όμορφη, με βάσανο σε γεύομαι
στο φως της άρκτου θέλω απόψε να σε νιώσω

κοίτα μια λίμνη από ανθρώπους, μισαλλόδοξη
κοίτα στον τοίχο την πανέμορφη σκιά σου
σπέρνεις μια θλίψη γελαστή και αισιόδοξη
μία καλύτερη εποχή για τα παιδιά σου

είναι η θυσία των γενναίων το προτέρημα
και η ανάγκη που ζωές εκτροχιάζει
γεννά εκείνο το θαυματουργό υστέρημα
που όποιος το χει βρίσκει κάποιον που του μοιάζει

ΘΑ ΒΑΔΙΣΩ ΣΤΑ ΝΕΡΑ

Στη μέση της ανίας
της μαύρης τρικυμίας
που τα τιμόνια σπάνε
και οι θεοί το σκάνε
κοιτάζω σαστισμένος
της θάλασσας το μένος
και ρίχνω τα όνειρά μου
να δέσει η άγκυρά μου

Θα βουτήξω στα βαθειά
να σε βγάλω, σφούγγαράκι μου
για να σβήσω απ την καρδιά
την παλιά αγάπη μου

Θα πιστέψω στα ιερά
θαύματα του χάρτη μου
θα βαδίσω στα νερά
τόση είν η αγάπη μου

Στη μέση του θανάτου
του άγιου αοράτου
που οι νεκροί διψάνε
και δόξες κυνηγάνε
κοιτάζω εγκλωβισμένος
να κείτεται δεμένος
ο αετός του Αιγαία
ο γιος του Προμηθέα

Θα βουτήξω στα βαθειά
να σε βγάλω, σφούγγαράκι μου
για να σβήσω απ την καρδιά
την παλιά αγάπη μου

Θα πιστέψω στα ιερά
θαύματα του χάρτη μου
θα βαδίσω στα νερά
τόση είν η αγάπη μου

ΘΑ ΓΙΝΕΙ

Θα γίνει, αφού το θες τόσο πολύ
με πίστη και υπομονή, θα γίνει
γιατί γεννήθηκες γι αυτό
το "έχεις" κι είναι αρκετό,
γιατί στις μάχες που τραβάς
σου δείχνει πώς να πολεμάς,

Κι όσες φορές τα παρατήσεις
τόσες φορές θα ξαναρχίσεις
μέχρι ν αρχίσει να σου δίνει
αυτό που θέλεις η ζωή,
και θα το κάνει, όταν πιστέψεις σε αυτή

Το μεγαλύτερο κίνητρο στον κόσμο
είναι να μην πιστεύει κανένας σε εσένα
το μεγαλύτερο κίνητρο στον κόσμο
είναι να μην πιστεύει κανένας σε εσένα

Θα γίνει, κι αν δεν σ αρέσει το γραφτό
θ αλλάξεις γνώμη στο θεό, θα γίνει
γιατί αυτοί που σ αγαπούν
πρέπει να δουν για να πειστούν,
γιατί σ αρέσει να πετάς
κι όχι απλώς να περπατάς

Κι όσες φορές τα παρατήσεις
τόσες φορές θα ξαναρχίσεις
μέχρι ν αρχίσει να σου δίνει
αυτό που θέλεις η ζωή,
και θα το κάνει, όταν πιστέψεις σε αυτή

Το μεγαλύτερο κίνητρο στον κόσμο
είναι να μην πιστεύει κανένας σε εσένα
το μεγαλύτερο κίνητρο στον κόσμο
είναι να μην πιστεύει κανένας σε εσένα

ΙΟΥΛΙΑΝΟΣ

Κυριακή του αρχιδεσπότη
βάφτισε το γιόκα του
Ιουλιανό προδότη
κάτω στην υπόγα του

Κάλεσε πέντε έξι φίλους
μια "σειρά" απ τον ΟΚΑΝΑ
δυο ξαδέλφια από τους Μύλους
κι έναν άνεργο παπά

Πάτερ μην παρεξηγήσεις
δεν σε κάλεσα εδώ
το παιδί να μου ευλογήσεις
μα για να σ αλλάξω εγώ

"Δεν υπάρχει, δεν το λένε
δεν ισχύει το παιδί"
είπε ο πάτερ "αν δεν κλαίνε
απ τα λάδια οι οφθαλμοί"

"Κι αν το μήλο δεν σαπίσει
με ιερό βαφτιστικό
δεν θα έχεις αντικρύσει
πιο αμαρτωλό απ αυτό"

Γεννημένος παραβάτης
απ την κούνια το μωρό
έφυγε ο καντηλανάφτης
και ησύχασε θαρρώ

Να σου ζήσει ο ειδωλολάτρης
του θανάτου η κουτσουλιά
πλύμα μιας οφθαλμαπάτης
το διαζύγιο της Κανά

ΙΣΧΥΣ ΕΝ ΤΗ ΕΝΩΣΕΙ

Αν τα σπίτια ήταν λίγο πιο μακριά
το ένα από το άλλο
θα χαιρόμουν πιο πολύ τη μοναξιά μου
κι αν το πρώτο πλοίο που με πήρε
είχε πέτρινο φουγάρο
θα χα κάτι για να πω στο γείτονά μου

Πέταξα την άγκυρα που μού φτιαξε ο χρόνος
στα πόδια του γραφείου
κι ένιωσα αλμύρα να μου καίει τα δάχτυλά μου
άνοιξαν οι πόροι του νεκρού μυαλού μου σαν μαντείο
και καπνούς απάλλαξε
με υγρά η διάνοιά μου

Λύτρωσα απ το βάρος του ονείρου
της καρδιάς το μαύρο περιστέρι
μα απ την αλαφράδα πια, δεν πέταξε ξανά του
ταχυδρόμος έμαθε, του απείρου
μιας φατριάς, φραγμούς να μεταφέρει,
και να τρώει, η λέρα, με τσιμπιές, τα σωθικά του

Ξηγημένος ναύτης που σωσίβια τρυπά
του ανθρώπου η ευτυχία
πρώτη πήδηξε στη βάρκα να γλιτώσει
το καράβι έμπαζε από παντού νερά
το μίσος κι η βλακεία
μια σχεδία μοιράστηκαν, "ισχύς εν τη ενώσει"

ΚΡΑΤΑ ΦΩΝΗ ΓΙΑ ΤΗ ΧΑΡΑ

Το μίσος δεν του πάει πολύ
και η κραυγή του εξορκιστή
ένα ρητό ταλαιπωρεί
που λέγανε οι πιο παλιοί

"Κράτα φωνή για τη χαρά
δυνάμεις για την συμφορά
μην ψάχνεις γύρω σου κακούς
μη φτιάχνεις ψεύτικους εχθρούς"

Υπάρχουν μάχες τρομερές
αληθινές, πεισματικές
και άλλες που τις φτιάχνει ο νους
για να παλεύεις με οιωνούς

Ο πόλεμος είναι γιορτή
μία επέτειος φρικτή
για όποιον να διαχειριστεί
"χρόνια ειρήνης" δεν μπορεί

ΟΧΙ ΣΕ ΜΕΝΑ ΡΕ ΚΑΤΕΡΙΝΑΚΙ

Τον πήρες νύχτα, απ τον δρόμο, λασπωμένο
μού πες πως ήταν παιδικό σου απωθημένο
παιδιά δε ήθελες μονάχα ένα σκυλάκι
όχι αυτό σε μένα ρε Κατερινάκι

Στη διαχωριστική του λίπους και της σόγιας
εσύ φιλόζωη μωρό μου κι εγώ μπόγιας
ξέρω, θα γίνουμε, ξανά, στο τέλος μύλος
δεν είναι μέσα στην κουλτούρα μου ο σκύλος

Να με κερδίσει προσπαθεί δίχως ελπίδα
κάνει προσπάθειες μα κάνω πως δεν είδα
σαν κατουράει του αντιπάλου τη σελίδα
στην χθεσινή αθλητική εφημερίδα

Στη διαχωριστική του λίπους και της σόγιας
εσύ φιλόζωη μωρό μου κι εγώ μπόγιας
ξέρω, θα γίνουμε, ξανά, στο τέλος μύλος
δεν είναι μέσα στην κουλτούρα μου ο σκύλος

Ο ΑΝΘΡΑΚΩΡΥΧΟΣ

Είσαι δύσκολη, το παραδέχομαι
και δουλειά σκληρή, να σ αποδέχομαι
σα να ψάχνω άνθρακα χωρίς φακό
στις στοές σου μέσα, δεν υπάρχω εγώ

Είσαι δύσκολη και δεν μ αισθάνεσαι
κι ότι θέλω, εσύ το απεχθάνεσαι
χορηγία δίνεις το φιλάκι σου
και ζητάς τους φόρους της αγάπης σου

Ήταν κάποτε μία πολιτικός
Βρετανίδα και γριά πρωθυπουργός
μαργαρίτα Θάτσερ την ελέγανε
και γι αυτήν οι ανθρακωρύχοι κλαίγανε

Είσαι δύσκολη από συνήθεια
και σφιχτή πολύ σαν την ακρίβεια
ένα στοίχημα που δεν κερδίζεται
θηλυκός Γολιάθ που δεν γκρεμίζεται

Στο ταξίδι σου με έχεις όρθιο
και ο πρώην σου ζητά διόδιο
την αγάπη μου χαρίζω στους φτωχούς
φορολόγησε αν θέλεις και αυτούς

Ήταν κάποτε μία πολιτικός
Βρετανίδα και γριά πρωθυπουργός
Μαργαρίτα Θάτσερ την ελέγανε
και γι αυτήν οι ανθρακωρύχοι κλαίγανε

ΠΕΠΡΩΜΕΝΟ ΦΥΓΗΝ ΟΠΩΣΔΗΠΟΤΕ

Μου εμπνέει μία ευθυνοφοβία
η προσήλωσή σου στην τυπολατρία
Θέλεις πιστοποίηση και ευλογία
Σ ότι κάνεις απ τη «Θεία Κοινωνία»

Ένα γάμο σ εκκλησάκι μες τα δέντρα
Έχεις βάλει πρώτο πρώτο στην ατζέντα
Έχεις βρει κουμπάρο ήδη κι ιερέα
Και για άντρα ψάχνεις μέσα απ την παρέα


Πεπρωμένο φυγήν οπωσδήποτε
Δεν σε ξέρω και δεν είδα τίποτε
Κι αν χωρώ στο καλούπι που έφτιαξες
Στο κολλάζ της καρδιάς μου δεν ταίριαξες

Αστρολόγους έχεις δει με τη μανούλα
Οι προβλέψεις τους σε ντύνουνε νυφούλα
Το ζώδιό σου φέτος ζευγαρώνει
Κι επιτέλους η αγωνία σου τελειώνει

Έχεις πάρει νυφικό μ ένα πετράδι
Και μια δέσμευση από τον Ψωμιάδη
Μπομπονιέρες με ασημικά ωραία
Και για άντρα ψάχνεις μέσα απ την παρέα

Πεπρωμένο φυγήν οπωσδήποτε
Δεν σε ξέρω και δεν είδα τίποτε
Κι αν χωρώ στο καλούπι που έφτιαξες
Στο κολλάζ της καρδιάς μου δεν ταίριαξες

Ο ΑΠΟΗΧΟΣ

Στο ισόγειο μένει ένας τύπος τρελός
που κοιμάται με το τσιγάρο στο χέρι
θα μας βάλει φωτιά θα καεί ζωντανός
τού χουν κόψει το ρεύμα μα αυτός δεν το ξέρει

Είχε λένε μια μάνα λίγο αυταρχική
που τον έκανε φλούφλη, κερατά, χαρτοπαίκτη
μα όταν γέρασε βρήκε απ αυτόν πληρωμή
την χτυπούσε να πάρει τη σύνταξή της να παίξει

Κι αν εσύ αναρωτιέσαι πως τα ξέρω όλα αυτά
τόσα πράγματα ξένα, τόσο προσωπικά
το σκοτάδι ανοίγει την καρδιά του στο φως
κι ο απόηχος είναι πλέον πολιτισμός.

Όταν πέθανε η μάνα δεν του άφησε βιος
για να μην «τσακιστεί στα χαρτιά και το παίξει»
ότι είχε το πήρε ο μικρός εγγονός
το παιδί του κοπρίτη που είχε τόσα αντέξει

Στην ντουλάπα οι αράχνες είχαν στήσει χωριό
τα ζωύφια αφήσαν τη χειμερία τους νάρκη
τις πατάτες αφήνει με το γκάζι ανοιχτό
και μια βόλτα πηγαίνει έξω για να ξεσκάσει

Κι αν εσύ αναρωτιέσαι πως τα ξέρω όλα αυτά
τόσα πράγματα ξένα τόσο προσωπικά
το σκοτάδι ανοίγει την καρδιά του στο φως
κι ο απόηχος είναι πλέον πολιτισμός

Ο ΟΓΔΟΝΤΑΡΗΣ (Η ΣΥΝΤΑΞΗ ΜΑΣ)

Θ ανοίγουν για ν ασφαλιστείς
μονάχα τα ταμεία
και το προσδόκιμο ζωής
αιώνα παρά τρία

Αν θες να μεταρρυθμιστείς
με ήπια συνοδεία
μάθε κινέζικα νωρίς
και ψώνιζε απ τα "DIA"

Ο ογδοντάρης, ο ογδοντάρης
θα ναι ο νέος της εποχής
Θα σκαρφαλώνει, θα ναι μουρντάρης
και θα ναι πρώτος θεληματζής

Η εφηβεία θα οριστεί
πια στα 43
και θα υπηρετούν μονάχα αυτοί
μασέλα πού χουν κρύα

Το κελεπούρι ο γαμπρός
θα πιάνει τα 60
και θα βαφτίζει ο νονός
το τέκνο πριν τα –ήντα

Παρθένα θα ναι η κοπελιά
και δεσποινίς αν λάχει
μέχρι τα 87
μετά μένει στο ράφι

Αν πεις παππού κάποιον προτού
πατήσει τα ενενήντα
πληρώνεις φόρο εγγονού
και πρόστιμο στο ΙΚΑ

Ο ογδοντάρης, ο ογδοντάρης
θα ναι ο νέος της εποχής
Θα σκαρφαλώνει, θα ναι μουρντάρης
και θα ναι πρώτος θεληματζής

ΚΑΝΕ ΜΟΥ ΚΙ ΑΠΟΨΕ ΜΟΝΑΞΙΑ

Κεντάς δυο χάντρες στα σωθικά μου
και πελαγίσιο φως στον ήχο
στα κέρινά πού χει η καρδιά μου
βάζεις φυτίλι έναν στίχο

Σε περιμένω, σαν απροστάτευτη σκιά
ταίρι που το πίκρανε η νυχτιά
μια καρδιά, δεν αντέχει δίχως να πονά

Σε περιμένω, μη μου χαθείς ξανά


Πέρνα απ το σπίτι δίχως δώρα
να ζωντανέψει πάλι ο μύθος
και του μυαλού η κατηφόρα
να ισιώσει στο λευκό σου στήθος

Γύρνα μου πίσω, τόσα συντρίμμια ερημιάς
να τα κτίσω απ την αρχή με μιας
Και ξανά, πέρνα, κάνε μου κι απόψε μοναξιά

Σε περιμένω, μη μου χαθείς ξανά…

ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΟΣ

Τα είκοσι πέντε αυτά λεπτά
που λείπουνε από τις οχτώ
και δείχνει πάντα οχτώ παρά
είναι το βήμα που ξεχνώ

Γκόμενος β΄ διαλογής
επάγγελμα συνοδηγός
θείος γεννήθηκα….ασφαλής
γρίφος, περιφερειακός

Γυάλινο βάζο η ζωή
που δεν το αφήνεις σε παιδιά
μοιάζει το σπάσιμο εντολή
στου ευθυνόφοβου τα αφτιά

Εμπιστοσύνη μου, θεά
που δεν μου δόθηκες ποτέ
κοίτα πως τρέμει μια καρδιά
μπροστά στο φάσμα του σεφτέ

Ο φόβος σ έκανε μωρό
Ηρώδη ξέχνα τον Χριστό
δε σε κυνήγησε αυτός
μα ο καινούργιος σου ανιψιός

ΠΟΣΑ ΧΡΟΝΙΑ ΠΕΡΠΑΤΑΣ ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ;

Πόσα χρόνια περπατάς στη Θάλασσα
και στην άγρια τροχιά του οριστικού
με καρφιά τα κρύα μας τα δάχτυλα
σε σταυρώνουμε στο στέρνο μας, Ιησού

Πόσα χρόνια τριγυρνάς στους γάμους μας
στα μυστήρια του "πάντοτε μαζί"
στα διαζύγιά μας και στους τάφους μας
παίρνεις τη ρεβάνς της σάρκας που ανθεί

Πόσα χρόνια περπατάς στο θάνατο
και ακούς τις προσευχές υστερικών
έμεινες ένα παιδί ευάλωτο
που μπλέκεσαι στα πόδια χριστιανών

Δόξα τω θεώ που σε σκοτώσανε
λένε οι πιο πιστοί σου οπαδοί
κι όσοι κάποια μέρα σε προδώσανε
θά θελαν να ζήσεις πιο πολύ

Πόσα χρόνια τριγυρνώ στη θλίψη σου
στο μαρτύριό μου να σ αποδεχτώ
δίχως τους ανώριμους, στα ύψη σου,
οπαδούς σου να αναρριχηθώ

Χρόνια, ψάχνοντας να βρει, ο άσωτος
γιατί πρέπει να σφαχτεί ένα αρνί
αφού ήταν ιερός ο θάνατος
του Ιούδα η ντροπή, σε τι ωφελεί…

ΠΟΣΟ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΗ ΕΙΝΑΙ Η ΤΕΧΝΗ ΣΟΥ;

Σκούριασε, τη νύχτα, το ικρίωμα
απ του μελλοθάνατου το κρύωμα
πάγωσε κι ο κόσμος που συνάχτηκε
και ο δήμιος από το σύγκρυο σκιάχτηκε

Πόσο επικίνδυνη είναι η τέχνη σου;
δεν θα βρεις στον ψεύτη τον καθρέφτη σου
πόσοι απειλούνται από την τέχνη σου;
θα το μάθεις απ το άδειο ντέφι σου…

Μες στη θετικότητα του σφάλματος
βρίσκεται η διαίσθηση του θαύματος
και στου σαρκασμού το κολαστήριο
κρύβεται της γέννας το μυστήριο..

ΡΙΑΛΙΤΙ ΓΙΑ ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΚΟΥΣ

Μια που μαζεύτηκε ο κόσμος
και γκρινιάζει ο στριφνός
για καπνιστές υπάρχει χώρος
για τους "μη" ο θεός

Ένα ερώτημα έχει πέσει
για παλιούς μουσικούς
αν το τραγούδι έχει θέση
σε καιρούς οπτικούς

Κάθεσαι πάνω απ το πιάνο
και σου βγαίνει το φως
μα το σκοτάδι παραπάνω
πληρώνει ο παραγωγός

Οι πεθαμένοι αναρωτιούνται
αν η τέχνη τους ζει
πριν απ το θάνατο αν υπάρχει
αυτό που λέγαν ζωή

Παίζω παιχνίδια του ανέμου
ακόμα και του σχοινιού
σαν το παιδί με το ταμπούρλο
ενός θλιμμένου κορμιού

Που το ετράβηξε στη γέννα
μια πιωμένη μαμή
με μαύρα χέρια μολυσμένα
από μια ανασκαφή

Η ιστορία του καθένα
έχει αξία μικρή
εκτός αν φτάσει στον πυθμένα
και του λείψει η πνοή

Στις μπουρμπουλήθρες του πνιγμένου
κρύβεται ο θεός
και στην ελπίδα του θλιμμένου
μία μικρή κιβωτός

Θέλω να μπω σ ένα ριάλιτι
γι αυτοκτονικούς
να επιλέγουνε οι άνθρωποι
ποιους θέλουν νεκρούς

Με μία γκόμενα τα φτιάχνω
για να διατηρηθώ
μες στο παιχνίδι, να κερδίσω,
να με βγάλουν νεκρό

Λίγο πριν πάρω το βραβείο
κι αποκτήσω εχθρούς
θα καταλάβω πόσο αστείο
είναι το θέμα γ ι αυτούς

Και το κοινό πως ηδονίζεται
να βλέπει τους γιους
των επωνύμων να γκρεμίζουν
ό,τι αξίζει απ αυτούς

Τώρα σε μπέρδεψα και σένα
μα έχω κι εγώ μπερδευτεί
αν ξεκινάς με λάθος θέμα
όλα ζητούνε φωνή

Γι αυτό θα κάνω μια απόπειρα
να κλείσω εδώ
και θ ανεβάσω αυτή την όπερα
χωρίς μουσικό

Απ τη Δευτέρα και την Τρίτη
ως και την Παρασκευή
η τιμωρία του πολίτη
η γκρίνια του μπελαλή

Δυστυχισμένοι πέντε μέρες
μα Σαββάτο χορός
πετάω λουλούδια στην οθόνη
χορεύει ο υπουργός

Μέσα στο μάτι του κυκλώνα
η νοσταλγία χτυπά
στην αίγλη του χαμένου αγώνα
κάθε ελπίδα μετρά

Αλλάζει η νύχτα κηδεμόνα
και η ζωή νυχτικιά
κι ο μαύρος ταύρος της Παμπλόνα
τρέχει ξοπίσω σου πια..

ΣΑΝ ΤΟΝ ΑΥΤΙΑ ΚΑΝΕΝΑΣ

Δεύτερη μέρα του χιονιά
εργάσιμη καθ΄όλα
πάω για επίσημα χαρτιά
στου κράτους τον ξερόλα

Έξι ταμεία αδειανά
δέκα καρέκλες άδειες
ένας υπεύθυνος ανά
δέκα "σημαίας" άδειες

Βρε μεταξύ δυο αργιών
η ενδιάμεση είναι αργία;
ποιος θα μου λύσει, τελικά,
ετούτη εδώ την απορία;

Πιο δίπλα κάποιος μουρμουρά
κι εγώ τον υπομένω
έχω αριθμό 20 κι αμά….
διπλοπαρκαρισμένο

Για 25 στη σειρά
δουλεύει μόνο ένας
δε λέω: "σκίζεται", αλλά,
"σαν τον Αυτιά κανένας"

Βρε μεταξύ δυο αργιών
η ενδιάμεση είναι αργία;
ποιος θα μου λύσει τελικά
ετούτη εδώ την απορία;

ΣΕ ΦΑΝΤΑΖΟΜΑΙ ΣΤΟΝ ΠΟΝΟ

Σαν γλυκό κουταλιού
πού χει γεύση φιλιού
το όνομά σου ξυπνάω
των ατμών η μιλιά
στων τζαμιών τα χαρτιά
γράφω: σε αγαπάω

Σε φαντάζομαι στον πόνο
στην χαρά μου σε σκοτώνω
και γυρίζω στο κελί
σε θυμάμαι όταν κρυώνω
όταν χάνομαι στο δρόμο
κι όταν έχω απελπιστεί

Σαν βουτιά αετού
στη ζωή του βυθού
να γνωρίσει το ξένο
ήρθες από παντού
σαν παιχνίδι του νου
που ακόμα μαθαίνω

Σε φαντάζομαι στον πόνο
στην χαρά μου σε σκοτώνω
και γυρίζω στο κελί
σε θυμάμαι όταν κρυώνω
όταν χάνομαι στο δρόμο
κι όταν έχω απελπιστεί

ΣΟΥΔΑΝ

Πριν το πρώτο βήμα, ένα κύμα, τραγουδά
πλάνταξε η σειρήνα και ο τζίτζικας σιωπά
λιμανίσιο τέρας, ξεφλουδίζει μια σκιά
το χαμένο δέρας είναι κάτασπρη προβιά

Έπηξε το κρύο στα ρουθούνια το νοτιά
ξιπασμένο αστείο του θανάτου τα δεσμά
σάπισε το πείσμα στων καιρών την προσμονή
γέμισε το σχίσμα, κοίτα, φεύγουν οι στρατοί

Μη τρομάζεις φίλε, τη δασκάλα των παιδιών
δεν κατέχει φίλε, την μιζέρια των θεών
κάνε μια προσπάθεια, να γελάσεις μ όσα ακούς
και θα ξεπεράσεις εισβολείς και κυνικούς

Έσπειρες στο νότο το αστέρι του βορρά
βιονικό καρότο, μαστιγώνει τα ορφανά
σού παν θα χορτάσεις με τους σπόρους που μιλούν
κράτα αποστάσεις από τα ψάρια που γελούν

Τροποποιημένοι ήμαστε όλοι χριστιανοί
στη ζωή ριγμένοι μ ένα σπόρο που κρατεί
στα γονίδιά μας προστιθέμενος σταυρός
με την άδειά μας, φάε φίλε, σαν χριστιανός…

ΠΕΡΣΕΦΟΝΗ

Σοφία, νοτισμένο όνομα, από πέτρα και φτερά στη λάσπη
ανοίγεις των κλειδιών τα δόντια με αγάπη
που κανείς δεν κατάφερε να σφαλίσει
σε βυθισμένες αποθήκες και ωκεανούς αέναης συμπόνιας

Το όνομα της πέτρας στο δικό σου Περσεφόνη
στην άδεια δύση της μοναχικής σου απορίας
αναπνέω σαν σπουργίτι στον ξηρό χειμώνα
κάθε σαστισμένο βλέμμα του αυγινού ήλιου
που τραβιέται από τις βλεφαρίδες σου

Ακούς τα ρυάκια της πόλης στους οχετούς
και τη δροσιά της άνοιξης, πρώτη εσύ εισπνέεις
όνομα αγέννητο προτού το συλλαβίσω

Βύζαξε την αλμύρα της αγάπης στο κέρας του νου
και τη νιότη που ξεπερνά το φως της βιασύνης και του χάους
δίδαξέ με πώς να ημερέψω τις γροθιές της ξεχασμένης ανάμνησης